<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987</id><updated>2012-02-16T20:48:14.170+02:00</updated><category term='Χρονικά του Νάργουικ'/><category term='Παιδικές'/><category term='Γιορτινές'/><category term='Φαντασίας'/><category term='Μεταφυσικές'/><category term='Σύγχρονες'/><category term='Χώρα της Ηλιοφάνειας'/><category term='Τρόμου.'/><title type='text'>Ιστορίες ενός Βάρδου</title><subtitle type='html'></subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://bardstory.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://bardstory.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>Bellamin Fletcher</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01776134366244848429</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>27</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987.post-7955744300386753938</id><published>2009-04-24T22:01:00.001+03:00</published><updated>2009-10-06T16:25:38.806+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χρονικά του Νάργουικ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Φαντασίας'/><title type='text'>Η κρύπτη της μούμιας (μέρος 6ο)</title><content type='html'>Βγήκαν πάλι σε ένα διάδρομο που κατέβαινε αργά προς τα κάτω. Ο Σένγκους έκανε πιο προσεχτικά βήματα και σταματούσε που και που να ελέγχει δεξιά και αριστερά τον διάδρομο για κάποια παγίδα. Ο διάδρομος τους έφερε μπροστά σε μια πόρτα. Σκήνες με μάχες υπήρχαν πάνω της ζωγραφισμένες. Ο Σένγκους εξέτασε την πόρτα. «Δεν έχει κάτι...» είπε και έπιασε τις λαβές να ανοίξει την πόρτα «Μπορούμε να μπούμε!!!» Μια δέσμη ηλεκτρισμού χτύπησε τον Σένγκους με το που έσπρωξε την πόρτα. Ο Σένγκους έμεινε κόκκαλο στην θέση του. Οι άλλοι μύρισαν καμένες τρίχες και σάρκα, ενώ όταν συνήθισαν πάλι τα μάτια τουςστο φως είδαν απο το χάφλινγκ να βγαίνουν μικρή καπνοί. «ΧΑΧΑΧΑΧΑ, ωραία τα κατάφερες!!!!!!» είπε ο Μπρέγκαρ που γέλαγε με την ψυχή του κα έπιανε την κοιλιά του για να συγκρατηθεί.&lt;br /&gt;«Όλοι μπορούμε να κάνουμε λάθος κάποια στιγμή» απολογήθηκε ο Σένγκους. Έσπρωξε την πόρτα ξεσπώντας τα νεύρα του πάνω της. Η πόρτα άνοιξε με ορμή και χτύπησε με δύναμη στον τοίχο. Το δωμάτιο μύριζε θάνατο.&lt;br /&gt;Μόλις μπήκαν μέσα είδαν μπροστά τους ένα φρικιαστικό θέαμα. Ο Μίχαελ κράτησε το στόμα και την κοιλιά του μην ξεράσει. Ο Μπρέγκαρ με τον Μίχαελ κοίταζαν περίεργα με μια γκριμάτσα απορίας. Ο μόνος που μίλησε είναι ο Γκαμπλ. «Μα τον Σεντ Κάθμπερτ τι έγινε εδω μέσα. Στο δωμάτιο βρίσκοταν μερικά πτώματα που η σάρκα τους είχε σαπίσει εδώ και πολύ καιρό. Τα άδεια κουφάρια βρίσκοταν σε περίεργες στάσεις θανάτου. Κάποιοι ήταν γονατισμένοι στην απέναντι πόρτα. Κάποιοι άλλοι με τα χέρια στο πρόσωπα σαν να ήθελαν να προφυλαχτούν απο κάτι. Μπήκαν πιο μέσα. Η Μέλανι πρόσεξε ότι το πάτωμα ήταν κάπως τραχύ κάτω απο τις δερμάτινες μπότες της. Οι άλλοι προχώρησαν. Εκείνη σταμάτησε και γονάτισε στο ένα πόδι της και έπιασε με το χέρι της το πάτωμα. Όντως ήταν τραχύ, κάτι το είχε γδάρει, σαν το είχε θερίσει αλέτρι των γεωργών. Ο Σένγκους με τους άλλους έφτασε απέναντι στην άλλη πόρτα. Οι σκελετοί είχαν κολλήσει για τα καλά. Έβαλε δύναμη για να τους κινήσει. Παρόλο που δυσκολεύτηκε τους πέταξε στο πλάι. Καθώς προσπαθούσε να τους μετακινήσει έκοψε ένα δαχτυλό του.&lt;br /&gt;«Άουτς!!! Κόπηκα απο τον σκελετό!!!!» έπιασε τον ένα σκελετό να δει απο που κόπηκε. Είδε ότι τα κόκκαλα ήταν τραχιά και με βαθουλώματα, κάτι τα έσκαψε. Η Μέλανι πρόσεξε και εκείνη τα κόκκαλα. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι μπορεί να προκάλεσε αυτό το πράγμα. Απο την άλλη ο Μπρέγκαρ έψαξε στο δωμάτιο για κάποια στοιχείο. Πλησίασε τους σκελετούς που κρατούσαν τα προσωπά τους. Έψαξε αναμεσά τους.&lt;br /&gt;«Μα τον Μόραντιν!!!! Τί είναι τούτο το πράγμα....????» φώναξε ο νάνος. Η Μέλανι πήγε κοντά του πρώτη, μιας και ήταν πιο κοντά. Ο Μπρέγκαρ βρήκε ανάμεσα στους σκελετούς ένα χρυσό αντικείμενο τυλιγμένο σε μια σκοροφαγωμένη τσάντα.&lt;br /&gt;«Πιάστην Μπρέγκαρ να δούμε τι είναι μέσα στην τσάντα»&lt;br /&gt;«Δεν κάνω τέτοια πράγματα. Ήδη έχω ανατριχιάσει ολόκληρος που είμαι σε ένα δωμάτιο γεμάτο με σκελετωμένα πτώματα»&lt;br /&gt;Η Μέλανι έσκυψε ανάμεσα απο τους σκελετούς και πήρε την τσάντα με το χρυσό αντικείμενο. Πρόσεξε την τσάντα. Είδε καψίματα πάνω της, αλλά όχι απο φωτιά.&lt;br /&gt;«Τι βρήκατε???» ρώτησε ο Σένγκους.&lt;br /&gt;Η Μέλανι έπιασε το αντικείμενο και το έβγαλε έξω απο την τσάντα. Η τσάντα έκρυβε ένα χρυσό προσωπείο διακοσμημένο με διαμάντια και πολλούς άλλους πολύτιμους λίθους. Τα μάτια του χάφλινγκ γυάλισαν μόλις είδε το αντικείμενο. Το προσωπείο έμοιαζε με γυναίκας. Αντί για ζωγραφιστά μάτια είχε ένα ζευγάρι διαμάντια στην θέση τους.&lt;br /&gt;«Φέρτο μου λίγο να το δω» είπε με λαχτάρα το χάφλινγκ και το άρπαξε απο τα χέρια της ελφ.&lt;br /&gt;«Θα στο έδινα ηρέμησε λίγο»&lt;br /&gt;Ο Σένγκους το κράτησε και το περιεργάστηκε με προσοχή, η απληστία ζωγραφίστηκε στο προσωπό του.&lt;br /&gt;«Νομίζω Σένγκους ότι είναι καλύτερα να φύγουμε απο αυτό το δωμάτιο» πρότεινε ο Γκαμπλ. Ο Σένγκους δεν άκουγε έμοιαζε υπνωτισμένος. Ο Μπρέγκαρ πήγε δίπλα του και του φώναξε «ΕΕΕΕΕΕ» Το Χάφλινγκ επανήλθε.&lt;br /&gt;«Τι έγινε???» ρώτησε.&lt;br /&gt;«Εσύ θα μας πείς...» απάντησε ο Μπρέγκαρ&lt;br /&gt;«Τίποτα απλά εξέταζα το αντικείμενο...Μέλανι καλύτερα να το κρατήσεις εσύ» ανέφερε ο Σένγκους. Η Μέλανι πήρε το αντικείμενο απο τα χέρια του Σένγκους και το έβαλε στην τσάντα της. Ο Σένγκους με λοξή ματιά είδε που την Μέλανι να το βάζει στην τσάντα της. Πήγε στην πόρτα, δεν είχε παγίδες. Την άνοιξε δίχως δυσκολία. Πάλι διάδρομος στο δρόμο τους. Μόνο που τώρα έμοιαζε περισσότερο με φυσικό διάδρομο παρά με κτιστό. Ο Σένγκους προχώρησε μπροστά τους, απο πίσω του η Μέλανι και μετά οι υπόλοιποι με τελευταίο τον Μπρέγκαρ.&lt;br /&gt;«Τι είναι αυτά στους τοίχους???» ρώτησε η Μέλανι που πρόσεξε και στους 2 τοίχους αρκετές μικρές τρύπες.&lt;br /&gt;«Τις είδα και εγώ!!!Πρέπει να είναι κάποια παγίδα...περιμένετε εδώ», ο Σένγκους άφησε τους άλλους και προχώρησε μερικά βήματα. Έβγαλε απο την τσάντα του ένα κοντάρι γύρω στο 1 μέτρο. Γρήγορα έγινε 4 μέτρα, μέσα στο κοντάρι υπήρχαν και άλλα κομμάτια που μάκραιναν το κοντάρι. Άρχισε να χτυπά τα πλακάκια του διαδρόμου. Τακ-τακ ακουγόταν για αρκετή ώρα.&lt;br /&gt;«Τι κάνει πάλι ο λωποδύτης» ακούστηκε η φωνή του νάνου. Δεν του απάντησε κάποιος. Ο Σένγκους γύρισε πίσω στους άλλους.&lt;br /&gt;«Πρέπει να προχωρήσουμε, μέχρι στιγμής δεν που φαίνεται να υπάρχει κάτι στο πάτωμα...» είπε ο Σένγκους « Απλά να κάνουμε προσεχτικά βήματα» πρόσθεσε και έριξε μια φευγαλέα ματιά στον νάνο, σαν του έλεγε πρόσεξε.&lt;br /&gt;Ο Μπρέγκαρ είδε το βλέμμα αλλά δεν είπε τίποτα. Ο Σένγκους με το πτυσσόμενο κοντάρι μπήκε μπροστά και ξανάρχισε να ελέγχει το πάτωμα. Όλοι περπατούσαν αργά και προσεχτικά, ζυγίζοντας το κάθε βήμα τους. Ο Σένγκους, βγήκε απο το κομμάτι του διαδρόμου με τις τρύπες. Περίμενε τους υπόλοιπους. Ο Μπρέγκαρ είχε μείνει λίγο πίσω απο τον προτελευταίο.&lt;br /&gt;«Μπρέγκαρ κουνήσου λίγο να προχωρήσουμε, δεν θα καθίσουμε να σε περίμένουμε»ειρωνέυτηκε ο Σένγκους τον νάνο. Ο Μπρέγκαρ κοκκίνησε απο τον θυμό του, περπάτησε πιο γρήγορα και άτσαλα. Πλησίασε τους υπόλοιπους. Απείχε 4 βήματα μακριά απο τον Μίχαελ. Κάνει το πρώτο και το δεύτερο και μόλις ακουμπά το πόδι του στο πάτωμα. Ακούγεται ένα ‘κλακ’, όλοι σταμάτησαν. Ο επόμενος ήχος ήταν απο τις τρύπες. Βέλοι πετάχτηκαν σαν βροχή και κατέκλυσαν την ομάδα. Όσοι πρόλαβαν κάλυψαν πρόσωπα και κορμί γονατίζοντας χαμηλά. Φωνές πόνου ήχησαν στον διάδρομο. Ο καταιγισμός σταμάτησε. Ο Σένγκους που ήταν εκτός εμβέλειας των βελών κοίταξε σαστισμένος τους υπόλοιπους. Δεν κουνιόταν κανείς. Βέλη εξείχαν σε διάφορα σημεία τους σωματός τους.&lt;br /&gt;«Μίχαελ???Μέλανι???Έντι???» ρώτησε. Δεν του απάντησε κανείς. Έπιασε το κεφάλι του με τρόμο. Δεν το πίστευε τι συνέβαινε. Απο την μια στιγμή στην άλλη τι μπορεί να γίνει.&lt;br /&gt;Κοίταζε τα σώματα. Μέσα στο πανικό του δεν άκουσε το χαμηλό βογκητό πόνου. Ο Γκάμπλ κουνήθηκε πρώτος. Ο Σένγκους το πρόσεξε. Έτρεξε κοντά του να τον βοηθήσει. Τον βοήθησε να σηκωθεί. 2 βέλη εξείχαν, ένα στο πόδι και ένα στο μπράτσο και απο τα δυό έτρεχαν αίμα.&lt;br /&gt;«Άσε έμενα δες τους άλλους πως είναι» είπε ο Γκαμπλ. Ο Σένγκους, άφησε τον Γκαμπλ και πήγε να δει αν ζούσαν η άλλοι. Ο Γκαμπλ μόλις έφυγε το χάφλινγκ έβγαλε με δυσκολία την ζώνη του και την δάγκωσε. Με το δεχί χέρι του έπιασε το βέλος που τον κάρφωσε στο αριστερό μπράτσο. Πήρε 2 βαθιές αναπνοές και τράβηξε απότομα το βέλος. Έβγαλε ένα μουγκρητό πόνου. Άφησε την ζώνη απο το στόμα και πήρε πολλές ανάσες για να ηρεμήσει. Ο πόνος δεν υποχώρησε. Ετοιμάστηκε για το τον δεύτερο γύρο. Ο Σένγκους πήγε στο σώμα της Μέλανις. Για μεγάλη της τύχη δεν είχε κάποιο βέλος πάνω της. Την σκούντηξε. Εκείνη άνοιξε τα μάτιας με την πρώτη.&lt;br /&gt;«Είσαι καλά???» του έγνεψε καταφατικά και ανασηκώθηκε να δει τι γίνεται γύρω της. Ο Σένγκους άφησε την Μέλανι και πήγε στους άλλους. Μια κραυγή πόνου ακούσε πίσω του. Ήταν ο Γκαμπλ. Πήγε πάνω στον Μίχαελ και στον Έντι, ήταν και αυτοί ζωντανοί αλλά τραυματισμένοι. Τελευταίο άφησε τον νάνο. Έφτασε κοντά του και είδε 3 βέλη καρφωμένα στο στήθος του. Πήγε απο πάνω του. Έσκυψε να δει αν αναπνέει.&lt;br /&gt;«Μονό και τολμήσεις να με κλέψεις άθλιο χάφλινγκ» είπε ο Μπρέγκαρ και έβηξε. Γύρισε στο πλάι και έφτυσε μια ποσότητα σάλιου με αρκετό αίμα.&lt;br /&gt;«Δεν είχα τέτοια προδιάθεση» απάντησε ο Σένγκους.&lt;br /&gt;«Καλά άστα αυτά τώρα. Βοηθησέ με να βγάλω τα βέλη»&lt;br /&gt;«Μα θα πονέσεις αν τα τραβήξω έτσι!!!!»&lt;br /&gt;«Κάνε αυτό που σου λέω» είπε ο Μπρέγκαρ και σηκώθηκε με δυσκολία απο το πάτωμα. «Έλα τράβα τα, ένα ένα»&lt;br /&gt;Ο Σένγκους πλησίασε τον νάνο. Έπιασε το πρώτο βέλος. «Κάντο απότομα, χάφλινγκ» Ο Σένγκους ακολούθησε τα λόγια του νάνου. Τράβηξε με δύναμη. Ο νάνος κράτησε τον πόνο του μέσα, μόνο ξεφύσαγε γρήγορα. Ο Σένγκους δεν περίμενε και πολλή. Τράβηξε το δεύτερο, το έβγαλε και αυτό. Ο νάνος κοίταζε με μίσος τον Σένγκους. Σειρά είχε το τρίτο βέλος. Το έπιασε. Το τράβηξε, αυτό ήταν πιο δύσκολο να βγεί. Οι φλέβες και τα νεύρα του νάνου έγιναν εμφανές. Ξανατράβηξε το βέλος, αυτή την φορά το έβγαλε μαζί με κομμάτια δέρματος και τρίχες λουσμένες με αίμα. Μόλις ένιωσε το βέλος να βγαίνει. Ο νάνος έβγαλε μια κραυγή και γύρισε και έδωσε μια μπουνιά στον τοίχο και λιποθύμησε.&lt;br /&gt;Όταν ξύπνησε ο νάνος βρέθηκε σε ένα άλλο δωμάτιο, πρόσεξε ότι του είχαν βγάλει την πανοπλία και είχε επιδέσμους στο στήθος. Κοίταξε γύρω του. Είδε τον Σένγκους με την Μέλανι και με τον Γκάμπλ να μιλάνε.&lt;br /&gt;«Που είμαστε???» ρώτησε ο νάνος&lt;br /&gt;«Ξύπνησες??? Νομίζαμε ότι θα σε χάναμε» είπε η Μέλανι και συνέχισε «είμαστε σε ένα δωμάτιο παγιδευμένοι....»&lt;br /&gt;«Τι???? Πως έγινε αυτό???Καταραμένο χάφλινγκ πάλι έβαλες το χεράκι σου???»&lt;br /&gt;«Αφήστε τις έχθρες για τώρα»&lt;br /&gt;Η Μέλανι ανάλαβε να ενημερώσει τον Μπρέγκαρ τι ακριβώς έγινε όση ώρα κοιμόταν. Του είπε ότι ο Μίχαελ και ο Έντι υπέκυψαν στα τραυματά του και τους άφησαν στο διάδρομο με τα βέλη, μετά προχώρησαν λίγο και βρήκαν αυτό το δωμάτιο. Μόλις μπήκαν μέσα όμως η πόρτα έκλεισε απότομα και παγιδεύτηκαν εκεί. Ακόμα του περιποιήθηκαν τα τραύματα.&lt;br /&gt;«Δηλαδή δεν έχουμε τρόπο να βγούμε έξω απο εδώ???» είπε ο νάνος που φόραγε το τελευταίο κομμάτι απο την πανοπλία του.&lt;br /&gt;«Ακριβώς» είπε το χάφλινγκ&lt;br /&gt;«Μην μιλάς εσύ»&lt;br /&gt;Εν τω μεταξύ η Μέλανι πήγε προς την όρθια σαρκοφάγος να συνεχίσει την εξετασή της. Μετά απο λίγα λεπτά ανέφερε ότι ίσως βρήκε την λύση. Έβγαλε το προσωπείο που είχε απο την τσάντα της. Οι άλλοι τρεις την πλησίασαν.&lt;br /&gt;«Αν βάλω αυτό στην σαρκοφάγο ίσως καταφέρουμε να βγούμε απο εδω μέσα...» δεν περίμενε να πουν κάτι οι άλλοι και έβαλε το προσωπείο στην σαρκοφάγο. Κούμπωσε μια χαρά. Περίμεναν με κομμένη την ανάσα τη θα συμβεί. Ένας θόρυβος ακούστηκε στο δωμάτιο, πέτρα να σέρνεται πάνω σε πέτρα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7908685554067650987-7955744300386753938?l=bardstory.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://bardstory.blogspot.com/feeds/7955744300386753938/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7908685554067650987&amp;postID=7955744300386753938' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/7955744300386753938'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/7955744300386753938'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://bardstory.blogspot.com/2009/04/6.html' title='Η κρύπτη της μούμιας (μέρος 6ο)'/><author><name>Bellamin Fletcher</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01776134366244848429</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987.post-4730839562625560048</id><published>2009-04-10T23:51:00.000+03:00</published><updated>2009-04-11T03:52:13.795+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χρονικά του Νάργουικ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Φαντασίας'/><title type='text'>Η Κρύπτη της Μούμιας (Μέρος 5ο)</title><content type='html'>Για άλλη μια φορά η Μέλανι μπήκε στον ναό σαν κλέφτης. Μπήκε τελευταία, έριξε μια ματιά πίσω της μήπως τους είδε κάποιος, η ανησυχία της μεγάλη, κάτι δεν της πήγαινε καλά. Έκλεισε την πόρτα, ο Σένγκους βρισκόταν στην άλλη πόρτα που βγάζει στο ιερό, προσπαθούσε να την ξεκλειδώσει. Οι υπόλοιποι δεν μιλούσαν, διάφορες σκέψεις περνούσαν απο το μυαλό τους. Ο Σένγκους έκανε κάποια δευτερόλεπτα να την ξεκλειδώσει, μόλις την άνοιξε γύρισε στους άλλους και έκανε νόημα με τον αντιχειρά του προς τα πάνω ότι όλα ήταν μια χαρά. Πήγε να την ανοίξει. Την είχε ανοίξει κάπως, αλλά την έκλεισε γρήγορα. Γύρισε στους όλους που δεν κατάλαβαν για ποιο λόγο έκλεισε πάλι την πόρτα, το μόνο που είδαν είναι το πρόσωπο του χάφλινγκ. Κούνησε το ξεφάλι δεξιά και αριστερά και έσμιξε τα χείλη του. Κάτι δεν πήγαινε με το σχέδιο.&lt;br /&gt;Ψιθύρισε «Είναι 2 άτομα απο έξω και κάθονται στους πάγκους…» Όλοι κοιτάχτηκαν, η αποστολή δεν ξεκίνησε ακόμα και πήγαινε στραβά. Μαζεύτηκαν όλοι εκτός του Έντι που έστησε αυτί στην πόρτα στην περίπτωση που ήθελε κάποιος να μπει. Οι υπόλοιποι χαμηλόφωνα πρότειναν προτάσεις την να κάνουν.&lt;br /&gt;«Δεν γίνεται να μπούμε μέσα!!! Καλύτερα να φύγουμε και να έρθουμε αύριο» πρότεινε ο Μπρέγκαρ. Ο Γκαμπλ και ο Μίκαελ συμφώνησαν χωρίς να μιλήσουν. Απο την άλλη η Μέλανι και ο Σένγκους έδειξαν ότι δεν συμφωνούσαν με την πρόταση του νάνου.&lt;br /&gt;«Δεν συμφωνώ, δεν πρέπει να χάσουμε την αποψινή ευκαιρία. Όσο το αναβάλλουμε μπορεί να μας ψυλλιαστεί κανείς ή να μας δει…» είπε ο Σένγκους&lt;br /&gt;Ο Γκαμπλ έσπασε την σιωπή του, το πρόσωπο του Μπρέγκαρ κοκκίνησε.&lt;br /&gt;«Και τι προτείνεις να κάνουμε??? Έχεις κάποιο εναλλακτικό σχέδιο???»&lt;br /&gt;«Δυστηχώς δεν περίμενα τέτοια εξέλιξη…» το μόνο που ξεστόμισε ο Σένγκους δίχως να προτείνει κάτι άλλο.&lt;br /&gt;«Νομίζω ότι έχω εγώ κάποιο σχέδιο…» ανέφερε η Μέλανι που περίμενε να ακούσει τις προτάσεις των άλλων πριν μιλήσει. Όλοι γύρισαν και την είδαν με προσοχή.&lt;br /&gt;«Λοιπόν απο ότι καταλαβαίνω θέλετε να ακούσετε το σχεδιό μου!!! Αυτό που προτείνω είναι να τους κοιμήσουμε!!!»&lt;br /&gt;«Πως??? Θα τους πούμε παραμυθάκια και θα κοιμηθούν» διέκοψε ο Μπρέγκαρ που δεν καταλάβαινε το σχέδιο της Μέλανι&lt;br /&gt;«Αν περιμένεις λίγο θα σου λυθούν όλες οι απορίες» ο Μπρέγκαρ ένιωσε σαν μικρό παιδάκι που το μαλώνουν παρόλο που ήταν 183 χρονών πατημένα.&lt;br /&gt;Η Μέλανι συνέχισε «Υπάρχει κάποια ξόρκι που μπορεί να τους κοιμίσει σαν πουλάκια. Το μόνο που πρέπει να κάνω είναι να πάω μέσα στο κύριο ναό.» κοίταξε τους άλλους μήπως είχαν καμία απορία. Συνέχισε «Μετά θα σας κάνω ένα ξόρκι που θα σας κάνει αόρατους για λίγη ώρα. Έτσι θα μπορέσουμε να ασχοληθούμε με το άνοιγμα της κρύπτης. Τι λέτε???» τελείωσε η Μέλανι και περίμενε την επιβεβαίωση των υπολοίπων. Ένας ένας άρχισαν και συμφωνούσαν είτε γνέφοντας καταφατικά είτε με ένα απλό εντάξει, δίνοντας το πράσινο φως στην Μέλανι να εφαρμόσει το σχεδιό της.&lt;br /&gt;«Ωραία!!! Μέχρι να τελειώσω μέσα θέλω να μασήσετε αυτό» Η Μέλανι έβγαλε απο το πουγκί της ένα καθέ πράγμα. Ο Σένγκους πρόσεξε ότι κάτι τέτοιο είχε μασήσει χθες η Μέλανι πριν εξαφανιστεί. Τους έδωσε απο ένα μικρό κομματάκι. Το καθέ πράγμα ήταν εύπλαστο στα χέρια. Έβαλε και ένα στο στόμα της η Μέλανι για να ενθαρρύνει και τους άλλους. Τελευταίος το έβαλε ο Μπρέγκαρ που τόση ώρα το κοιτούσε με περιέργεια και αηδία. Το έβαλε δειλά στην αρχή, μετά άρχισε το μάσημα, δεν είχε κάποια γεύση, η υφή του έμοιαζε με ζύμη αλλά αυτό δεν έλιωνε απλά άλλαζε σχήμα με κάθε μάσημα. Η Μέλανι το έβγαλε όπως την προηγούμενη νύχτα και πήρε μια βλεφαρίδα απο το μάτι της. Κινήθηκε προς την πόρτα. Σταμάτησε για λίγο, οι άλλοι άκουγαν να μιλάει ψιθυριστά, και απο την μία στιγμή στην άλλη εξαφανίστηκε μπρος στα μάτια τους. Δεν φαινόταν πουθενά.&lt;br /&gt;Το χερούλι της πόρτα κατέβηκε προς τα κάτω και η πόρτα άνοιξε μερικά εκατοστά. Οι άλλοι περίμεναν με αγωνία την Μέλανι, μάσαγαν το περίεργο υλικό που τους έδωσε η Μέλανι. Τα δευτερόλεπτα έμοιαζαν με ώρες με την τόση αγωνία που τους διακατείχε. Μια φωνή τους τίναξε απο την θέση τους σαν ελατήρια. Κοίταξαν αριστερά, δεξιά. Η φωνή του μίλησε πάλι, η Μέλανι τους μιλούσε. Κοίταξαν όλοι προς την πόρτα, στο κενό. Ένιωθαν σαν χαζοί που δεν μπορούσαν να δουν την Μέλανι.&lt;br /&gt;«Τα πιτσουνάκια μου κοιμούνται του καλού καιρού. Αλλά δεν έχουμε και πολύ ώρα!!!» Το περίγραμμα της Μέλανι έκανε την εμφανισή του και σιγά σιγά επανήλθε πάλι&lt;br /&gt;«Λοιπόν οι κινήσεις μας πρέπει να είναι γρήγορες και αποτελεσματικές. Θέλω να βγάλετε μια βλεφαρίδα απο το μάτι σας.» πρόσταξε η Μέλανι και οι υπόλοιποι έκαναν πράξη τα λόγια τους.&lt;br /&gt;«Τώρα βγάλτε αυτό που σας έδωσα απο το στόμα σας και κάντε ένα βολάκι με την βλεφαρίδα μέσα του» Έκαναν το βολάκι και περίμεναν την Μέλανι να τους πει την συνέχεια. «Τέλος ελάτε όλοι πιο κοντά να κάνουμε ένα κύκλο. Θέλω να κρατήσετε το βολάκι με τα δυο χέρια σας μπροστά σας» Μόλις έγινε ο κύκλος, η Μέλανι έκλεισε τα μάτια της και ξανάρχισε το μουρμουρητό. Τώρα την άκουγαν πιο καθαρά αλλά δεν μπορούσαν να καταλάβουν σε τι γλώσσα τα έλεγε. Η φωνή της άλλαξε χροια έγινε πιο βαθιά και απόμακρη, το ξόρκι έφτανε στο τέλος. Άνοιξε τα μάτια. Στην αρχή δεν είδε κάνεις αλλάγη. Αυτό άλλαξε μέσα σε δευτερόλεπτα. Κοιτούσαν ο ένας τον άλλο που εξαφανιζόταν. Μέτα κοίταξαν τα χέρια τους, εξαφανίζονταν και αυτοί. Ο Σένγκους πρόσεξε τα χέρια του, μετά εξαφανίστηκαν το πόδια του και ανέβαινε προς τα πάνω. «Φοβερό!!!» αναφώνησε πριν εξαφανιστεί εντελώς.&lt;br /&gt;«Στην αρχή θα σας φανεί περίεργο, αλλά θα το συνηθίσετε γρήγορα» είπε η Μέλανι. Σαν απάντηση είδε να φεύγει απο το τραπέζι μια τεράτια κατσαρόλα και να πέφτει με κρότο στο πάτωμα. Πάγωσαν όλοι με τον θόρυβο. Τους κόπηκε η ανάσα, σκέψεις πέρασαν σαν αστραπές απο το μυαλό τους.&lt;br /&gt;«Συγγνώμη!!! Αλλά δεν είμαστε συνηθισμένοι οι νάνοι σε τέτοια κόλπα» Κανείς δεν απάντησε και ευτυχώς που ο Μπρέγκαρ δεν μπορουσέ να δει τις εκφράσεις των άλλων πως τον κοίταζαν. Η Μέλανι πήγε στην πόρτα να δει αμα ξύπνησε κανείς με τον θόρυβο. Τίποτα.&lt;br /&gt;«Δεν ξύπνησε κανείς απο ότ βλέπω. Ας είμαστε πιο προσεχτικοί απο εδώ και πέρα» Αν μπορούσε να δει η Μέλανι θα έβλεπε τους άλλους να συμφωνούν καταφατικά. «Ας πάμε μέσα να ριχτούμε στην δουλειά, δεν θα κρατήσει και πολύ το ξόρκι». Βγήκαν όλοι έξω, η Μέλανι έμεινε τελευταία να κλείσει την πόρτα. Για να μην μπερδευτούν μεταξύ τους συμφώνησαν να μιλούν μονολεκτικά. Το ξόρκι του δυσκόλευε πολύ, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι διαφορετικό. Μέχρι να φτάσουν στον βωμό, πάτησαν ο ένας τον άλλο ουκ ολίγε φορές. Ο πόνος ήταν βουβός και οι φωνές πνίγοταν στην σιωπή. Έφτασαν στον βωμό. Ο Σένγκους έδωσε το βιβλίο στην Μέλανι. Θα  τους καθοδηγούσε την να κάνουν. Κινήθηκε κυκλικά στον βωμό. Έπεσε πάνω σε κάποιον «Εεεε, πρόσεχε λίγο, υπάρχουν νάνοι εδω κάτω»&lt;br /&gt;«Συγνώμη κάλε μου Μπρέγκαρ, δεν θα ξαναγίνει» απολογήθηκε η Μέλανι. Πήγε στην πλευρά που βρήκαν τα χθεσινά σημάδια. Τα κοίταξε άλλη μια φορά. Έφερε τα  μακριά ξωτικά δαχτυλά της πάνω τους, τα περιεργάστηκε. Η διαφορά απο τα άλλα φαινόταν ελάχιστη, αλλά υπήρχε.&lt;br /&gt;«Κάντε ένα βήμα πίσω»&lt;br /&gt;Ακούστηκε κάποιος να πέφτει, δεν έδωσε σημασία. «Μια χαρά είμαι» ακούστηκε η φωνή του Μίχαελ. Η Μέλανι βρήκε δυο τέτοια σημάδια. Άφησε κάτω το βιβλίο. Ακούμπησε τα χέρια της πάνω τους. Τα πίεσε. Κάτω απο την πίεση των χεριών υποχώρησαν μέσα. Έβγαλε τα χέρια της. Τα σημάδια έμειναν μέσα. Θόρυβος ακούστηκε κάτω απο τον βωμό. Σαν γρανάζια που γυρίζουν. Ο θόρυβος έγινε κίνηση. Ο βωμός μετακινήθηκε απο μπροστά της προς την πλευρά των δωματιών του ναού.&lt;br /&gt;Πλησίασαν όλοι να δουν. Αποκαλύφθηκε μια είσοδος με σκαλοπάτια που κατέβαιναν. Διέκριναν τα 4-5 πρώτα σκαλοπάτια οι περισσότεροι, μετά σκοτάδι. Η Μέλανι είδε λίγο περισσότερα ένω ο Μπρέγκαρ διέκρινε το τέλος της σκάλας.&lt;br /&gt;«Δεν είναι πολύ βαθιά, βλέπω τα τέλος της σκάλας» αναφώνησε ο Μπρέγκαρ. Η Μέλανι χωρίς να την δουν οι όλοι, έβγαλε ένα μικρό φτερό απο πυγολαμπίδα, το έτριψε στην πανω πλευρά του κονταριού της. Μια δέσμη φωτός ξεπήδηξε απο την άκρη. Η σκάλα φωτίστηκε. Απο το παχύ στρώμα σκόνης που υπήρχε στα σκαλοπάτια κατάλαβαν ότι δεν είχε κατεβεί κανείς πρόσφατα την σκάλα.&lt;br /&gt;Απο την άλλη την προσοχή του Έντι την τράβηξε η κίνηση των δυο κοιμισμένων νεαρών απο το ξόρκι την Μέλανι. Ένας απο τους δυο μάλλον κουνήθηκε. Ενώ είδε ότι το ξόρκι εξαφάνισης άρχισε να εξασθενεί. Το χέρι ήταν ημιδιαφανής, σε λίγο θα εμφανιζόταν ολόκληρος.&lt;br /&gt;«Έχουμε ένα πρόβλημα!!!»&lt;br /&gt;Γύρισαν όλοι προς τον Έντι που ξαναεμφανιζόταν. Εκείνος του έδειξε το χέρι του και μετά τους νεαρούς. Πρόσεξαν ότι τα παιδια θα ξυπνούσαν απο λεπτό σε λεπτό και εκείνοι θα είχαν χάσει την κάλυψη που τους πρόσφερε το αόρατο σώμα τους. «Γρήγορα μπείτε μέσα» πρόσταξε ο Γκαμπλ. Με το φως της Μέλανι κατέβηκαν τα σκαλοπάτια. Ο Σένγκους πάτησε ξανά τα δυο σημάδια και ο βωμός ξανάρχισε να κινείται ώσπου έκλεισε απο πάνω τους. Ήταν μέσα στην κρύπτη του ηγεμόνα.&lt;br /&gt;«Χρειαζόμαστε περισσότερο φως, δεν μας φτάνει της Μέλανις». Για καλή τους τύχη φώνισαν το απόγευμα μερικούς δαυλούς απο το παζάρι. Ο Μίχαελ ανέλαβε να τους ανάψει. Ένα ζεστό πορτοκαλοκόκκινο χρώμα φώτισε τους αρχαίους τοίχους της κρύπτης. Μπροστά αποφασίστηκε να πάει ο Σένγκους με τον Μίχαελ για να εντοπίσουν τυχόν αρχαίες παγίδες. Στην μέση περπάταγε η Μέλανι με το φωτισμένο της κοντάρι παρέα με τον νάνο και τέλος πήγαιναν ο Γκαμπλ με τον Έντι. Που και που σταματούσαν μήπως υπήρχε κάποια παγίδα, έμεναν για λίγα λεπτά και μετά ξαναπερπατούσαν. Ο δρόμος δεν χωριζόταν πουθενά πήγαινε ευθεία με μια μικρή κλίση προς τα κάτω.&lt;br /&gt;Περπατούσαν και δεν είχαν σταματήσει για αρκετή ώρα, ξαφνικά ο Σένγκους φρέναρε το βήμα του. Περπάταγε πιο αργά και ζύγιγε το κάθε του βήμα πριν προχωρήσει. Ο λόγος είναι ότι έφτασαν σε μια μεγάλη αίθουσα. Το χάφλινγκ μπόρεσε να την δει πιο γρήγορα χάρη στην όραση του. Οι υπόλοιποι δεν άργησαν να καταλάβουν για ποιο λόγο πήγαινε έτσι ο Σένγκους. Μπήκαν όλοι στην αίθουσα. Μια μεγάλη ψηλή αίθουσα γεμάτη με αγάλματα που έδειχναν πιο μεγάλα και απειλητικά υπο το φως των δαυλών. Ο Μπρέγκαρ διέκρινε ότι στην απέναντι πλευρά απο εκεί που ήρθαν, μια μεγάλη πέτρινη πόρτα.&lt;br /&gt;«Είναι μια πόρτα εκεί» είπε ο νάνος. Όλοι κοίταξαν με δυσκολία, τελικά διέκριναν και αυτή την πόρτα. Πλησίασαν όλοι εκτός του Σένγκους και του Μίχαελ που κοιτούσαν με προσοχή τα αγάλματα. Παρίσταναν 2μετρες γυναίκες, κρατούσαν με το δεξί χέρι τους ένα πέτρινο σπαθί και το άλλο κρατούσε την κολόνά απο πάνω της. Κάτι του θύμιζαν του Σένγκους, κάτι ανέφερε το βιβλίο, δεν του ερχόταν στο μυαλό. Εν τω μετάξυ οι άλλοι βρέθηκαν μπροστά στην μεγάλη πέτρινη πόρτα. Είδαν κάτι που δεν είχε πρόσεξε ο Μπρέγκαρ. Δίπλα στην πόρτα ήταν μια καμπάνα, ενώ μια σκαλισμένη πρόταση υπήρχε πάνω στην πόρτα. Έλεγε «Ξένε αν δεν φοβάσαι να προχωρήσεις, τότε χτύπα την καμπάνα δυνατά και οι πόρτες θα ανοίξουν».&lt;br /&gt;«Άλλο και τούτο» αναφώνησε ο Μπρέγκαρ&lt;br /&gt;«Όντως τι είναι αυτό πάλι??? Κάποια παγίδα ή κάτι πασιφανές???» είπε ο Έντι.&lt;br /&gt;«Μια λύση απομένει για να το μάθουμε» είπε ο Μπρέγκαρ και έπιασε το καμπανοκρούστη να χτυπήσει την καμπάνα&lt;br /&gt;Ο Σένγκους πήγε πιο κοντά στα αγάλματα μήπως βρει κάποιο στοιχείο που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να θυμηθεί. Κάτι του ήρθε στο μυαλό, κάτι θυμήθηκε απο το βιβλίο. Μια αναφορά όπου έλεγε ότι τα αγάλματα θα ξυπνήσουν με το άκουσμα της καμπάνας. Γύρισε γρήγορα να ειδοποιήσει τους άλλους, αλλά ήταν αργά. Είδε τον Μπρέγκαρ να ετοιμάζεται να χτυπήσει την καμπάνα. Φώναξε, δεν τους πρόλαβε. Η φωνή του καλύφθηκε απο τον δυνατό χτύπο της καμπάνας. Ένας ήχος που του έμοιαζε σαν την χειρότερη μαχαιριά και οι αντίλαλοι σαν του μπήγουν πιο βαθιά το μαχαίρι. Οι επόμενες στιγμές άφησαν τους πάντες άφωνους. Πρώτα ένιωσαν κάτι σαν σεισμό μέσα στην αίθουσα, μετά είδαν πέτρες να πέφτουν απο το ταβάνι και οι κολόνες πάνω απο τα αγάλματα να υποχωρούν. Τα αγάλματα ζωντάνευσαν. Τα μάτια τους έβγαλαν ένα μπλε φως, πήδηξαν απο τα βάθρα που έστεκαν όρθια. Η πρόσκρουση με το έδαφος τράνταξε το πάτωμα και τα πλακάκια έσπασαν απο το βάρος τους. Και τα 3 αγάλματα σήκωσαν τα πέτρινα σπαθιά τους να επιτεθούν στους εισβολείς. Με το θέαμα που αντίκρυσαν με τα αγάλματα δεν μπορούσαν να πιστεύσουν με τι θα τα έβαζαν.&lt;br /&gt;Πρώτος όρμησε ο νάνος με το τσεκούρι κρατημένο πάνω το κεφάλι του να ανεμίζει. Έφτασε σε απόσταση βολής, κατέβασε το τσεκούρι του στο άγαλμα. Όμως δεν περίμενε με τίποτα αυτό που επακολούθησε. Το χτυπημά του υπο κανονικές συνθήκες θα έβρισκε στόχο με την μια, αλλά τώρα έπεσε πάνω πέτρινο ξίφος. Το άγαλμα χωρίς να χάσει ευκαιρία σήκωσε με ορμή το ξίφοε προς τα πάνω, ο νάνος πέταξε στον αέρα και προσγειώθηκε πάνω σε μια πεσμένη κολόνα σπάζοντας την στα δυο. Ο Μπρέγκαρ δεν μπορούσε να κουνηθεί. Οι άλλοι είδαν με πόση ευκολία πέταξε στον αέρα τον νάνο, τον καλύτερο ίσως στην μάχη. Ο Σένγκους κατάφερε να κρυφτεί πίσω απο κάποια χαλάσματα μαζί με τον Μίχαελ και τα αγάλματα δεν του πήραν χαμπάρι, που πλησίαζαν του υπόλοιπους 3. ο Γκαμπλ δεν μπορούσε να μείνει με σταυρωμένα τα χέρια όρμησε προς τα αγάλματα, ακολούθησε και ο Έντι μαζί του. Η Μέλανι δεν έκανε κάποια επιθετική κίνηση. Έβγαλε ένα μικρό κυρτό φτερό πουλιού. Έκανε άλλο ένα ξόρκι. Μόλις τελείωσε την υλοποίηση μια αύρα απο μπλέ φως τυλίχτηκε γύρω της και πήρε την μορφή μια βαριάς πανοπλίας και εξαφανίστηκε. Οι επιθέσεις του Γκαμπλ του Έντι δεν προξένησαν καμιά ζημιά στα αγάλματα, το μόνο που έκαναν είναι να ασχοληθούν μαζί τους τα αγάλματα. Ο Μπρέγκαρ σηκώθηκε απο το πάτωμα. Το άγαλμα τον νευρίασε για τα καλό. Ένιωσε το αίμα του στις φλέβες να κυλάει καυτό και γρήγορα, οι κόρες των ματιώ του μίκρυναν και νεύρα πετάχτηκαν στο δέρμα του. Πέταξε το τσεκούρι και έβγαλε το «κεφαλοσπάστη» ένα σφυρί με τεράστια κεφάλι και μια μακριά χοντρή λαβή, το κράτησε στα χέρια του. Κοίταξε με μίσος το άγαλμα. Μια κραυγή ξεπετάχτηκε απο τα σωθικά του. Όλοι έστω και στιγμαία είδαν τον νάνο που έμοιαζε τόσο τρελαμένος, τόσο θυμωμένος, δεν θα ήθελαν να βρεθούν στο δρόμο του. Ο Μπρέγκαρ κάλυψε με 4 μεγάλα βήματα και κατέβασε το σφυρί στα πλευρά του αγάλματος, εκείνο απο την ορμή και την δύναμη του χτυπήματος πισωπάτησε ένα βήμα πριν ακουστεί ένα υπόκωφο ‘κρακ’. Το άγαλμα δεν έκανε άλλη κίνηση, έσπασε σε κομμάτια και έπεσε κάτω. Ο Μπρέγκαρ κοίταξε γύρω να δει τον επόμενο στόχο.&lt;br /&gt;Η Μέλανι δεν πρόσεξε  ότι το άλλο άγαλμα ετοιμαζόταν να κατεβάσει το πέτρινο ξίφος στο κεφάλι της να το λιώσει. Απέφυγε τελευταία στιγμή το ξίφος που χτύπησε το πάτωμα και δημιούργησε μια μεγάλη ρωγμή στο πάτωμα. Το άγαλμα δεν έχασε ευκαιρία και ετοιμάστηκε να κάνει πάλι επίθεση στην Μέλανι. Μόνο που τώρα ήταν προετοιμασμένη. Χωρίς να χάσει στιγμή έβγαλε ένα μικρό κομμάτι πηλού απο μια τσέπη του παντελονιού της. Με το αριστερό χέρι τον έπλασε. Το άγαλμα κατέβασε πάλι το ξίφος. Η Μέλανι σήκωσε το δεξί της χέρι και φώναξε δυνάτα, ένας τσιριχτός ήχος βγήκε απο το στόμα της, όλοι κράτησαν τα αυτιά τους, τους τρυπούσε τα αυτιά. Μα το χειρότερο είναι ότι μόλις έφτασε σε απόσταση αναπνοής το ξίφος, θρυμματίστηκε σε πάρα πολλά μικρά κομματάκια πέτρας. Μια βροχή απο πετρούλες έπεσε στο πρόσωπο της Μέλανι. Το άγαλμα κοίταξε απορημένα τα χέρια του. Η Μέλανι βρήκε την ευκαιρία που περίμενε. Είπε δυνατά μερικά λόγια στην γλώσσα της μαγείας και πέταξε τον κομμάτι που έπλαθε στο άγαλμα. Χτύπησε πάνω στο άγαλμα και έπεσε στο έδαφος. Το άγαλμα δεν κατάλαβε τίποτα, μέχρι που έκανε το επόμενο βήμα του. Μόλις πήγες να σηκώσει το πόδι έμεινε κολλημένο εκει πέρα, πήγε να κάνει βήμα με το άλλο, πάλι τα ίδια. Το άγαλμα κόλλησε στο πάτωμα δεν μπορούσε να κάνει βήμα. Σαν μην έφτανε αυτό ο νάνος ήρθε απο πίσω και χτύπησε την πλάτη του αγάλματος. Κομμάτια έπεσαν απο το άγαλμα, μόνο τα πόδια του έμειναν όρθια. Ο Σένγκους τόση ώρα έμενε κρυμμένος, βλέποντας τον Μπρέγκαρ να διαλύει τα αγάλματα. Όμως ο Μίχαελ δεν μπορούσε να βλέπει τους άλλους να παλεύουν και να κάθεται άπραγος. Πέρασε ένα βέλος στο τόξο και έριξε,  έπεσε πάνω στο άγαλμα. Το μόνο που έγινε είναι να πέσει το βέλος σπασμένο σε δυο κομμάτια στο πάτωμα. Ο Γκαμπλ και Έντι έκαναν επιθέσεις δίχως αντίκρυσμα. Έκαναν γρατζουνιές πάνω στη πέτρα. Δεν ήξεραν πως να αντιμετωπίσουν αυτόν τον εχθρό. Ο μόνος που κατάφερνε κάτι απέναντι στα σε αυτά τα κατασκευάσματα ήταν ο νάνος με το σφυρί του. Και το πρόσεξαν πόσο αποτελεσματικός ήταν ο Μπρέγκαρ. Ο νάνος μετά την καταστροφή του 2ου αγάλματος γύρισε στο τελευταίο. Ένιωσε ότι η φούντωση, η οργή, που ένιωθε θα έφτανε σύντομα στο τέλος της. Έβγαλε μια τελευταία κραυγή και όρμηξε. Χτύπησε σαν κεραυνός. 2 γρήγορες κινήσεις έφτασαν να ρίξουν το άγαλμα. Πρώτα χτύπησε το δεξί χέρι που κρατούσε το ξίφος, διαχωρίζοντας το απο το υπόλοιπο σώμα. Χωρίς να υπάρχει φόβος απο το ξίφος, έριξε μια στριφογυριστή σφυριά στο κεφάλι. Το άγαλμα έμεινε ακέφαλο, χάνοντας την ενέργεια που το κρατούσε έπεσε προς τα εμπρός. Ο Μπρέγκαρ πήδηξε αριστερά να αποφύγει τους τόννους πέτρας. Ένα μικρό σύννεφος σκόνης γέμισε την αίθουσα. Μόλις κατακάθισε σκόνη το μόνο που επικρατούσε στην αίθουσα είναι χαλάσματα και τα σπασμένα σώματα απο τα αγάλματα. Ο Μπρέγκαρ πήρε μερικές ανάσες απο την μάχη που έδωσε. Ιδρώτας έτρεχε στο σκονισμένο προσωπό του δημιουργώντας μικρά αυλάκια απο λάσπη. Όλοι χάρηκαν που κατάφεραν και γλύτωσαν απο αυτόν τον κίνδυνο. Πήραν μερικές ανάσες. Η Μέλανι έδωσε συγχαρητήρια στον Μπρέγκαρ που κατάφερε και τους ξελάσπωσε σε αυτή την δύσκολη στιγμή που τα κοινά όπλα δεν έκαναν τίποτα. Ο Σένγκους βγήκε απο την κρυψώνα του.&lt;br /&gt;«Τι τον συγχαίρεις αν δεν έκανε του κεφαλιού του και δεν χτύπαγε την καμπάνα δεν θα ζωντάνευαν τα αγάλματα» είπε ο Σένγκους&lt;br /&gt;«Μας κοροϊδεύεις, εξυπνάκια??? Που ήσουν όταν χτυπάγαμε την καμπάνα??? Και τώρα που σε βλέπω δεν είδα να παίρνεις μέρος στην μάχη...που κρυβόσουν???» φώναξε ο νάνος φανερά νευριασμένος με τα καμώματα του χάφλινγκ.&lt;br /&gt;«Τέλοσπαντων, άλλη φορά μην κάνετε του κεφαλιού σας. Πάμε???», ο Σένγκους άλλαξε την κουβέντα για να μην δώσει εξηγήσεις. Η πέτρινη πόρτα ήταν ανοιχτή. Πήραν τους δαυλούς που πέταξαν πριν για την μάχη. Ο Σένγκους ξαναπήγε πρώτος. Οι υπόλοιποι ακολούθησαν καταπόδας. Μόλις έφτασαν στην πόρτα μια μυρωδιά σαπίλας έφτασε στα ρουθούνια τους. Δεν μπορούσαν να φανταστούν τι μπορεί να συναντούσαν στο δρόμο τους. Μπήκαν στην ανοιχτή πόρτα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7908685554067650987-4730839562625560048?l=bardstory.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://bardstory.blogspot.com/feeds/4730839562625560048/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7908685554067650987&amp;postID=4730839562625560048' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/4730839562625560048'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/4730839562625560048'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://bardstory.blogspot.com/2009/04/5.html' title='Η Κρύπτη της Μούμιας (Μέρος 5ο)'/><author><name>Bellamin Fletcher</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01776134366244848429</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987.post-8843270631827472035</id><published>2009-04-03T23:42:00.000+03:00</published><updated>2009-04-04T05:38:02.035+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χρονικά του Νάργουικ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Φαντασίας'/><title type='text'>Η Κρύπτη της Μούμιας (Μέρος 4ο)</title><content type='html'>Η Μέλανι ακολούθησε το χάφλινγκ. Άνοιξε την πόρτα και μπήκαν μέσα.&lt;br /&gt;Κράτησε την αναπνοή της για να μην ακουστεί. Η καρδία της χτύπαγε γρήρορα, την άκουγε. Την έκανε να πανικοβληθεί μήπως την ακούσουν. Ο Σένγκους προχωρούσε μπροστά της. Κοιτούσε προσεχτικά. Δεν υπήρχει φωτισμός μέσα παρά μόνο ελάχιστο που έμπαινε απο την πόρτα που μπήκαν. Αυτό δεν ήταν πρόβλημα ούτε για την Μέλανι ούτε και για τον Σένγκους, τα μάτια τους είναι συνηθισμένα σε μέρη που δεν έχει πολύ φωτισμό. Το δωμάτιο που μπήκαν έμοιαζε με κουζίνα. Ένα μεγάλο τραπέζι στο κέντρο του δωματιού, κατσαρολικά κρεμασμένα στους τοίχους και κάπου ένας νεροχύτης με ένα κουβά ακουμπησμένο πάνω του. Προχώρησαν πιο μέσα στο δωμάτιο. Κινήθηκαν σε μια πόρτα που απο την κάτω χαραμάδα έμπαινε αμυδρό φως που τρεμόπαιζε. Ο Σένγκους ακούμπησε το αυτί του στην πόρτα. Αφουγκράστηκε, μήπως υπήρχε κάποιος πίσω απο την πόρτα. Η Μέλανι στεκόταν ακριβώς πίσω του. Έριξε μια ματιά στην κλειστή πόρτα. Μόλις κατάλαβε ότι την ξέχασε ανοιχτή. Σήκωσε το χέρι της. Αυτή την φορά δεν είπε κάτι, είχε εκπαιδευτεί να κάνει ξόρκια χωρίς λόγια, αλλά τα απόφευγε γιατί απαιτούσαν περισσότερη ενέργεια απο την κανονική. Ένα πανομοιότυπα χέρι υλοποιήθηκε λίγο πιο μπροστά απο το δικό της. Το έβλεπε μόνο εκείνη. Κούνησε το χέρι και κατευθύνθηκε προς την ανοιχτή πόρτα. Την μαγικό χέρι έσπρωξε όσο πιο απαλά μπορούσε την πόρτα. Έτριξε λίγο καθώς έκλεινε. Ο Σένγκους τινάχτηκε προς τα πίσω και με μια αστραπαία κίνηση κράταγε στο αριστερό χερι του ένα μικρό μαχαίρι.&lt;br /&gt;«Ηρέμησε εγώ το έκανα» ανέφερε η Μέλανι&lt;br /&gt;«Με κατατρόμαξες!!!» ψιθύρισε ο Σένγκους. «Μπορούμε να μπούμε, δεν άκουσα κάτι!!!» συνέχισε ο Σένγκους.&lt;br /&gt;«Ωραία!!! Κάνε τα κόλπα σου πάλι για να μπούμε...» του είπε η Μέλανι.&lt;br /&gt;Ο Σένγκους δεν έβγαλε τα εργαλεία του. Έβαλε το χέρι του πάνω στο πόμολο, το γύρισε πάρα πολύ αργά. Άκουσε την γλώσσα να μπαίνει μέσα στην κλειδαριά. Έσπρωξε την πόρτα προς τα μέσα για άλλη μια φορά αργά και προσεχτικά. Η πόρτα δεν έκανε κάποιο θόρυβο και οι δύο ανακουφίστηκαν. Την άνοιξε ίσα ίσα να χωρέσουν να περάσουν, δεν ήθελε να το διακινδυνεύσει να κάνει θόρυβο η πόρτα. Κοίταξε. Είδε ότι βγήκαν σε ένα μεγάλο θάλαμο, στο κύριο μέρος του ναού. Σειρές με στασίδια έπιαναν το μεγαλύτερο χώρο. Υπήρχαν πολλά μανουάλια με αναμμένα κεριά ενώ οι τοίχοι είχαν ζωγραφιές του θεού Πέλορ με τα κατορθωματά του. Ο Σένγκους έκανε μερικά βήματα πιο μέσα για να μπεί και η Μέλανι.&lt;br /&gt;Μπήκε και η Μέλανι είδε και εκείνη που βγήκαν. Πρόσεξε τις τεράστιες δίφυλλες πόρτες, αλλά τώρα απο την μέσα πλευρά. Ενώ απο την αντίθετη πλευρά είναι το ιερό και αριστερά και δεξιά είδε διαδρόμους, μάλλον θα έβγαζαν στα δωμάτια του ιερέα και των μαθητευόμενων.&lt;br /&gt;«Πάμε στο κέντρο του ιερού, εκεί βρίσκεται η είσοδος σύμφωνα με το βιβλίο»&lt;br /&gt;«Ελπίζω να έχεις δίκιο, για να μην μας πιάσουν χωρίς να βρούμε τίποτα» παρατήρησε η Μέλανι. Ο Σένγκους έκανε πως δεν την άκους και προχώρησε στις μύτες των ποδιών του όσο πιο αθόρυβα μπορούσε στο ιερό. Η Μέλανι έκανε το ίδιο χωρίς να ακουστεί. Έφτασαν σε ένα βωμό που υπήρχε στο κέντρο του ιερού. Ο Σένγκους έβγαλε το βιβλίο και το ακούμπησε στο βωμό για να το μελετήσει.&lt;br /&gt;«Λοιπόν σύμφωνα με το βιβλίο ο βωμός έχει μερικά σημάδια σαν αυτά» και έδειξε στην Μέλανι το βιβλίο. Δεν έχασαν χρόνο ξεκίνησαν να ψάχνουν για τα σημάδια. Κοιτούσαν προσεχτικά όλες τις πλευρές του βωμού. Ένας ήχος τους πάγωσε και τους δυο στις θέσεις τους. Σήκωσε ο Σένγκους πρώτος το κεφάλι του και κάρφωσε το βλέμμα του στην Μέλανι. Εκείνη είδε το χάφλινγκ&lt;br /&gt;«Δεν ήμουν εγώ» διάβασε στα χείλη της Μέλανι, ο Σένγκους. Βήματα άκουσαν να περπατάνε στο μαρμάρινο δάπεδο, κάποιος ερχόταν προς το μέρος τους. Ο Σένγκους σηκώθηκε γρήγορα και με μια κολοτούμπα κρύφτηκε πίσω απο μια σειρά στασίδια. Απο την άλλη η Μέλανι δεν προλάβαινε να κάνει κάτι τέτοιο, είχε εμπόδιο το βωμό. Τα βήματα πλησίαζαν , έπρεπε να κάνει κάτι. Κοίταξε στο δεξίο διάδρομο όπου ερχόταν κάποιος. Είδε το Σένγκους να της νόημα να κάνει κάτι γρήγορα. Το μυαλό της γέμισε με λέξεις απο ξόρκια, προσπαθούσε να θυμήθει ένα συγκεκριμένο. Το θυμήθηκε, σε λίγο όποιος και να ήταν θα εμφανιζόταν, δεν απείχε και πολύ μακριά. Τράβηξε μια βλεφαρίδα απο το μάτις της, το άλλο χέρι της βυθίστηκε σε ένα μεγάλο πουγκί, έψαχνε κάτι αγωνιωδώς. Ο Σένγκους κοίταζε μια την Μέλανι, μία τον δεξιό διάδρομο. Η Μέλανι έβαλε κάτι στο στόμα της και μάσησε, το έβγαλε αμέσως, με τα δυο χέρια της έπλασε αυτό που μάσαγε με την βλεφαρίδα. Άρχισε να ψιθυρίζει. Ο Σένγκους είδε στον διάδρομο είδε ένα πόδι να εμφανίζεται. Η Μέλανι την ίδια στιγμή ξεθώριαζε. Μια φιγούρα ενός νεαρού άνδρα έκανε την εμφανισή. Η Μέλανι μόλις που εξαφανίστηκε τελείως. Είδε τον νεαρό να πλησιάζει προς το μέρος της. Κράτησε την αναπνοή της. Πέρασε απο μπροστά της χωρίς να καταλάβει τίποτα. Ο Σένγκους κοίταζε απο την σκοτεινή κρυψώνα του. Ο νεαρός μπήκε στην κουζίνα. Κανένας απο τους δυο δεν κουνήθηκε. Η Μέλανι έπαιρνε μισές αναπνοές. Ο νεαρός βγήκε έκλεισε την πόρτα της κουζίνας και ξαναπέρασε δίπλα απο την Μέλανι χωρίς να καταλάβει τίποτα για άλλη μια φορά. Χάθηκε στο διάδρομο. Στιγμές πιο μετά άκουσαν και την πόρτα του να κλείνει. Η Μέλανι ανάσαινε κανονικά. Ο Σένγκους βγήκε απο την κρυψώνα του και πήγε στο βωμό.&lt;br /&gt;«Μέλανι???» ρώτησε και ένιωσε ηλίθιος που δεν ήξερε που ήταν η Μέλανι.&lt;br /&gt;Άκουσε μια φωνή αριστερά του. Η Μέλανι έπαιρνε πάλι την ορατή μορφή της.&lt;br /&gt;«Πήρα μια τρομάρα ότι δεν θα κατάφερνες να κρυφτείς.» είπε ο Σένγκους. «Ας ρίξουμε άλλη μια ματιά στο βωμό και να φύγουμε χωρίς να έχουμε καμιά άλλη δυσάρεστη επίσκεψη»&lt;br /&gt;Ρίχτηκαν και οι δυο να ψάχνουν τον βωμό. Η Μέλανι μάλλον πρόσεξε ένα ίδιο σημάδι σαν αυτό του βιβλίου. Φώναξε κοντά της τον Σένγκους. Του έδειξε το σημάδι για να το συγκρίνει με το βιβλίο. Άνοιξε το βιβλίο, το έφερε κοντά στο σημάδι του βωμού. Προς μεγάλη τους χαρά το σημάδι ήταν ακριβώς το ίδιο με αυτό του βιβλίου. Σίγουρα ο τάφος του ηγεμόνα ήταν εκεί και τους περίμενε. Το χάφλινγκ χωρίς να το πολυκουβεντιάσει μάζεψε το βιβλίο και πρότεινε στην Μέλανι να φύγουν χωρίς καθυστερήσεις. Η Μέλανι έκανε ένα νεύμα ότι συμφωνεί. Σηκώθηκε και μαζί με τον Σένγκους πήγαν στην πόρτα της κουζίνα που την έκλεισε ο νεαρός ιερέας. Ο Σένγκους την άνοιξε πιο προσεχτικά απο πριν. Μπήκαν μέσα, η Μέλανι έκλεισε την πόρτα ήσυχα. Πλησίασαν στην πόρτα που έβγαζε έξω στα πλαϊνά του ναού. Η Μέλανι σκέφτηκε πόσο καλά έκανε που έκλεισε πριν την πόρτα. Δεν χρονοτρίβησαν, βγήκαν στο σοκάκι. Η Μέλανι πήγε στην άκρη του στενού να φυλάξει τσίλιες όσο το χάφλινγκ ξανακλείδωνε την πόρτα. Που και που έβλεπε πίσω αν τελείωσε το χάφλινγκ. Δεν άργησε να έρθει δίπλα της. Χωρίς να μιλήσουν πέρασαν γρήγορα το δρόμο και χάθηκαν μέσα στα στενάκια τους Frost stone. Περπατούσαν με προσοχή, μην τυχό και πέσουν σε καμιά περίπολο. Με χίλιες προφυλάξεις έφτασαν στο «Μεθυσμένο Γουρούνι». Το σκηνικό δεν είχε αλλάξει και πολύ. Ο Μπρέγκαρ κοιμόταν στο τραπέζι, ενώ ο πανδοχέας κοιμόταν πάνω στο πάγκο του. Ανέβηκαν τα σκαλοπάτια για τα δωματία τους.&lt;br /&gt;«Θα τα πούμε το πρωί με τους άλλους» μίλησε πρώτα η Μέλανι. Ο Σένγκους σήκεωσε τον αντιχειρά του προς τα πάνω και έκλεισε γροθιά τα υπόλοιπα δάχτυλα, έκανε το σήμα ότι συμφωνούσε. Έκλεισαν τις πόρτες τους. Η Μέλανι κοιμήθηκε αμέσως. Ο Σένγκους δεν ξάπλωσε αμέσως. Κάθισε στο κρεβάτι του και άνοιξε το βιβλίο. Γύρισε μερικές σελίδες και διάβασε. «Χμμμ, θα δυσκολευτούμε λίγο μου φαίνεται αν είναι αλήθεια αυτά που λέει....» μονολόγησε το χάφλινγκ. Ακούμπησε το βιβλίο στο πάτωμα. Ξάπλωσε να κοιμηθεί λίγο και εκείνος.&lt;br /&gt;Την επόμενη μέρα, ξύπνησε πρώτος ο Μπρέγκαρ με ένα μικρό πονοκέφαλο. Για παυσίπονο ήπιε μια μπύρα, ένιωσε κάπως καλύτερα. Παρέα στο πρωινό του έκανε η Μέλανι που ξύπνησε πιο νωρίς απο τους άλλους. Σιγά σιγά κατέβηκαν και οι άλλοι απο τα δωματιά τους. Καθίσαν όλοι στο ίδιο τραπέζι. Το «Μεθυσμένο Γουρούνι» δεν είχε πελάτες. Όλοι δούλευαν αυτοί την στιγμή. Πάλι καλά για την ομάδα που ετοιμαζόταν να μπει σε ένα τάφο αρχαίου ηγεμόνο. Την συζήτηση γύρω απο το φλέγον θέμα την ξεκίνησε ο Γκαμπλ. Τους ρώτησε πως πήγε η αποστολή και αν κατάφεραν να βρουν κάτι. Το χάφλινγκ κοίταξε προς τον πάγκο του πανδοχέα μήπως τους άκουγε. Δεν τοον είδε εκεί.&lt;br /&gt;«Λοιπόν χθες με την Μέλανι καταφέραμε να βρούμε την είσοδο για τον τάφο του ηγεμόνα!!!!» είπε ενθουσιασμένα ο Σένγκους. Άρχισε να τους εξιστορεί με λεπτομέρειες την χθεσινή εξόρμηση με την Μέλανι στον ναό του Πέλορ. Είπε και για τον νεαρό που παραλίγο να του πιάσει στα πράσα. Για το σημάδι που είναι ακριβώς ίδιο με του βιβλίου. Είπε ότι θα πρέπει είναι αρκετά προσεχτικοί όταν θα μπουν στον ναό, για να μην τους πάρουν χαμπάρι. Μόλις τελείωσε ο Σένγκους. Ο Μπρέγκαρ τον ρώτησε «Και πως ανοίγει αυτή η είσοδος. Γιατί αν είναι να σύρουμε τον βωμό απο ΄τοι φαίνετε τότε όχι μόνο το ναό θα σηκώσουμε στο πόδι αλλά θα έχουμε για παρέα όλους τους φρουρούς της πόλης να μας βοηθήσουν...»&lt;br /&gt;«Έχει δίκιο σε αυτό ο Μπρέγκαρ. Πως ανοίγει η είσοδος??? Τι λέει το βιβλίο???» ρώτησε ο Γκαμπλ.&lt;br /&gt;«Δεν λέει κάτι το βιβλίο πως ανοίγει η είσοδος.»&lt;br /&gt;«Τότε θα πρέπει να σκεφτούμε κάτι για το ενδεχόμενο που θα κάνουμε φασαρία...» ανέφερε ο Γκαμπλ στους υπόλοιπους. Κανείς δεν μίλαγε για λίγο. Έφτασαν τόσο κοντά και δεν ξέρουν τι να κάνουν.&lt;br /&gt;«Νομίζω ότι έχω μια λύση, απλά θέλω να καθίσω λίγη ώρα μόνη μου., ενώ εσείς θα εξόπλιζεστε με τα απαραίτητα για την εξερεύνηση στον τάφο.» πρότεινε η Μέλανι. Όλοι συμφώνησαν μαζί της. Θα έπαιρναν τα απαραίτητα για την αποστολή. Η Μέλανι σηκώθηκε και ανέβηκε στο δωματιό της, που κλείστηκε μέσα για να μελετήσει τα ξόρκια που θα την βοηθούσαν για το βράδυ αλλα και για την λύση με το πρόβλημα που μόλις προέκυψε. Αμέσως μετά σηκώθηκε ο Γκαμπλ και μαζί με τον Μιχαελ και τον Έντι ξεκίνησαν να κάνουν τα ψώνια για την αποστολή. Ο Μπρέγκαρ ανέβηκε και εκείνος στο δωματιό που μοιραζόταν με τον Γκαμπλ για να κοιμηθεί λίγο κανονικά σε στρώμα. Ο Σένγκους έμεινε εκεί και μελέτησε για άλλη μια φορά το βιβλίο για να βρει πως ανοίγει η κρύπτη για τον τάφο.&lt;br /&gt;Το απόγευμα πήρε την θέση του μεσημεριανού. Ο Γκαμπλ με τους άλλους δυο γύρισαν πίσω φορτωμένοι με σχοινιά, λάμπες, δαυλούς και μερικούς λοστούς. Βρήκαν τον Σένγκους να κάθεται στην ίδια θέση που τον είχαν αφήσει. Η Μέλανι είχε καταλήξει σε μια λίστα με ξόρκια που θα την βοηθούσαν στην αποστολή. Τώρα έφταχνε το πουγκί με τα μαγικά συστατικά των ξορκιών. Ο Μπρέγκαρ κοιμόταν του καλού καιρού. Προς το βράδυ ο Γκαμπλ ανέβηκε στο δωμάτιο του. Μόλις μπήκε άκουσε το γνώριμο ενοχλητικό ροχαλήτο του νάνου. Τον σκούντηξε. Τίποτα. Τον ξανασκούντηξε. Άλλαξε πλευρό και ροχάλισε πιο δυνατά. Στην τρίτη προσπάθεια κατάφερε να τον ξυπνήσει. Ρώταγε τον Γκαμπλ τι έγινε??? Τι ήθελε???. Του εξήγησε ότι έπρεπε να σηκωθεί γιατί θα φεύγανε σε λίγο. Ο νάνος φόρεσε την δερμάτινη πανοπλία του, ο Γκαμπλ πήρε το μεγάλο ξίφος του. Μόλις ετοιμάστηκαν βγήκαν απο το δωμάτιο. Είδαν φευγαλέα την πλάτη της Μέλανις που κατέβαινε κάτω. Στο ισόγειο ο Σένγκους μαζί με τον Μιχαελ και τον Έντι τους περίμεναν στο ίδιο τραπέζι με το πρωί. Το «Μεθυσμένο Γουρούνι» μάζευε κόσμο, αυτό έκανε τον Σένγκους νευρικό. Η Μέλανι κάθησε δίπλα στον Σένγκους. Δευτερόλεπτα μετά κατέβηκαν και ο νάνος με τον Γκαμπλ. Ο νάνος ζήτησε ένα μεγάλο μπυροπότηρο. Μόλις ήρθε και η μπύρα και απομακρύνθηκε ο παραγιός του πανδοχέα, μίλησε ο Σένγκους.&lt;br /&gt;«Λοιπόν, είμαστε έτοιμοι, απο ότι βλέπω να μπούμε στον τάφο του ηγεμόνα.» γύρισε στο βλέμμα του στην Μέλανι λεγοντάς της «Τελικά βρήκες κάποια λύση στο προβλημά μας???»&lt;br /&gt;«Νομίζω ότι ναι έχω μια λύση...»&lt;br /&gt;«Μπορείς να μας την πεις???» ρώτησε ο Γκαμπλ.&lt;br /&gt;Η Μέλανι ξεκίνησε να λέει το σχεδίο της. Ανέφερε ότι είναι αρκετά επικίνδυνο να μπούμε όλοι έτσι μέσα στο ναό. Θα έπρεπε πρώτα το χάφλινγκ να ξεκλειδώσει την πόρτα στα πλαϊνά του ναού. Μετά πρότεινε να τους κάνει ένα ξόρκι που θα τους εξαφάνιζε και θα περνούσαν απαρατήρητοι. Όλοι την κοίταξαν λίγο περίεργα αλλά δεν είπαν κάτι. Συνέχισε να λέει το σχεδιό της. Μέσα στον ναό θα έκανε ένα ξόρκι που ‘σιωπής’ που δεν άκουγε κανείς αν κάνανε θόρυβο, απλά έπρεπε να τελειώσουν πριν σβήσει το ξόρκι. Μόλις τελείωσε και τις τελευταίες λεπτομέρειες, ένας ένας συμφώνησαν ότι το σχεδιό της ήταν αρκετά καλό μιας και δεν υπήρχε κατί καλύτερο αλλά ούτε και εναλλακτικό σχέδιο. Για να μην τους προσέξουν οι άλλοι ότι φεύγουν μέσα στην νύχτα. Ξεκίνησαν να φεύγουν ανα 2 δυο. Δώσανε ραντεβού στο στενό απέναντι απο τον ναό. Πρώτοι έφτασαν ο Γκαμπλ και ο Μπρέγκαρ. Ακολούθησε ο Σένγκους, μετά ο Μίχαλ με το Έντι και στο τέλος η Μέλανι που δικαιολογήθηκε ότι ξέχασε να πάρει κάτι απο το δωματιό της. Ο ναός απο έξω δεν είχε κάποιο φως. Περίμεναν να φτάσουν μεσάνυχτα. Δεν άργησαν να έρθουν. Τώρα περίμεναν να περάσει η περίπολος ώστε να έχουν χρόνο να περάσουν απέναντι. Η περίπολος έκανε την εμφανισή της γρήγορα. Πέρασε απο το στενό. Που να ήξεραν ότι εκεί κρύβοταν 6 άτομα που ετοιμάζονταν να μπούν στον ναό του Πέλορ. Ο Σένγκους μιας και μικρότερος σε μέγεθος και ύψος κοίταξε στο δρόμο να δει που έφτασε η περίπολος, Δεν την έβλεπε πουθενά. Ήρθε η ώρα να μπουν στον ναό. Έκανε νόημα στους άλλους ότι το τοπίο είναι καθαρό. 6 σκιές πέρασαν γρήγορα τον δρόμο και έτρεξαν στα πλαϊνά του ναού. Ο Μίχαελ κράτησε εκείνος τσίλιες. Ο Σένγκους έβγαλε πάλι τα εργαλεία του για να ανοίξει την πόρτα για δεύτερη φορά. Οι άλλοι έμειναν κολλητά στον τείχο και δεν μιλούσαν αλλά ούτε έκαναν κάποια κίνηση. Σε όλους η αδρεναλίνη τους χτύπησε κόκκινο. Ο Σένγκους παραβίασε την πόρτα. Ο δρόμος άνοιξε για τον ναό&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7908685554067650987-8843270631827472035?l=bardstory.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://bardstory.blogspot.com/feeds/8843270631827472035/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7908685554067650987&amp;postID=8843270631827472035' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/8843270631827472035'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/8843270631827472035'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://bardstory.blogspot.com/2009/04/4.html' title='Η Κρύπτη της Μούμιας (Μέρος 4ο)'/><author><name>Bellamin Fletcher</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01776134366244848429</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987.post-2920373393339873980</id><published>2009-03-27T23:56:00.000+02:00</published><updated>2009-03-28T03:29:58.309+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χρονικά του Νάργουικ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Φαντασίας'/><title type='text'>Η Κρύπτη της Μούμιας (Μέρος 3ο)</title><content type='html'>Οι ήρωες αποκοιμήθηκαν με σκέψεις να στριφογυρνούν στο μυαλό τους. Ο κόκκορας δεν άργησε να φωνάξει λίγο πριν αρχίσει να ξεπροβάλει ο ήλιος για να διασχίσει τον ουρανό του Νάργουικ. Ο Γκαμπλ, σκούντηξε τον Μπρέγκαρ αρκετές φορές μέχρι να ξυπνήσει. Ο νάνος σηκώθηκε θολωμένος ακόμα απο τον ύπνο, άνοιξε τα μάτια του αργά, τεντώθηκε και τα κοκκαλά στις αρθρώσεις τους έκαναν κλακ-κλακ για να ισιώσουν. Με το χέρι άρπαξε ένα μπυροπότηρο που είχε αφήσει στο πάτωμα και ήπιε τις τελευταίες σταγόνες μπύρας που απόμειναν. Ο Γκαμπλ ντυνόταν και έδενε την πανοπλία του πάνω του, πέρασε το μεγάλο σπαθί μέσα στην θήκη και το έδωσε στο ζωνάρι του. Απο την άλλη η Μέλανι, ξύπνησε λίγο πιο νωρίς απο τους φίλους τους ώστε να προετοιμάσει τα ξόρκια για το ταξίδι τους. Μουρμουρητά και ψίθυροι έβγαιναν απο το δωματιό της.&lt;br /&gt;Συναντήθηκαν στο ισόγειο της ταβέρνας-πανδοχείο. Ο πανδοχέας κοιμόταν πάνω σε μια καρέκλα με το σώμα του να γέρνει προς τα πίσω και απο το στόμα να κυλάνε σάλια στο μαγουλό του. Ο Γκαμπλ δεν ήθελε να τον ξυπνήσει, άφησε ένα μικρό πουγκί με νομίσματα μαζί με ένα σημείωμα ότι φεύγουν και αφήνουν την πληρωμή του δωματίου.&lt;br /&gt;Βγήκαν στον δρόμο, κανείς δεν κυκλοφορούσε εκείνη την ώρα. Ο ουρανός έστεκε κατάμαυρος. Η Μέλανι άκουσε βήματα απο κάπου μπροστά. Έκανε νόημα στους άλλους να κάνουν ησυχία και να κρυφτούν στις σκιές. Λίγο πιο μετά πέρασε απο δίπλα τους μια περίπολος που δεν πήρε χαμπάρι ότι στις σκιές κρύβονταν η Μέλανι, ο Γκαμπλ και ο νάνος. Πάλι καλά γιατί δεν ήθελαν μπλεξίματα με την περίπολο. Μόλις χάθηκε εντελώς απο τα μάτια τους  η φρουρά, βγήκαν απο τις κρυψώνες τους. Περπατούσαν γρήγορα για να βγούν απο την πόλη να συναντήσουν τον Σένγκους. Ο ουρανός έπαιρνε σιγά σιγά τα χαρακτιριστικά της μέρας. Μέχρι να βγουν απο την πόλη, ο ουρανός απο μωβ, έγινε γαλάζιος και μετά πήρε όλες τις αποχρώσεις του κίτρινου καθώς δειλά δειλά έκανε την εμφανισή του ο ήλιος. Όπως προχωρούσαν οι δρόμοι έπαιρναν ζωή και ήχο. Έμποροι άνοιγαν τα μαγαζιά τους, βαστάζοι κουβαλούσαν εμπορεύματα και άλλοι έσερναν μικρά κάρα με κάθε λογής πράγματα.&lt;br /&gt;Βγήκαν απο την πόλη και περίμεναν τον Σένγκους να κάνει την εμφανισή του. Δεν τον έβλεπαν πουθενά. Ο ήλιος ξεπρόβαλε ολόκληρος. Τότε εμφανίστηκε ο Σένγκους πάνω σε ένα υποζύγιο, ένα περίεργο υποζύγιο, ένα μεγαλόσωμο σκύλο. Ο Γκαμπλ τον κοίταξε περίεργα και μόρφασε με το θέαμα.&lt;br /&gt;«Καλημέρα. Δεν νομίζω να άργησα πολύ???» ρώτησε ο Σένγκους&lt;br /&gt;«Όχι και πολύ...»απάντησε η Μέλανι&lt;br /&gt;«Ωραία τότε ακολουθήστε με». Τον ακολούθησαν δίχως να παραπονεθούν. Μπροστά πήγαινε ο Σένγκους με το σκύλο ιππασίας. Ο Γκαμπλ ήταν ο πρώτος που άκουσε χλιμιντρίσματα απο άλογα. Και όντως δεν είχε κάνει λάθος. Μέσα σε κάτι δέντρα τους περίμεναν άλογα για το ταξίδι. Εκτός απο τα άλογα παρόντες ήταν και δύο άνθρωποι καβάλα σε άλογα. Αρματωμένοι με δερμάτινη πανοπλία, σπαθιά περασμένα στην σέλα των αλόγων τους, ο ένας είχε και ένα τόξο περασμένο διαγώνια στο κορμί του.&lt;br /&gt;«Αυτά είναι τα μεταφορικά μέσα μας για την Frost Stone.» είπε ο Σένγκους και γύρισε προς τον νάνο «Δυστηχώς δεν κατάφερα να σου βρω κάποιο πόνυ για σένα νάνε, θα πρέπει να βολευτείς με ένα κανονικό»&lt;br /&gt;Ο νάνος δεν απάντησε αλλά μονολογούσε χαμηλόφωνα όπως πήγαινε στο αλόγο του «Δεν βρήκε πόνυ λέει!!!! Μιλάει και αυτός που καβαλάει ένα σκύλο...»&lt;br /&gt;Χωρίς πολλά οι ομάδα ανέβηκε στα άλογα εκτός απο το χάφλινγκ που καβάλαγε το σκύλο. Η Frost Stone απέχει με τα άλογα γύρω στις 6-7 μέρες. Χώρις να κάνουν πολλές στάσεις κάλπαζαν γρήγορα. Μπροστά πήγαιναν οι δυο άνθρωποι μαζί με τον Γκαμπλ, η Μέλανι ακολουθούσε απο πίσω. Ο νάνος παρόλο που δυσκολευόταν να ιππεύσει τον αλογό του προσπαθούσε να είναι κόντα στην Μέλανι, ενώ ο Σένγκους ερχόταν τελευταίος διότι ο σκύλος δεν ήταν τόσο γρήγορος όσο τα άλογα. Άφηναν πίσω τους πεδιάδες και χωράφια, περνούσαν σαν σίφουνας μέσα απο μικρά χωρία. Οι μοναδικές που ξεκούραζαν τα άλογα είναι το βράδυ που κατασκήνωναν. Εκεί έμαθαν και τα ονόματα των δυο ανθρώπων, ήταν ο Μίχαελ και ο Έντι. Το ταξίδι τους το συνέχιζαν μόλις χάραζε ο ήλιος στον ουρανό. Οι μέρες κύλησαν έτσι, οι κουβέντες που αντάλλασαν ήταν λιγοστές. Μόνο η Μέλανι μιλούσε τα βράδυα με τον Σένγκους για την αποστολή και όταν έπεφταν οι άλλοι για ύπνο εκείνη μελετούσε το βιβλίο του Σένγκους, έτσι και αλλιώς τα έλφ δεν συνίθιζαν να κοιμούνται παραπάνω απο 3.5-4 ώρες το πολύ για να ξεκουραστούν.&lt;br /&gt;Μέσα σε έξι μέρες κάλυψαν μια απόσταση μιλίων που υπο κανονικές συνθήκες θα χρειάζονταν 7-8 μέρες. Μόλις διέκριναν την πόλη απο μακριά σταμάτησαν.&lt;br /&gt;Μίλησε ο Σένγκους «Καλύτερα να μην μπούμε όλοι μαζί μέσα στην πόλη για να μην κινήσουμε τις υποψίες των πολιτών αλλά κυρίως της φρουράς»&lt;br /&gt;«Έχεις δίκιο Σένγκους καλύτερα να μπούμε χωριστά και να βρεθούμε σε ένα σημείο όλοι μαζί. Νομίζω ότι η Μέλανι με τα μαγικά της μπορεί να σε ενημέρωσει που θα συναντηθούμε.» πρότεινε ο Γκαμπλ.&lt;br /&gt;«Ναι μου ακούγεται καλή ιδέα, αλλά θα μπορέσει να με βρει η Μέλανι????» ρώτησε το χάφλινγκ&lt;br /&gt;«Πιστευσέ με  ότι μπορεί να σε βρει όπου και να είσαι...» του απάντησε ο Γκαμπλ&lt;br /&gt;«Μόνο που θα χρειαστώ μια-δυο τρίχες απο τα μαλλιά σου.» ανέφερε η Μέλανι. Ο Σένγκους έβγαλε ένα μικρό μαχαίρι και έκοψε μια τούφα απο τα μαλλιά του. Την έδωσε στην Μέλανι και έφυγε μαζί με τον Μίχαελ και τον Έντι. Έμειναν πλέον μόνο ο Γκαμπλ, ο Μπρέγκαρ και ελφ. Άφησαν να απομακρυνθούν ο Σένγκους και οι άλλοι δυο και ξεκίνησαν και εκείνοι για την πόλη. Τα άλογα προχωρούσαν αργά προς την πύλη της πόλης. Όσο πλησίαζαν είδαν την πόλη οχυρωμένη με ψηλά τείχοι να την περικυκλώνουν. Ο Μπρέγκαρ θυμήθηκε την πόλη όταν την επισκέφτηκε πριν κάμποσα χρόνια με ένα έμπορο απο τις υπόγειες πόλεις των νάνων. Πρόσεξε πως δεν είχε αλλάξει καθόλου. Οι αναμνήσεις άρχισαν να χοροπηδούν μπροστά του, θυμήθηκε το πρώτο του μεθύσι αλλά και τον πρώτο αγώνα μπρα-ντε-φερ με ένα άσχημο μισό-όρκ. Πέρασαν την αψιδωτή πύλη και μπήκαν μέσα στην πόλη. Δεν διέφερε και πολύ απο τις υπόλοιπες, η μόν διαφορά είναι ότι η φρουρές περιπολούσαν πάνω σε άλογα αντί να περπατάνε. Έτσι και αλλιώς το Frost stone φημιζότανε για τα αλογά του. Γύρισαν λίγο μέσα στην πόλη καβάλα στα άλογα. Έψαχναν ένα μέρος που θα μπορούσαν να αφήσουν και τα αλογά τους. Μετά από πολύ ψάξιμο βρήκαν ένα πανδοχείο που είχε και ένα μικρό στάβλο. Το πανδοχείο λεγόταν το «Μεθυσμένο Γουρούνι» Μόλις εγκαταστάθηκαν η Μέλανι άφησε λίγο μόνους τον Γκαμπλ και τον Μπρέγκαρ και πήγε στο δωματιό της.&lt;br /&gt;Μπήκε στο δωματιό της και κλείδωσε την πόρτα για να μην την ενοχλήσει κανένας. Έβγαλε απο το πουγκί της την τούφα του Σένγκους. Την χώρισε σε δυο τούφες. Την μια την  έβαλε πάλι μέσα στο πουγκί.Την άλλη την πήρε στα χέρια της. Την κράτησε σφιχτά στα δυο χέρια της, τα έφερε στο ύψος του κεφαλιού τους και για την ακρίβεια στα χείλη της. Άρχισε να μιλάει στην αρχαία γλώσσα της μαγείας, η τούφα τυλίχτηκε σε μια γαλάζια αύρα. Μίλησε κανονικά «Είμαστε στο Μεθυσμένο γουρούνι σε περιμένουμε εκεί» μόλις τελέιωσε την προτασή της άφησε την τούφα, έπεσε προα τα κάτω καθώς τυλιγόταν σε φλόγες, μέχρι που άφησε ένα βουναλάκι με στάχτες στο πάτωμα που το πήρε ο αέρας που έμπαινε απο το ανοιχτό παράθυρο.&lt;br /&gt;Μόλις τελείωσε το ξόρκι της η Μέλανι το κεφάλι του Σένγκους τον πόνεσε λίγο, ένιωσε κάποιες λέξεις να εισχωρούν στο μυαλό του. Αναγνώρισε την φωνή που έλεγε τις λέξεις. Κράτησε λίγο το κεφάλι του με τα χέρια, του προκάλεσε μια μικρή ζαλάδα το ξόρκι της Μέλανι. Ο Έντι και Μίχαελ τον κοίταξαν περίεργα. Ο Σένγκους μόλις ξεζαλίστηκε είπε μόνο «Μεθυσμένο Γουρούνι». Ξεκίνησαν να βρούν το μαγαζί, δεν δυσκολεύτηκαν και πολύ να τον βρουν. Μπήκαν μέσα δεν υπήρχε πολύς κόσμος. Είδαν τον Μπρέγκαρ και τους άλλους 2 να κάθονται σε ένα γωνιακό τραπέζι. Τους πλησίασαν και κάθισαν μαζί τους.&lt;br /&gt;«Ωραία καταφέραμε και μπήκαμε στην πόλη χωρίς να κινήσουμε την οποιαδήποτε υποψία. Τώρα μένει να βρούμε που είναι η είσοδος της ανεστραμμένης πυραμίδας» άκουσαν οι υπόλοιποι να λέει ο Σένγκους.&lt;br /&gt;«Νομίζω ότι δεν θα δυσκολευτούμε και πολύ να βρούμε την είσοδο αν ακολουθήσουμε τις οδηγιές του βιβλίου...» απάντησε  η Μέλανι&lt;br /&gt;«Μια χαρά μου ακούγεται» είπε ο Γκαμπλ&lt;br /&gt;«Ναι δεν διαφωνώ, αλλά πρέπει να είμαστε σίγουροι που είναι η είσοδος γιατί μπορεί να μην εχουμε δεύτερη ευκαιρία. Για αυτό προτείνω να πάω μαζί με την Μέλανι να σταμπάρουμε ότι η είσοδος είναι εκεί που λέει το βιβλίο.»&lt;br /&gt;«Έχεις δίκιο Σένγκουε, καλύτερα να είμαστε σίγουροι, να μην πάμε στα τυφλά.» συμφώνησε η Μέλανι με τον Σένγκους&lt;br /&gt;«Ωραία τότε το βράδυ θα πάμε να βρούμε την είσοδο της πυραμίδας.Σύμφωνοι Μέλανι???»&lt;br /&gt;«Σύμφωνοι Σένγκους»&lt;br /&gt;«Ωραία θα περάσω το βράδυ απο εδώ.» είπε ο Σένγκους και έκανε νόημα στον Μίχαελ και στον Έντι ότι φεύγουν. Σηκώθηκαν και έφυγαν απο το πανδοχείο. Η Μέλανι άφησε για άλλη μια φορά τον Μπρέγκαρ και τον Γκάμπλ για ναπάει στο δωματιό της στον πάνω όροφο. Απο την άλλη ο Μπρέγκαρ ήθλε να θυμηθεί τις παλιές καλές στιγμές στην πόλη. Όταν το μαγαζί μάζευψε αρκετό κόσμο πρότεινε σε μια παρέα να παίξουν ένα παιχνίδι  όπου πίνουν ένα καθορισμένο αριθμό ποτού, όποιος καταφέρει να τα πίει πιο γρήγορα κερνάει τον επόμενο γύρο και ούτω καθεξής. Στο ποτό που αγωνίστηκε ο Μπρέγκαρ δεν ήταν άλλο παρά η μπύρα. Ήταν ανίκητος, δεν μπορούσε να τον νικήσει κάνεις. Ο Γκαμπλ παρακολουθούσε τον φίλο του να μεθάει επικίνδυνα, αλλά δεν ήθελε να του πει κάτι για αυτό τον άφησε. Όλο το απόγευμα πέρασε έτσι. Η Μέλανι στι δωματιό της, ο Μπρέγκαρ να πίνει τα κερατά του και ο Γκαμπλ να κάθεται σιωπηλός στο τραπέζι του.&lt;br /&gt;Το πανδοχείο άρχισε να αδειάζει. Η Μέλανι το πρόσεξε αυτό, δεν άκουγε πλέον φασαρία απο κάτω. Κατάλαβε ότι έπρεπε να ετοιμαστεί για την νυχτερινή εξόρμηση. Κατέβηκε αθόρυβα σαν γάτα τα ξύλινα σκαλοπάτια. Είδε τον πανδοχέα να μαζεύει τα άδεια μπυροπότηρα απο τα τραπέζια. Σε ένα τραπέζει πρόσεξε τον Μπρέγκαρ να έχει ακουμπήσει το κεφάλι του στο τραπέζ, τα χέρια να κρέμονται μετέωρα και να ροχαλίζει δυνατά και ασταμάτητα. Ο Γκαμπλ δεν βρισκόταν εκεί, μάλλον πήγε στο δωματιό του να ξεκουραστεί. Η Μέλανι φόρεσε την κουκούλα απο την κάπα της. Βγήκε έξω, έκανε λίγη ψύχρα, οι Μαυρισμένες κορυφές κατέβαζαν παγωμένο αέρα. Περπάτησε μόνη της, θα έβρισκε τον Σένγκους στην πλατεία του χωριού. Έφτασε σύντομα στην πλατεία της πόλης που ήταν και αγορά ταυτόχρονα την ημέρα. Διάφοροι περαστικοί περνούσαν απο την πλατεία και χάνονταν στα γύρω στενάκια, είδε και την έφιππη φρουρά να περνάει απο την πλατεία. Κοίταζε γύρω της για κάποιο σημάδι του Σένγκους. Το μάτι έπεσε σε μια φιγούρα που κρυβόταν σε ένα κοντινό στενάκι να της κάνει νόημα. Μια κοντή φιγούρα της έκανε νόημα. Κατάλαβε ότι είναι το χάφλινγκ. Πλησιασε με γοργό βήμα.&lt;br /&gt;«Πάμε απο εδώ Μέλανι!!!» άκουσε τον Σένγκους να ψιθυρίζει. Δεν είπε κάτι, απλά τον ακολούθησε. Πέρναγαν ανάμεσα απο μικρά στενά, που και που σταματούσε και αφουγκραζόταν για λίγο και μετά προχωρούσε πάλι. Η Μέλανι κατάλαβε ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που επισκεπτόταν ο Σένγκους την Frost stone. Μετά απο αρκετά περπάτημα σταμάτησαν.&lt;br /&gt;«Φτάσαμε!!!!» Είχαν σταματήσει σε ένα σκοτείνο στενάκι και απέναντι ακριβώς υπήρχε ένα μεγαλοπρεπές κτίριο. Στην αρχή δεν κατάλαβε τι κτίριο είναι αυτό η μέλανι. Στην αρχή πρόσεξε την είσοδο του κτιριού, μια υπερμεγεθής διπλή πόρτα. Το κτίριο αντί για σκεπή είχε ένα μικρό γυάλινο θόλο. Τότε η Μέλανι κατάλαβε τι κτίριο είναι αυτό που έβλεπε μπροστά της. Διέκρινε ένα σύμβολο σχηματισμένο απο τα χρωματιστά γυαλιά του θόλου. Ένα σύμβολο που έμοιαζε με ένα πρόσωπο τυλιγμένο με μικρές γλώσσες φωτιάς σαν μαλλιά και γένια να καλύπτουν την περίμετρο του στρογγυλού προσώπου. Κατάλαβε ότι ήταν ένας ναός του θεού Πέλορ, του θεού του φωτός. Δεν πίστευε στα μάτια της ότι η είσοδος της πυραμίδας κρυβόταν στον ναό του Πέλορ.&lt;br /&gt;«Είσαι σίγουρος ότι εκεί βρίσκεται η είσοδος για την πυραμίδα???» ρώτησε  η Μέλανι&lt;br /&gt;«Κατα 99% είναι εκεί μέσα και πρέπει να μπούμε να το διαπιστώσουμε....»&lt;br /&gt;«Εννοείς να μπούμε στα κρυφά????»&lt;br /&gt;«Ναι, πάμε???» απάντησε ο Σένγκους&lt;br /&gt;«Τι να σου πω πάμε» είπε η Μέλανι και ακολούθησε το χάφλινγκ που βγήκε απο την κρυψώνα τους και κοίταξε προσεχτικά τον δρόμο δεξία και αριστερά μήπως ερχόταν η φρουρά ή κάποιος άλλος ξεκάρφωτος. Δεν πέρναγε ψυχή. Έτρεχε γρήγορα στον ναό και κρύφτηκε σε μια απο τις 4 κολόνες που στηρίζουν την αψίφα της πρόσοψης. Μόλις έφτασε ξανακοίταξε στον δρόμο, κανείς. Έκανε νόημα στην Μέλανι να περάσει απέναντι. Η Μέλανι έτρεξε γρήγορα, η κουκούλα έπεσε απο την φόρα που πήρε, με τα κατακόκκινα μαλλιά έπαιξε ο αέρας. Στάθηκε δίπλα στον Σένγκους και ψιθύρισε «και τώρα τι κάνουμε???»&lt;br /&gt;«Θα πάμε στο πλάι που έχει μια πόρτα που φέρνουν οι έμποροι τα αγαθά τους. Αλλά μέχρι να την ανοίξω θέλω να φυλάς τσίλιες μην έρθει κανείς»&lt;br /&gt;«Οκ θα περιμένω εδώ. Αν γίνει κάτι θα σε ειδοποιήσω...»είπε η Μέλανι&lt;br /&gt;Ο Σένγκους δεν μίλησε. Έφυγε απο την κολώνα και κινήθηκε στο σκοτάδι προς την πλαϊνη πόρτα του ναού. Ο Σένγκους έφτασε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε στην πόρτα. Στάθηκε μπροστά της και παρατήρησε την κλειδαριά. Έβγαλε ένα μικρό δερμάτινο κύλινδρο, άνοιξε τα κουμπώματα και άνοιξε τον κύλινδρο διάπλατα μπροστά του. Περιείχε διάφορα εργαλεία για να μπορέσει να ανοίξει πόρτες αλλά και εργαλεία για να απενεργοποιήσει μη τυχόν υπήρχαν κάποιες παγίδες στις πόρτες και όχι μόνο. Έπεσε με τα μούτρα στην πόρτα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ξεκλείδωσε την πόρτα. Μάζεψε τα εργαλεία του και τα έβαλε στην εσωτερική τσέπη του πανωφοριού του. Πήγε πάλι στην Μέλανι. «Μπορούμε να μπούμε!!!»Η Μέλανι ακολούθησε το χάφλινγκ. Άνοιξε την πόρτα και μπήκαν μέσα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7908685554067650987-2920373393339873980?l=bardstory.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://bardstory.blogspot.com/feeds/2920373393339873980/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7908685554067650987&amp;postID=2920373393339873980' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/2920373393339873980'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/2920373393339873980'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://bardstory.blogspot.com/2009/03/3.html' title='Η Κρύπτη της Μούμιας (Μέρος 3ο)'/><author><name>Bellamin Fletcher</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01776134366244848429</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987.post-1372308279538788424</id><published>2009-03-20T23:41:00.000+02:00</published><updated>2009-03-21T03:47:34.954+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χρονικά του Νάργουικ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Φαντασίας'/><title type='text'>Η Κρύπτη της Μούμιας (Μέρος 2ο)</title><content type='html'>1 εβδομάδα πριν...&lt;br /&gt;Ο Γκαμπλ μαζί με την Μέλανι και τον Μπρέγκαρ κατάφεραν και έφτασαν στο Νάργουικ μετά απο την περιπετειά τους με τον Μάλφα. Είχαν αποφασίσει να μείνουν στο Νάργουικ για λίγες μέρες μήπως βρουν κάποια αποστολή να βγάλουν χρήματα. Έμεναν στο «Γελαστό Αγριογούρουνο», ένα πανδοχείο ταβέρνα, τα οικονομικά τους δεν τους άφηναν και πολλά περιθώρια για κάτι καλύτερο. Το «Γελαστό Αγριογούρουνο» μάζευε κάθε λογής απόβρασμα. Ένα τέτοιο γνώρισε και ο Μπρέγκαρ, τον Σένγκους ένα χάφλινγκ. Έπαιζαν συνήθως μαζί ζάρια και πολλές φορές μάλιστα χρειαζόταν να τους χωρίζουν. Ο Μπρέγκαρ πίστευε ότι ο Σένγκους τον έκλεβε μπροστά στα μάτια του. Δεν είχε άδικο, ο Σένγκους δεν θυμιζόταν για την τιμιοτητά του. Πολλές φορές πέρναγε τις νύχτες σσε φυλακές. Σε μια απο αυτές τις επισκέψης κράτησε ενθύμιο την ουλή που διακοσμεί την αριστερά πλευρά του προσώπου του, μια ουλή που ξεκινά απο το μέτωπο και φτάνει μέχρι χαμηλά στο μαγουλό του. Με άλλα λόγια ένας μικροαπατεώνας που προσπαθούσε να βγάλει λεφτά με κάθε ευκαιρία. Με αυτόν τσακωνόταν ο Μπρέγκαρ, του χρωστούσε πολλά λεφτά απο τα ζάρια και δεν είχε να του δώσει.&lt;br /&gt;«Πρέπει να μου δώσεις τα λεφτά που μου χρωστάς!!!»&lt;br /&gt;«Δεν σου χρωστάω τίποτα, με έκλεψες μπροστά στα μάτια μου!!!! Τα ζάρια ήταν πειραγμένα!!!!» φώναζε ο Μπρέγκαρ, όλο το μαγαζί τους κοίταζε. Ένα νάνο να παλεύει με ένα μελαχροινό χάφλινγκ.&lt;br /&gt;Την ώρα του τσακωμού μπήκαν στο «Γελαστό Αγριογούρουνο» ο Γκαμπλ και η Μέλανι. Κοιτούσαν τον νάνο να φωνάζει με τον Σένγκους. Ο Σένγκους πρόσεξε με την άκρη του ματιού του τον Γκαμπλ και την Μέλανι.&lt;br /&gt;«Αν δεν μου τα δώσεις εσύ, θα τα ζητήσω απο τους φίλους σου!!!» γύρισε το κεφάλι του ο Σενγκους προς το μέρος τους.&lt;br /&gt;«Δεν θα ζητήσεις τίποτα!!! Με ακούς??? Αυτό είναι μεταξύ μας δεν χρειάζεται να τους ανακατέψεις»&lt;br /&gt;«Τότε πέφτε το παραδάκι να τελειώνουμε...»&lt;br /&gt;Ο Γκαμπλ και Μέλανι ήξεραν ότι ο Μπρέγκαρ είχε χάσει λεφτά στα ζάρια, αλλά δεν ήξεραν απο ποιόν. Πρώτη φορά έβλεπαν τον Σένγκους. Ο Γκαμπλ ήθελε να ξεσπάσει σε γέλια. Πρώτη φορά έβλεπε να τσακώνονται ένας νάνος και ένα χάφλινγκ. Πλησίασαν στο τραπέζι που καθόταν ο Μπρέγκαρ και ο Σένγκους.&lt;br /&gt;«Μπρέγκαρ??? Νόμιζα ότι είχες σταματήσει να παίζεις ζάρια...» είπε η Μέλανι και κάθισε στο τραπέζι. Ο Γκαμπλ κάθισε και εκείνος, πρόσεξε ότι το χαφλινγκ στεκόταν όρθιο στην καρέκλα.&lt;br /&gt;«Όχι δεν σταμάτησε και αντίθετα έχει χάσει πολλά λεφτά, που μου τα χρωστάει!!!» απάντησε ο Σενγκους αντι του Μπρέγκαρ.&lt;br /&gt;« Χρωστάς πολλάς Μπρέγκαρ???» ρώτησε η Μέλανι&lt;br /&gt;«Πολλά δεν λες τίποτα. Τουλάχιστον 1000 χρυσά νομίσματα!!!» απάντησε για άλλη μια φορά ο Σενγκους. Ένα μικρό σφύριγμα έφυγε απο τον Γκαμπλ με το άκουσμα του ποσού. Η Μέλανι παρέμεινε ατάραχη ή έτσι έδειχνε το προσωπό της.&lt;br /&gt;«Δεν σου χρωστάω τίποτα, άθλιο χάφλινγκ!!!! Έκλεψες στα ζάρια!!!!» μια έκρηξη θυμού έβγαλε ο Μπρέγκαρ που σηκώθηκε απότομα απο την καρέκλα και παραλίγο να αναποδογυρίσει το τραπέζι με τον όγκο του. Ο ταβερνιάρης τους φώναξε να ηρεμήσουν αλλιώς θα φώναζε την φρουρά.&lt;br /&gt;«Ηρέμησε Μπρέγκαρ. Νομίζω ότι με τον φίλο σου απο εδώ μπορούμε να βρούμε μια λογική λύση για του αποπληρώσεις το ποσό που του χρωστάς» μίλησε ο Γκαμπλ που μόλις τελείωσε την προτασή του γύρισε στον Σένγκους να δει την αντιδρασή του.&lt;br /&gt;«Απο ότι βλέπω οι φίλοι σου είναι πιο λογικοί απο εσένα!!!» ο Μπρέγκαρ ήταν έτοιμος να εκραγεί αλλά κρατήθηκε. «Απο ότι κατάλαβα ο φίλο σας δεν έχει το ποσό που μου χρωστά. Αλλά ούτε και εσείς δεν έχετε να πληρώσετε το χρέος του. Αλλιώς δεν θα μένατε σε αυτή την τρύπα.» Κοίταξε γύρω του με περιφροσύνη καθώς μίλαγε. «Για αυτό έχω να σας κάνω μια εναλλακτική πρόταση..»&lt;br /&gt;«Τι πρόταση έχεις κατα νου???» ρώτησε ο Γκαμπλ&lt;br /&gt;«Να με βοηθήσετε σε μια δουλειά που έχω αναλάβει και χρειάζομαι συνεργάτες» απάντησε ο Σένγκους χαμηλόφωνα με ύφος συνομωτικό. «Μια δουλειά που θα ξεπληρώσει το χρέος του ο φίλο σας αλλά θα βγάλετε και λεφτά απο πάνω»&lt;br /&gt;«Ενδιαφέρον ακούγεται» είπε ο Γκαμπλ&lt;br /&gt;«ΕΓΩ ΔΕΝ ΔΟΥΛΕΥΩ ΓΙΑ ΕΝΑ ΧΑΦΛΙΝΓΚ!!!!» φώναξε ο Μπρέγκαρ που ακούστηκε σε όλο το μαγαζί&lt;br /&gt;«Νομίζω ότι δεν σε παίρνει και αλλιώς να κάνεις, δεν εχουμε λεφτά παρα μόνο να πληρώσουμε την διαμονή μας σε αυτό το πανδοχείο για λίγες μέρες ακόμα.» είπε με καθαρή και ατάραχη φωνή η Μέλανι.&lt;br /&gt;«Εγω είπα κάτι τώρα κάντε ότι θέλετε εσείς!!» ο Μπρέγκαρ σηκώθηκε απο το τραπέζι και βγήκε απο το πανδοχείο-ταβέρνα.&lt;br /&gt;«Ο φίλο σας είναι ξεροκέφαλος!!!»&lt;br /&gt;«Άσε τον Μπρέγκαρ θα του περάσει. Πες μας εσύ τώρα για την δουλειά που έλεγες» ο Γκαμπλ ήθελε να μάθει πληροφορίες για το περι τίνος πρόκειται.&lt;br /&gt;«Δεν είναι ο κατάλληλος χώρος εδω να σας πω. Προτείνω να τα πούμε το βράδυ κάπου αλλού και συγκεκριμένα στην ταβέρνα ‘Χρυσό ρόδι’» πρότεινε ο Σένγκους&lt;br /&gt;«Οκ σύμφωνει, θα τα πούμε το βράδυ» συμφώνησε ο Γκαμπλ. Ο Σενγκους τους χαιρέτισε, πήδησε απο την καρέκλα και έφυγε απο το «Γελαστό Αγριογούρουνο». Ο Γκαμπλ είδε μια πόρτα να ανοίγει και να κλείνει.&lt;br /&gt;Η Μέλανι μίλησε πρώτη «Πρέπει να πείσουμε τον Μπρέγκαρ να έρθει» Ο Γκαμπλ δεν απάντησε κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.&lt;br /&gt;Μετά απο αρκετή ώρα εμφανίστηκε ο Μπρέγκαρ πιο ήρεμος απο ότι είχε φύγει. Κάθισε στο τραπέζι μαζί με την Μέλανι και τι Γκαμπλ.&lt;br /&gt;«Θέλω να ζητήσω συγγνώμη για την συμπεριφορά μου για πριν...» απολογήθηκε ο νάνος «...σας έμπλεξα χωρίς να το θέλετε»&lt;br /&gt;«Δεν πειράζει Μπρέγκ, για αυτό είναι οι φίλοι, να ξελασπώνουν» ακούμπησε το χέρι του ο Γκαμπλ στον ώμο του νάνου. Ο Μπρέγκαρ ήταν έτοιμος να κλάψει αλλά κρατήθηκε, ίσα ίσα πήγε να βουρκώσει.&lt;br /&gt;«Το βράδυ ετοιμάσου έχουμε έξοδο!!! Θα δούμε τον φίλο σου!!!» άλλαξε την κουβέντα η Μέλανι βλέποντας τον νάνο να πάει να ξεσπάσει σε δάκρυα&lt;br /&gt;«Οκ ότι θέλετε εσείς» απάντησε ο Μπρέγκαρ&lt;br /&gt;Περίμεναν να βραδιάσει για να ξεκινήσουν να πάνε στον «Χρυσό Ρόδι». Βγήκαν στο σκοτάδι. Οι δρόμοι άδειοι. Το φεγγάρι τους φώτιζε το δρόμο. Μετά απο αρκετό περπάτημα έφτασαν στο «Χρυσό Ρόδι». Απο έξω δεν ταίριαζε και πολύ με το όνομα που είχε. Μπήκαν μέσα, πρώτος ο Γκαμπλ και απο πίσω οι άλλοι. Το σκοτάδι πιο πυκνό απο έξω. Ο μόνος φωτισμός που υπήρχε είναι μικρά κεριά πάνω στα τραπέζια και μερικές λάμπες στο μπαρ. Ότι πρέπει αμα θέλεις να κλείσεις δουλειές χωρίς να σε βλέπουν. Προχώρησαν αργά στην αρχή για να μπορέσουν να συνηθίσουν τα μάτια τους στο σκοτάδι αλλά και να ψάξουν τον Σένγκους. Δεν τον έβλεπαν πουθενά. Μάλλον δεν ήρθε ακόμη, κάθισαν σε τραπέζι δίπλα απο τον τείχο. Ένας νεαρός σερβιτόρος ήρθε να του παραγγείλουν. Η Μέλανι πρόσεξε ότι η ποδιά του είχε βρωμιές και λιγδιές. Ο νεαρός έφυγε για να φέρει τα ποτά τους. Ο Σένγκους πουθενά. Ο σερβιτόρος ήρθε με ένα δίσκο υποβασταζόμενο στο δεξί χέρι του. Κάθε φορά που έπιανε τα ποτήρια ο αντίχειρας έμπαινε λίγο μέσα στο ποτό. Η Μέλανι το πρόσεξε, όπως και το κατάμαυρο νύχι του νεαρού. Δεν ακούμπησε το ποτήρι της σε αντίθεση με τους άλλους που κατέβασαν μεγάλες γουλιές. Ο Γκαμπλ άκουσε μια φωνή. Ξαφνιάστηκε στην αρχή, μέχρι που εμφανίστηκε ο Σένγκους μπροστά τους μέσα απο τα σκοτάδια που τον κάλυπταν. Κάθισε στο τραπέζι και εκείνος. Ο νεαρός έκανε πάλι την εμφανισή του για να παραγγείλει ο Σένγκους. Μόλις έφυγε μίλησε ο Σένγκους σχεδόν ψιθυριστά «Να μιλάμε όσο γίνεται καλύτερα πιο χαμηλόφωνα, ακόμα και οι τοίχοι έχουν αυτιά»&lt;br /&gt;«Νομίζω ότι μπορώ να βοηθήσω σε αυτό» είπε η Μέλανι&lt;br /&gt;«Πως???» ρώτησε γεμάτο απορία ο Σένγκους&lt;br /&gt;Η Μέλανι δεν απάντησε στο χάφλινγκ, αντίθετα έκλεισε τα μάτια της και με τα δάχτυλα των δυο χεριών της σχημάτισε ένα στόμα, λέξεις απο το στόμα της άρχισαν να βγαίνουν ψιθυριστές και βαθειές. Απομάκρυνε τα χέρια της, ένα στόμα σαν σύννεφο εμφανίστηκε και διαλύθηκε αμέσως.&lt;br /&gt;«Τώρα μπορούμε να μιλήσουμε ελεύθερα»&lt;br /&gt;«Είσαι μάγισσα??? Παρα πολύ καλό αυτό!!!» ρώτησε ο Σένγκους τη Μέλανι. Δνε απάντησε η Μέλανι. Ήρθε ο σερβιτόρος και άφησε το ποτήρι. Σάστισε για λίγο, τους έβλεπε να μιλούν αλλά δεν τους άκουγε. Έφυγε απορημένος απο το τραπέζι της τετράδας.&lt;br /&gt;«Λοιπόν ας μιλήσουμε για την δουλειά» ο Γκαμπλ έδειχνε ανυπόμονος να ακούσει την πρόταση του χάφλινγκ&lt;br /&gt;«Έχεις δίκιο. Λοιπόν ας τα πάρω απο την αρχή. Πριν λίγο καιρό είχα πρόσβαση σε μια βιβλιοθήκη με σπάνια έγγραφα και βιβλία. Έψαχνα να βρω ένα βιβλίο για ένα εργοδότη μου που το είχε χάσει. Ανάμεσα στο βιβλίο του εργοδότη μου βρήκα και ένα άλλο που μου τράβηξε την προσοχή. Όπως το ξεφύλλιζα το βρήκα αρκετά ενδιαφέρον. Αποφάσισα ότι δεν θα πείραζε κάποιον απο την βιβλιοθήκη να δανειστώ για λίγο καιρό το βιβλίο για να το μελετήσω.» Ο Μπρέγκαρ τον διέκοψε «Εννοείς ότι το έκλεψες!!!»&lt;br /&gt;«Δεν θα το έλεγα, προτιμώ την λέξη το δανείστηκα. Λοιπόν παρέδωσα το βιβλιό που ήθελε ο εργοδότης μου, άρχισαν να διαβάζω το δικό μου βιβλίο. Με λίγα λόγια για να μην σας κουράσω έλεγε για μια πανάρχαια ιστορία. Μια ιστορία που διαδραματίστηκε πριν απο αιώνες σε αυτήν την περιοχή. Αναφέρετε σε έναν ηγεμόνα που κατείχε όλα τα εδάφη του Νάργουικ και όχι μόνο. Εκείνος για να μείνει το ονομά του στην ιστορία διάταξε στους αρχιτεκτονές του να φτιάξουν ένα μεγαλοπρεπές τάφο. Ένα τάφο που θα συναγωνιζόταν τους προκατοχούς του. Ο τάφος άρχισε να χτίζεται και μετά απο 2 χρόνια ετοιμάστηκε. Απο ότι διάβασα στο βιβλίο ο ηγεμόνας στην κατοχή είχε ένα πανίσχυρο αντικείμενο. Τι ήταν κανείς δεν ξέρει γιατί μετά απο 2 μήνες αφού χτίστηκε ο τάφος του πέθανε μυστηριωδώς. Λέγεται ότι στον τάφο του μαζί έχει το πανίσχυρο αντικείμενο.»σταμάτησε για λίγο ο Σένγκους.&lt;br /&gt;«Και που το ξέρεις ότι δεν το έχει πάρει κάποιος αυτό το αντικείμενο???» ρώτησε ο Γκαμπλ&lt;br /&gt;«Στο βιβλίο που διάβασα δεν λέει ξεκάθαρα που είναι ο τάφος του ηγεμόνα, αλλά αφήνει υπόνοιες για ένα μέρος εφόσον αποκρυπτογραφήσεις κάποιες σελίδες. Αυτό με κάνει να πίστεύω ότι το αντικείμενο είναι εκεί μαζί με τους θησαυρούς του ηγεμόνα» απάντησε ο Σένγκους&lt;br /&gt;«Τότε αλλάζει το πράγμα με τα λεγομενά σου» είπε ο Γκαμπλ&lt;br /&gt;«Και που ακριβώς βρίσκεται συτό το μέρος???» ρώτησε ο Μπρέγκαρ&lt;br /&gt;«Απο ότι κατάλαβα βρίσκεται σε ένα χωριό στο βόρειο Νάργουικ σε ένα χωριό που λέγεται Frost Stone. Όταν θα πάμε εκεί θα μπορέσουμε να βρούμε που βρίσκεται ο τάφος σύμφωνα με το βιβλίο»&lt;br /&gt;«θα μπορούσα να δω το βιβλίο???» ήταν η σειρά της Μέλανι να ρωτήσει&lt;br /&gt;«Θα μπορούσες εφόσον μου πείτε αν θα έρθετε μαζί μου...» απάντησε ο Σένγκους.&lt;br /&gt;«Νομίζω ότι δεν υπάρχει κάποιος που δεν θα έρθει....» ο Μπρέγκαρ και ο Γκαμπλ έδειχναν να συμφωνούν με την Μέλανι«Ωραία τότε, αύριο τα ξημερώματα φεύγουμε για το Frost Stone!!!»&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7908685554067650987-1372308279538788424?l=bardstory.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://bardstory.blogspot.com/feeds/1372308279538788424/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7908685554067650987&amp;postID=1372308279538788424' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/1372308279538788424'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/1372308279538788424'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://bardstory.blogspot.com/2009/03/2.html' title='Η Κρύπτη της Μούμιας (Μέρος 2ο)'/><author><name>Bellamin Fletcher</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01776134366244848429</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987.post-8337637904194889187</id><published>2009-03-13T23:38:00.000+02:00</published><updated>2009-03-14T02:40:49.613+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χρονικά του Νάργουικ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Φαντασίας'/><title type='text'>Η Κρύπτη της Μούμιας (Μέρος 1ο)</title><content type='html'>Ο Γκαμπλ συλλογιζότανε για πολλοστή φορά τι ακόμα θα τους συνέβαινε μέσα σε αυτή την περίεργη πυραμίδα. Είχαν κολλησεί σε ένα δωμάτιο που δεν ήξεραν πως να ξεφύγουν απο εκεί. Η μόνη πόρτα που θα μπορούσε να τους οδηγήσει έξω, βρισκόταν ερμητικά κλειστή. Κάποιος μοχλός την ενεργοποίησε όταν μπήκαν στο δωμάτιο. Ο Γκάμπλ κοίταξε για άλλη μια φορά το δωμάτιο κάτω απο το λιγοστό φως των δαυλών που προκαλούσαν μεγάλες σκιές στο πανύψηλο δωμάτιο.&lt;br /&gt;Στο δωμάτιο υπήρχαν τεράστια κομμάτια πέτρας που είχαν ξεκολλησεί απο το ταβάνι. Σε μια τέτοια καθόταν ο Γκάμπλ. Οι υπόλοιποι βρίσκοταν μπροστά απο μια περίεργη σαρκοφάγο, η μόνη που ήταν σε άψογη κατάσταση. Σε αντίθεση με τις άλλες σαρκοφάγους που τις είχαν βεβηλώσει και κλέψει ότι πολύτιμα είχαν μέσα απο τους νεκρούς εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Το δωμάτιο με πρώτη ματιά έδειχνε ότι είναι η νεκρική αίθουσα. Η διατηρημένη σαρκοφάγος έστεκε όρθια απέναντι απο την κλειστή πόρτα, ενώ οι υπόλοιπες ήταν κολλημένες στο πάτωμα σχηματίζοντας δυο σειρές στους πλαινούς τοίχους. Μια σειρά απο 3 σαρκοφάγους στον δεξιό τείχο και μια ακόμη σειρά απο 4 σαρκοφάγους στον αριστερό τοίχο και μουχλιασμένα κομμάτια απο λινό ύφασμα μαζί με σκουριασμένα όπλα και πανοπλίες υπήρχαν στο πάτωμα. Το βλέμμα του έπεσε σε μια μούμια που υπήρχε σε μια σαρκοφάγο. Την έβλεπε με προσοχή, τυλιγμένη σφιχτά με τις λινές λωρίδες ύφασμα και με σταυρωμένα τα χέρια της στο στήθος. Το θέαμα τον έκανε νευρικό, δεν βρισκόταν κανείς κάθε μέρα σε ένα δωμάτιο γεμάτο με μούμιες.&lt;br /&gt;Τόση ώρα που έψαχνε το δωμάτιο με τα μάτια του, δεν είχε ακούσει τους άλλους που φώναζαν. Οι φωνές ακούγοταν απο την πλευρά της σφραγισμένης σαρκοφάγου. Ο Μπρέγκαρ φώναζε δυνατά στον Σένγκους. Ο Γκαμπλ γέλασε με την εικόνα που αντίκρισε. Ένας νάνος να φωνάζει σε ένα χάφλινγκ. Σαν να εβλεπε παιδιά να τσακώνονται πιος θα φάει το τελευταία κομμάτι γλυκού. Απο το στόμα του Μπρέγκαρ έφευγαν σάλια που έπεφταν στα γένια του και μερικά στο πρόσωπο του Σένγκους που τον κοίταζε χωρίς να μιλάει. Είδε και την Μέλανι γονατισμένη στο δεξί της γόνατο και να έχει αφοσιωθεί στην μελέτη και την κατανόηση των περίεργων σχημάτων και αναπαραστάσεων που υπήρχαν πάνω στο καπάκι της σαρκοφάγου. Μα περισσότερο της είχε τραβήξει το ενδιαφέρον ότι στο κεφάλι έδειχνε ότι έλειπε κάτι. Κάτι που έπρεπε να μπει στο κεφάλι του σκαλισμένου σώματος που υπήρχε στο καπάκι της σαρκοφάγου.&lt;br /&gt;Ο Γκαμπλ πλησίασε πιο κοντά. Άκουσε τον Μπρέγκαρ να φωνάζει στο χάφλινγκ.&lt;br /&gt;«Δεν θα ανοίξεις τίποτα το κατάλαβες, άπληστο πράγμα. Αρκετούς μπελάδες είχαμε με τις αποφάσεις σου...»&lt;br /&gt;«Τι μπελάδες??? Εσείς φταίτε που δεν με ακούγατε. Εσύ ήσουν εκείνος που ενεργοποίησε την παγίδα με τα βέλη, αν δεν κάνω λάθος....» απάντησε ο Σένγκους που προσπαθούσε να συγκρατήσει τα νεύρα του, κάτι που δεν έκανε ο νάνος.&lt;br /&gt;«Τίίίίίίί?????? Εσύ είπες ότι ο διάδρομος είναι εντάξει και ότι μπορούμε να προχωρήσουμε!!!!» ο Μπρέγκαρ βρισκόταν εκτός ορίων, ήταν έτοιμος να εξοργιστεί με αυτά που άκουγε.&lt;br /&gt;«Εγώ είπα μόνο ότι φαίνετε καθαρός ο διάδρομος. Που να περίμενα ότι το μπυροκοιλή που κουβαλάς θα ενεργοποιούσε τον μοχλό βάρους!!!! Είσαι πιο χοντρός και απο γουρούνι και σκούζεις χειρότερα απο γουρούνα»&lt;br /&gt;«ΤΙ ΕΙΠΕΣ???? Αυτό ήταν ετοιμάσουν να κάνεις παρέα με τις μούμιες!!!!! Πες μου μόνο σε ποια κάσα να σε βάλω!!!!» ο Μπρέγκαρ έφτανε εκτός ορίων, το βάρβαρο ένστικτο ετοιμαζόταν να ξεχειλισεί. Ένιωθε το αίμα του να βράζει. Άκουσε τον Σένγκους να γελάει&lt;br /&gt;«Χαχαχα, βάλε με όπου θέλεις, αν μπορέσεις!!!! Όσο για το που θα με βάλεις δεν με νοιάζει!!!! Εγώ χωράω παντού σε σχέση με σένα χοντρομπαλά...» και λύθηκε πάλι σε γέλια ο Σένγκους.&lt;br /&gt;«Αυτό ήταν, ξεπέρασες κάθε προηγούμενο» σήκωσε το τσεκούρι του ο Μπρέγκαρ και το κατέβασε στο μέρος του Σένγκους. Μια σπιθα άστραψε απο την επαφή του τσεκουριού με την πέτρα. Ο Σένγκους με μια ανάποδη τούμπα απέφυγε με ευκολία την επίθεση.&lt;br /&gt;«Μόνο αυτό μπορείς να κάνεις???» ρώτησε ο Σένγκους ειρωνικά.&lt;br /&gt;«Δεν αντέχεσαι!!!» όρμηξε προς το μέρος του χάφλινγκ. Για άλλη μια φορά χτύπησε αέρα. Ο Σένγκους με ένα πλάγιο βήμα στα δεξιά τον απέφυγε.&lt;br /&gt;«Τι μυρίζει έτσι???» κοίταξε τον Μπρέγκαρ και ρουθούνιζε την μύτη του σαν να προσπαθούσε να μυρίσει κάτι.&lt;br /&gt;«Νάνε??? Εσύ μυρίζεις έτσι???? Ίδρωσες κιόλλας???»&lt;br /&gt;Ο νάνος δεν μίλησε, σήκωσε το τσεκούρι του με τα δυο χέρια του και ετοιμάστηκε να βγάλει την κραυγή οργής. Μια άλλη φωνή και ένα σπαθί τον σταμάτησαν. Ο Γκάμπλ μπλόκαρε το τσεκούρι του.&lt;br /&gt;«Τι είναι αυτά που κάνετε??? Αντί να βρείτε μια λύση να βγούμε απο εδω που έχουμε κολλήσει εσείς κάθεστε και παλεύεται σαν παιδάκια που τους πήραν το παιχνίδι.»&lt;br /&gt;Ο Μπρέγκαρ κατέβασε το τσεκούρι του και απο την ντροπή του δεν μπορούσε να πει κάτι. Σιωπή, κανείς δεν έλεγε τίποτα. Άκουσαν ένα ψιθυριτό. Προερχόταν απο την Μέλανι. Γύρισαν προς το μέρος της. Την είδαν να βγάζει την τσάντα που την είχε περασμένη διαγώνια στο σώμα της. Έψαχνε κάτι. Πλησίασαν κοντά της. Μονολογούσε.&lt;br /&gt;«Πως και δεν το σκέφτηκα ποιο νωρίς???» ρωτούσε τον εαυτό της. Όλοι κάρφωσαν τα βλεμματά τους στα χέρια της Μέλανι και στο σακίδιο. Περίμεναν με αγωνία να δουν τι θα έβγαζε μέσα απο εκεί.&lt;br /&gt;«Επιτέλους!!! Το βρήκα!!!» φώναξε, τρομάζοντας τυς υπόλοιπους. Έβγαλε απο την τσάντα της ένα προσωπείο που είχε ανάγλυφο ένα πρόσωπο που έμοιαζε με γυναίκα, με δυο μάτια, που παρόλο που ήταν σκαλισμένα, ήταν τόσο έντονα που νόμιζε κανείς ότι σε κάρφωνε με το βλέμμα της. Το προσωπείο πλαισιωνόταν με ένα χρυσό στέμμα.«Για να δούμε αν έχω δίκιο...» είπε για άλλη μια φορά στον εαυτό της, αδιαφορώντας για τους άλλους. Άρχισε να πλησιάζει προς την σαρκοφάγο. Συγκεκριμένα προς το κεφάλι. Βρισκόταν λίγα εκατοστά μακριά. Στο μυαλό της Μέλανι άρχισαν να στριφογυρίζουν εικόνες απο την αρχή της αποστολής τους μέχρι τώρα. Τίποτα δεν έδειχνε τότε ότι θα είχαν τόση τραγική εξέλιξη τα πράγματα...&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7908685554067650987-8337637904194889187?l=bardstory.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://bardstory.blogspot.com/feeds/8337637904194889187/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7908685554067650987&amp;postID=8337637904194889187' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/8337637904194889187'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/8337637904194889187'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://bardstory.blogspot.com/2009/03/1.html' title='Η Κρύπτη της Μούμιας (Μέρος 1ο)'/><author><name>Bellamin Fletcher</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01776134366244848429</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987.post-6963243046109556041</id><published>2009-03-06T23:46:00.001+02:00</published><updated>2009-03-06T23:47:27.573+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Σύγχρονες'/><title type='text'>Περπατώντας παρέα με την νύχτα</title><content type='html'>Έλειπε απο την χώρα σχεδόν 5 μήνες. Τον είχε κρατήσει μακριά ένα ρεπορτάζ για την άγρια φύση στην Αφρική. Επιτέλους τώρα βρισκόταν στο σπίτι του, που τόσο είχε νοσταλγήσει.Αυτό όμως που επιθυμούσε περισσότερο ήταν οι φίλοι του που είχε καιρό να τους δει. Προς μεγάλη του χαρά είδε ότι και αυτοί δεν τον είχαν ξεχάσει. Μόλις πάτησε το πόδι του στην πατρίδα δέχτηκε τηλεφώνημα απο τον καλύτερο παιδικό του φίλο. Κανόνισαν να βρεθούν απο κοντά μέσα στην εβδομάδα.&lt;br /&gt;  Όμως η συνάντησε δεν έγινε ποτέ, αρρώστησε ξαφνικά απο την αλλαγή του κλίματος. Τόσο καιρό είχε συνηθίσει τον καυτό ήλιο της Αφρικής ενώ όταν επέστρεψε στην πατρίδα ο καιρός είχε χειμωνιάσει για τα καλά. Έτσι κάπου την άρπαξε και έμεινε στο κρεβάτι για μια εβδομάδα με υψηλό πυρετό και ασταμάτητο συνάχι. Όταν άρχισε να νιώθει καλύτερα πήρε τον παιδικό του φίλο και κανόνισαν να συναντηθούν την επόμενη μέρα στις 20.30 στον σταθμό του υπογείου στην Β.&lt;br /&gt;  Η ίωση που είχε βέβαια δεν είχε περάσει εντελώς αλλά δεν μπορούσε να μείνει για πολύ ακόμα στο κρεβάτι, ήθελε να περπατήσει στην πόλη, να δει κόσμο. Η συνάντηση με τον φίλο του ήταν η ευκαιριά που έψαχνε για να βγει.&lt;br /&gt;  Την επόμενη μέρα ένιωσε καλύτερα. Άρχισε να ετοιμάζεται απο νωρίς το απόγευμα για την συνάντηση με τον φίλο του. Το ρολόι έδειχνε 18.50 και ήταν κιόλλας έτοιμος και το ραντεβού στις 20.30. Όμως δεν μπορούσε να μείνει τόση ώρα μέσα στο σπίτι. Αποφάσισε να βγει να περπατήσει για να περάσει η ώρα. Πήρε ένα αντιπυρετικό, ο πυρετός δεν είχε υποχωρήσει ακόμα. Έκλεισε τα φώτα στο υπνοδωμάτιο, τσέκαρε βρύσες και κουζίνα αν ήταν ανοιχτά. Όλα φαίνοταν στην θέση τους. Πήρε το χοντρό καφέ παλτό του απο τον καλόγερο και το φόρεσε. Άρπαξε με το δεξί χέρι του τα κλειδιά. Πήγε προς την πόρτα, εκεί έκανε μια στάση. Σταμάτησε μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη που είναι στο χωλ. Χάζεψε λίγο τον εαυτό του, πρόσεξε πόσο είχε αλλάξει. Είδε τα ρούχα που φορούσε, του έμοιαζαν ξένα πάνω του. Θυμήθηκε τον εαυτό του να τριγυρνάει στην Αφρική με ένα σορτσάκι με κάποια κοντομάνικη μπλούζα και την τσάντα μονίμως στην πλάτη. Τώρα φορούσε ένα μακρύ πράσινο κοτλέ παντελόνι. Απο πάνω το παλτό άφηνε να φανεί μόνο ο λευκός γιακάς του πουκάμισου και το καφέ πουλόβερ. Άφησε τα ρούχα του και εστίασε στο προσωπό του. Φαινόταν ταλαιπωρημένος και μαζί με τα γένια που κάλυπταν μάγουλα και λαιμό έβγαζε ένα σκοτεινό και άγριο ύφος. Έφερε το αριστερό του χέρι στα μαλλιά, τα έφτιαξε λίγο, ίσιωσε τα ατίθασα ανακατεμένα μαλλιά του που έστεκαν όρθια με τον ζελέ που έβαλε πιο πριν. Το χέρι κατέβηκε πιο χαμηλά στην μύτη του. Είχε ξεραθεί απο την ίωση και είχε ένα κόκκινο χρώμα σε σχέση με την μαυρισμένη του επιδερμίδα, ενθύμιο απο τον ήλιο της Αφρικής. Το ρολόι-εκκρεμές χτύπησε 19.00 ακριβώς. Δεν κατάλαβε ότι στεκόταν τόση ώρα στον καθρέφτη. Πήρε το κασκόλ του και το πέρασε στο λαιμό του. Η πόρτα έκλεισε πίσω του.&lt;br /&gt;  Κατέβηκε με τα πόδια , ήθελε να δει πόσο είχε επηρρεαστεί η φυσική αντοχή του. Έφτασε γρήγορα στην είσοδο της πολυκατοικίας, οι μυες του μόλις χαλάρωσαν λίγο απο την πίεση, τον πόνεσαν. Απο ότι φαίνεται η ακινησία δεν του έκανε και πολύ καλό. Βγήκε στο δρόμο. Ο αέρας χτύπησε παγωμένος το προσωπό του. Ένιωσε το δέρμα στο πρόσωπο να τσιτώνει και την μύτη να πονά και να αρχίζει να τρέχει σαν χαλασμένη βρύση. Τα μάτια του κατέβασαν δάκρυα και οι τρίχες στην ραχοκοκκαλιά του ανατρίχιασαν. Ο καιρός είχε χαλάει τις τελευταίες μέρες, στις ειδήσεις είπαν ότι μπορεί να χιόνιζε και στο κέντρο της πόλης αυτές τις μέρες.&lt;br /&gt;  Ανακατεύτηκε με τον κόσμο, όλοι ντυμένοι με χοντρά και ζεστά ρούχα για να αντιμετωπίσουν το κρύο. Μια εικόνα ενός μικρού παιδιού ζωγράφισε ένα χαμόγελο στα χείλη του, το είχαν ντύσει τόσο πολύ που το μόνο που διέκρινε ήταν τα μάτια και τη μύτη του ενώ τα χέρια κρέμονταν ανίκανα να κινηθούν παρα μόνο πάνω και μπρος. Το κινητό του χτύπησε όσο χάζευε το παιδάκι. Ο φίλος του τον πήρε να του θυμήσει για το ραντεβού τους. Έκλεισε το τηλέφωνο και είδε την ώρα, είχε πάει 20.00. Έπρεπε να πάρει ταξί αν ήθελε να είναι στην ώρα του. Φάνηκε αρκετά τυχερός, με την δεύτερη κατάφερε και βρήκε ελεύθερο ταξί!!!!! Χωρίς πολλά-πολλά μπήκε στην πίσω πλευρά και είπε στον οδηγό που ήθελε να πάει. Κάτι είπε ο οδηγός αλλά δεν έδωσε σημασία, προσηλώθηκε έξω απο το παραθυρό του, έβλεπε κατα πόσο άλλαξε η πόλη όσο έλειπε. Η πόλη φόραγε ήδη την νυχτερινή περιβολή της. Σε όλη την διαδρομή έβλεπε τα φώτα απο τις πινακίδες των μαγαζιών, τους προβολείς που φώτιζαν τα μνημεία. Έβλεπε τα πάντα με την κάθε λεπτομερειά του, σε αυτό βοήθησε και το γεγονός ότι η κίνηση έκανε τα αμάξια να πηγαίνουν σε ρυθμό κάρου. Η κατάσταση γινόταν χειρότερη όσο πλησίαζαν στο κέντρο της πόλης στην Ο. Είδε το ρολόι του, μάλλον θα αργούσε στο ραντεβού του. Ο ταξιτζής είδε τον πελάτη του να κοιτά το ρολόι και απολογήθηκε ότι η κίνηση είναι κάτι που δεν μπορεί να προβλέψει κανείς. Δεν του μίλησε και συνέχισε να κοιτά έξω απο το παράθυρο. Πρόσεξε ότι μόλις άφησαν πίσω τους την Ο. ο δρόμος άνοιξε κάπως και κινήθηκαν πιο γρήγορα.&lt;br /&gt;  Έφτασαν στον σταθμό Β. 20.35. Πλήρωσε γρήγορα και βγήκε έξω και άρχισε να ψάχνει γύρω για κάποιο σημάδι του φίλου. Τίποτα. Κάποια στιγμή μια φωνή πίσω του φώναζε το ονομά του. Γύρισε και είδε τον παιδικό του φίλο. Αγκαλιάστηκαν σαν αδέλφια. Πήραν το δρόμο προς το σπίτι του φίλου του. Μέχρι να φτάσουν συζητούσαν τα νέα τους. Έφτασαν χωρίς να το καταλάβει. Ανέβηκαν πάνω, ο φίλος του ξεκλείδωσε την πόρτα και μπήκε μέσα. Ακουλούθησε και εκείνος. Έκλεισε την πόρτα και έμειναν στα σκοτάδια. Άναψαν τα φώτα και άκουσε να φωνάζουν «Έκπληξη». Προς μεγάλη του έκπληξη είδε όλους τους φίλους του και τους κοντινους ανθρώπους να του έχουν στήσει ένα πάρτυ καλωσορίσματος. Οι αγκαλιές και τα φιλιά έδιναν και έπαιρναν για πολύ ώρα. Ανακατεύτηκε μαζι τους. Η μουσική έπαιζε δυνατά. Μια αίσθηση χαλάρωσης και οικειότητας υπήρχε παντού. Άκουγε ιστοριές και νέα απο τους φίλους του, είπε τα δικά του νεά, για το ταξίδι στην Αφρική. Μαζί του είχε και φωτογραφίες απο την Αφρική.&lt;br /&gt;  Το πάρτυ δεν κράτησε και πολύ, ήταν καθημερίνη και δεν μπορούσαν καθήσουν μέχρι αργά γιατί την επόμενη δούλευαν. Στις 12.30 είχαν φύγει οι περισσότεροι, είχαν μείνει μόνο εκείνος ο παιδικός του φίλος και 2 κολλητοί. Γύρω στις 1.00 ήρθε η ώρα να φύγει και εκείνος, ένιωθε και λίγο κουρασμένος λόγω της αρρώστιας που δεν τον άφηνε ήσυχο. Ο φίλος του τον προσκάλεσε να κοιμηθεί στο σπίτι του, εκείνος αρνήθηκε ευγενικά. Χαιρέτισε τους υπόλοιπους που απέμειναν. Φόρεσε το παλτό του και πέρασε το κασκόλ σφιχτά στο λαιμό του. Βγήκε στο δρόμο, το κρύο ήταν τσουχτερό, για άλλη μια φορά η μύτη έτρεχε ανεξέλεχτη. Περπάτησε ως την Π. για να πάρει ταξί να γυρίσει στο σπίτι του. Έφτασε και βγήκε στην άκρη του πεζοδρομιού να σταματησεί κάποιο ταξί. Πρόσεξε ότι οι δρόμοι να είναι σχεδόν άδειοι, αμάξια περνούσαν με ταχύτητα σε ένα δρόμο που πριν λίγες ώρες ασφυκτοιούσε απο την κίνηση. Τα πεζοδρόμια άδεια, που και που έβλεπε λιγοστές σκιές να περπατούν γρήγορα και να εξαφανίζονται. Κάτι τον έκανε να αλλάξει γνώμη, αποφάσισε να περπατήσει. Ήθελε να περπατήσει σε μια διαφορετική πόλη απο ότι είχε συνηθίσει.&lt;br /&gt;   Άκουσε κάποιος να κορνάνει. Είδε μπροστά του σταματημένο ένα ταξί και το δεξί χέρι του στην θέση για ωτο-στοπ. Έκανε ένα νόημα στον ταξιτζή ότι έκανε λάθος. Το ταξί έφυγε σπινιάρωντας στο οδόστρωμα και αφήνοντας την αίσθηση ότι ο οδηγός να είναι εκνυρισμένος. Αδιαφορώντας για τον ταξιτζή ξεκίνησε να περπατά στην Π. στο ρεύμα που έβγαζε στην Ο. για παρέα είχε την θέα της φωτολουσμένης Α. που έστεκε αγέρωχη αιώνες τώρα.&lt;br /&gt;  Πρώτη φορά περπάταγε σε αυτούς τους δρόμους νύχτα. Μια αίσθηση φόβου τον κατέβαλε και την αδρεναλίνη να κάνει την καρδία του να χτυπά γρήγορα. Μερικές φορές κοίταζε πίσω του μήπως έβλεπε κάποια ύποπτη κίνηση ή όταν έβλεπε κάποιον να έρχεται προς το μέρος του, περπάταγε γρήγορα και όσο πιο μακριά του μπορούσε. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει ειδικά όταν περνούσε απο σκοτεινά στενάκια. Όσο περπάταγε καχύποπτα δεν πρόσεξε ότι έπεφταν οι πρώτες νιφάδες χιονιού. Χάρηκε που έβλεπε να χιονίζει. Στο ύψος της σχολής του Π. χιόνιζε για τα καλά. Έσφιξε περισσότερο το κασκόλ στο λαιμό του. Στο επόμενο στενό απο την σχολή του Π. πρόσεξε ότι υπήρχε μια κλούβα της αστυνομίας. Στο μυαλό του ήρθαν τα επεισόδια που είχαν γίνει πριν 2 μήνες πάνω κάτω. Επεισόδια που είχαν συγκλονίσει όλο τον κόσμο. Απο ότι θυμόταν η χώρα να πάλλεται απο οδομαχίες νέων απέναντι σε αστυνομικούς και στην πολιτεία. Απο ότι φαινόταν μάλλον ακόμα φοβούνται για τυχόν επεισόδια. Αυτό το είδε και στα μαγαζιά που υπήρχαν στο δρόμο του, οχυρωμένα σαν μικρά φρούρια. Συνέχισε να περπατά, μπροστά του είδε 2 αστυνομικούς να δείχνουν την εξουσιά που είχε σε 2 αλλοδαπούς. Πέρασε απο δίπλα τους, άκουσε τους αστυνομικούς να ζητάνε τα χαρτιά των αλλοδαπών. Δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία συνέχισε τον δρόμο του. Έφτασε στην Ο. δεν έμεινε πολύ έστριψε στην Π. που έβγαζε στο Σ. Έδω ο κόσμος του φάνηκε πιο διαφορετικός. Πρώτα είδε μια παρέα νέων, μάλλον φοιτητών, να περνά απο δίπλα του γεμάτοι με ζωή. Πιο πάνω συνάντησε κόσμο να βγαίνει απο ένα θέατρο, λογικά απο την τελευταία παράσταση την βραδιάς. Όλοι καλοντυμένοι και τις κυριές να φορούν ακριβές γούνες και χλιδάτα κοσμήματα. Ανάμεσα στον κόσμο είδε κάτι που του χάλαγε την εικόνα, μια αντίθεση. Έμοιαζε σαν παράσιτο που μπήκε σε ένα υγιές σώμα, σαν κατσαρίδα σε ένα καθαρό περιβάλλον. Είδε ένα τύπο ντυμένο ελαφρά, που έδειχνε ότι το κρύο και το χιόνι που έπεφτε δεν τον ένοιαζε, παρακαλούσε τον κόσμο.&lt;br /&gt;  Παρακαλούσε για κάποια ψιλά με το πρόσχημα να φάει ή να πάρει ένα εισητήριο να γυρίσει σπίτι του. Όλοι οι καθωπρέπει τον κοιτούσαν με απάξια και με ένα υπεροπτικό βλέμμα του ανώτερου ανθρώπου. Άφησε πίσω του το θέατρο, έφτασε σε ένα σηματοδότη. Έκατσε και περίμενε να ανάψει για να περάσει απέναντι. Έβλεπε τα αμάξια να περνούν γρήγορα και να ρίχνουν τα φώτα τους πάνω του και να τον τυφλώνουν. Επιτέλους άναψε, πέρασε απέναντι στον δρομό. Πρόσεξε  το χιόνι να καλύπτει δειλά-δειλά τα πεζοδρόμια. Δεν ήθελε πολύ για να φτάσει στο Σ. Πέρασε απο ένα bar-restaurant που έμενε ακόμα ανοιχτό. Είδε κόσμο να κάθεται και να κουβεντιάζει, να γελάει και να φλερτάρει μέσα στην ζεστασιά. Ενώ μερικά μέτρα πιο κάτω συνάντησε την εξαθλοίωση και την ειρωνεία της ζωής. Λίγο πιο κάτω απο το bar-restaurant σε ένα πλαϊνό πεζόδρομο είδε έναν άνθρωπο. Έναν άνθρωπο να κοιμάται σε ένα ξύλινο παγκάκι, φορώντας χιλιοτρυπημένα ρούχα και για σκέπασμα ένα χοντρό χαρτόνι που κάλυπται ότι μπορούσε. Δίπλα στο παγκάκι πρόσεξε και την περιουσία εκείνου του ανθρώπου, ένα καροτσάκι με αντικείμενα απο τους κάδους των σκουπιδιών. Πλησίασε να δει αν ζει. Πάλι καλά ανάπνεε. Σκέφτηκε ότι και οι σκύλοι ζούσαν πιο αξιοπρεπώς απο αυτόν τον βαριόμοιρο άνθρωπο. Το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να βγάλει το παλτό του και να το αφήσει δίπλα στο προσκέφαλο του ανθρώπου. Ένιωσε το κρύο να τον χτυπά, έπιασε τον εαυτό του να τουρτουρίζει και τον πυρετό να κάνει την εμφανισή του. Έφτασε στο Σ. το τέλος της βόλτας του έφτανε στο τέλος. Σταμάτησε ένα ταξί και μπήκε μέσα.   Η τελευταία εικόνα που του έμεινε απο την βόλτα του είναι 2 τσολιάδες να φυλάνε το μνημείο του αγνώστου στρατιωτή ή καλύτερα να φυλάνε ξεχασμένες και ίσως και πεθαμένες σκέψεις για μια καλύτερη χώρα για ένα καλύτερο μέλλον, απο ανθρώπους που ήθελαν κρατήσουν την ελευθερία τους, την χώρα τους θυσιάζοντας την ζωή τους. Που να ήξεραν...&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7908685554067650987-6963243046109556041?l=bardstory.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://bardstory.blogspot.com/feeds/6963243046109556041/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7908685554067650987&amp;postID=6963243046109556041' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/6963243046109556041'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/6963243046109556041'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://bardstory.blogspot.com/2009/03/blog-post.html' title='Περπατώντας παρέα με την νύχτα'/><author><name>Bellamin Fletcher</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01776134366244848429</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987.post-2109528667949690833</id><published>2009-02-27T23:45:00.000+02:00</published><updated>2009-02-28T06:31:30.890+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χρονικά του Νάργουικ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Φαντασίας'/><title type='text'>Το Στοιχειωμένο Δάσος (Μέρος 3ο)</title><content type='html'>Ο Ζόχαν κατέβηκε την σκάλα και βρέθηκε μέσα στα σκοτάδια. Άκουγε τον τζακ δίπλα του να προσπαθεί να κάνει κάτι. Είδε σπίθες και μετά μια ζεστή φλόγα ξεπήδηξε σε ένα δαυλό. Ο χώρος γύρω τους φωτίστηκε, έβλεπαν καθαρά για λίγα μέτρα και μετά πάλι σκοτάδι τους περίμενε απειλητικό. Πρόσεξαν να δουν που είχαν βρεθεί. Είναι σε ένα διάδρομο που χωρά 2 άτομα δίπλα δίπλα, ο διάδρομος στιριζόταν πάνω σε δοκάρια. Τους θύμιζε ορυχείο, που έδειχνε να έχει να χρησιμοποιηθεί για πολύ καιρό. Σκέφτηκαν πόσοι θα είχαν χάσει την ζωή τους εδω μέσα. Βγάλανε και οι δυο τα σπαθιά τους, για να μην βρεθούν προ εκπλήξεως. Λίγο πιο μπροστά περπατούσε ο Τζακ ώστε να φωτίζει το τούνελ. Όπως περπατούσαν ένιωθαν να κατηφορίζουν να μπαίνουν πιο βαθιά στην γη. Που μπορεί να έβγαζε το τούνελ??? Είχαν καλύψει μια μεγάλη απόσταση πηγαίνοντας ευθεία, όταν βρέθηκαν σε ένα σταυροδρόμι. Το τούνελ χωριζόταν στα δυο. Αποφάσισαν χωρίς να χάσουν χρόνο. Ο Τζακ έδειξε απο που θα πάνε κουνώντας τον δαυλό στο δεξιό διάδρομο. Προτιμούσε να μην μιλήσει και να μην ακουστεί μέσα στα τούνελ. Η φωνή του θα ακούγοταν πολλά μέτρα μακριά ακόμα και αν ψιθύριζε, έτσι και αλλιώς ήταν εύκολος στόχος μόνο και μόνο που κρατούσε το δαυλό. Οι εχθροί του μπορούσαν να τον δουν απο μακριά ενώ εκεινός όχι, παρά μόνο αν τους πλησίαζε σε απόσταση αναπνοής. Αυτό του προκαλούσε νευρικότητα που δεν μπορούσε να έχει τον έλεγχο της κατάστασης στα χέρια του. Απο την άλλη ο Ζόχαν προχωρούσε κρατώντας το σπαθί του με τα δυο χέρια και είχε τον Τζακ σε απόσταση τόση ώστε να βλέπει καθαρά στο τούνελ. Που και που έριχνε και ματιές προς τα πίσω μήπως τους ακολουθούσε κανείς. Ένιωθε σαν το ποντικί που το οδηγούν στην φάκα χωρίς να το ξέρουν. Το δεξί τούνελ έδειχνε ακόμα πιο εγκατειλημμένο. Ο Ζόχαν κοίταζε πίσω όταν κατάλαβε ότι είχε πλησιάσει κοντά στον Τζακ. Γύρισε το βλέμμα του μπροστά. Είδε ότι δεν είχε προχωρήσει πιο γρήγορα αλλά ο Τζακ έστεκε και έβλεπε κάτι στο τείχο. Δεν διέκρινε εύκολα, δεν τον βοηθούσε και πολλή ο δαυλός να δει καθαρά. Πλησίασε τον Τζακ. Πρόσεξε κάτι αλυσίδες όπως πλησίαζε. Μετά είδε ότι κάτι κρατούσαν. Μόλις έφτασε δίπλα στον Τζακ είδε ότι στις αλυσίδες κρέμοντας σκελετοί. Μέτρησε 3 σκελετούς γονατισμένους και γερμένους προς τα εμπρός.&lt;br /&gt;«Ίσως να ήταν για παραδειγματισμό προς τους υπόλοιπους» είπε ο Ζόχαν&lt;br /&gt;«Σε ποιους άλλους???» ρώτησε ο Τζακ που συνέχιζε και κοίταζε τους σκελετούς με προσοχή.&lt;br /&gt;«Στους εργάτες του ορυχείου κατα πάσα πιθανότητα...» απάντησε ο Ζόχαν&lt;br /&gt;«Σε ποιους εργάτες λες??? Είδες πουθενά εργαλεία εξόρυξης ή κάτι που να υποδηλώνει ότι είναι ορυχείο αυτό εδώ???»&lt;br /&gt;«Και τι μπορεί να είναι ρε Τζακ???» ρώτησε ο Ζόχαν&lt;br /&gt;«Εγω πιστεύω ότι είναι ένας παλιός τάφος ή κάποιο μέρος σαν καταφύγιο για να αποφύγεις κάτι»&lt;br /&gt;«Τι να σου πω, μπορεί να έχεις δίκιο, θα δούμε τι θα συναντήσουμε πιο κάτω. Προχωράμε???»&lt;br /&gt;Ο Τζακ δεν μίλησε παρά μόνο έγνεψε καταφατικά. Επανήλθαν πάλι στην διάταξη που είχαν πιο πριν. Έφτασαν πάλι σε ένα σημείο που ο διάδρομος χώριζε στα 2. Αυτή την φορά ο Τζακ γύρισε στον Ζόχαν για να του πει την γνώμη του απο που να πάνε. Ο Ζόχαν έστρεψε το σπαθί προς τα αριστερά. Ο Τζακ μπήκε πρώτος στο καινούργιο παρακλάδι του τούνελ. Άρχισε να νιώθει ένα παγωμένο αεράκι όταν μπήκε μέσα. Αλλά αυτό δεν ήταν συνεχόμενο. Σταμάταγε και μετά ξανάρχιζε. Έδειχνε να πηγαίνει με ένα ρυθμό. Προχώρησαν ποιο μέσα. Ο Τζακ σταμάτησε για λίγο για να αφουγκραστεί.&lt;br /&gt;«Τι έγινε???» ρώτησε σιγανά ο Ζόχαν.&lt;br /&gt;«Νομίζω ότι άκουσα κάτι....»&lt;br /&gt;«Μπορεί να είναι της φαντασίας σου, το σκοτάδι και η σιωπή είναι εχθροί του μυαλού»&lt;br /&gt;«Μπορεί....»&lt;br /&gt;Άρχισαν πάλι το περπάτημα. Όμως ο Τζακ ήταν σίγουρος ότι άκουσε κάτι απο μπροστά. Για την ακρίβεια άκουγε σαν να αναπνέει κάποιος μπροστά τους. Άκουγε την ανάσα κάθε φορά που το αεράκι χτύπαγε το προσωπό τους και μετά σταματούσε. Απο την άλλη όσο προχωρούσαν ένιωθαν πιο δυνατό το αεράκι. Μερικές φορές η φωτιά λικνίζοταν με χάρη στο αεράκι. Ο Ζόχαν το είχε προσέξει και εκείνος. Πίστευε ότι πλησίαζαν σε κάποια έξοδο. Το που ήταν όμως δεν ήξερε, το μόνο που έβλεπε είναι σκοτάδι. Η φωτιά απο τον δαυλό τρεμόπαιζε πιο συχνά. Το αεράκι είχε αλλάξει ρυθμό, ερχόταν πιο γρήγορο. Ο Τζακ άκουγε τώρα την ανάσα πιο κοφτή πιο γρήγορη. Σαν έτρεχε κάποιος προς σε εκείνους. Όλο και πιο γρήγορα. Δεν έβλεπαν τίποτα. Το αεράκι έγινε αέρας, η φωτιά χαμήλωσε, σχεδόν έσβησε. Γρήγορα βήματα ακούστηκαν. Ο δαυλός επανήλθε. Ο Τζακ είδε μπροστά του δυο σκιές να πλησιάζουν. Μια σερνόταν στο ταβάνι και η άλλη στον δεξιό τοίχο. Ο Ζόχαν είδε το θέαμα. Έμεινε έκπληκτος. Οι σκιές που έβλεπε δεν ήταν κάποια πλάσματα, αλλά άνθρωποι που περπατούσαν σαν αράχνες στους τοίχους. Ο Τζακ που είναι πιο μπροστά είδε κάτι που δεν μπορούσε να δει ο Ζόχαν. Οι άνθρωποι αυτοί, είχα με μάτια καλυμμένα με μαύρους κύκλους και κόκκινα χείλια που έρχονταν σε αντίθεση με το χλωμό προσωπό τους. Είδε ακόμα ότι τα δαχτυλά τους ήταν μακριά και με μυτερά νύχια. Πέταξε κάτω το δαυλό και έβγαλε την ασπίδα του απο την πλάτη του, έτοιμος για μάχη. Ο Ζόχαν κράτησε με δύναμη το μεγάλο σπαθί του και ετοιμάστηκε να ορμήξει. Κάτι τον σταμάτησε. Ένιωσε να τον κρατάνε και νύχια να μπαίνουν με ορμή στην σάρκα του. Δεν είχε ακούσει ότι τον είχαν πλησιάσει απο πίσω. Γύρισε το κεφάλι του να δει τι τον κρατούσε. Είδε ένα χλωμό πρόσωπο και ένα στόμα να ανοίγει και 4 μυτερά δόντια να πλησιάζουν το λαιμό του. Τον δάγκωσε. Ούρλιαξε απο τον πόνο. Του ρουφούσε το αίμα. Ο Τζακ άκουσε το απόκοσμο ουρλιαχτό του Ζόχαν. Γύρισε να δει τι γινόταν. Έμεινε με το στόμο ανοιχτό. Ο Ζόχαν γονατισμένος και πιασμένος με λαβή. Το πλάσμα που τον κρατούσε του δάγκωνε τον λαιμό. Σήκωσε το βλέμμα και είδε τον Τζακ. Το στόμα του γεμάτο με αίματα να στάζουν στον Ζόχαν. Ο Τζακ κατάλαβε ότι ήταν βρυκόλακες. Ο βρυκόλακας που κράταγε τον Ζόχαν φώναξε «Σκοτώστε τον, μην αφήσετε τίποτα που να θυμίζει ότι ήταν άνθρωπος» και ξαναγύρισε στο λαιμό του Ζόχαν που ήταν για την ώρα ανήμπορος. Ο Τζακ γύρισε μπροστά. Είδε τον βρυκόλακα που σερνόταν στον δεξιό τείχο να πηδάει πάνω του. Σήκωσε την ασπίδα του. Ο βρυκόλακας έπεσε με τα μούτρα στην ασπίδα. Ο Τζακ όμως δεν μπορούσε να αντέξει το βάρος του βαμπίρ και έπεσαν και οι δυο κάτω. Η ασπίδα έφυγε απο τα χέρια του. Το βαμπίρ κατέληξε κοντά στον αναμμένα δαυλό, ανάμεσα στον Ζόχαν και στον Τζακ. Μόλις που σύνελθε ο Τζακ απο την σφοδρή σύγκουση, έπεσε πάνω του το άλλο βαμπίρ. Πιάστηκαν στα χέρια. Το σπαθί του έφυγε απο τα χέρια, έπεσε δίπλα του. Πάλευε με το βαμπίρ. Βρισκόταν κάτω και απο πάνω του το βαμπίρ που προσπαθούσε να τον δαγκώσει με μανία. Ο Τζακ κουνήσε αριστερά και δεξία το κεφάλι του αποφεύγοντας να αφήσει εκτεθειμένο το λαιμό του. Απο την άλλη ο Ζόχαν βρισκόταν σε δύκσολη θέση. Προσπαθούσε να αποφύγει με μανία απο την λαβή αλλα και απο το δάγκωμα του βαμπίρ που γινόταν όλο και πιο θανάσιμο. Πάλευε με όση δύναμη είχε. Κατάφερε να βγάλει το ένα χέρι του. Δεν έχασε χρόνο. Μια μικρή δέηση στον Πέλορ και ακούμπησε το χέρι του στο πρόσωπο του βαμπίρ. Το χέρι του μόλις ακούμπησε τον βρυκόλακα έβγαλε μια μικρή αχτίδα φωτός. Πλέον αυτός που ούρλιαξε απο τον πόνο είναι το βαμπίρ. Το άγγιγμα του Ζόχαν προκάλεσε ένα οξύ πόνο στο μάγουλο του βρυκόλακα και μετά σαν φωτιά απλώθηκε σε όλο το πρόσωπο και στην συνέχεια στο κορμί του. Το βαμπίρ εξαϋλώθηκε. Ένα σύννεφο ομίχλης σηκώθηκε και έφυγε μπροστά στον διάδρομο. Ο βρυκόλακας που πάλευε με τον Τζακ, σάστισε και άφησε ελεύυερο το δεξί χέρι του Τζακ. Εκείνος άρπαξε το σπαθί του και το κάρφωσε στα πλευρά του βρυκόλακα και τον πέταξε μακριά του. Ο Τζακ σηκώθηκε και όρμηξε πάνω του. Ο λαιμός του Ζόχαν έτρεχε αίμα. Αυτό έκανε το άλλο το βαμπίρ να τρελαθεί με την επιθυμία να πιει αίμα. Όρμηξε στον Ζόχαν. Εκείνος αδύναμος δεν πρόλαβε να σηκώσει έγκαιρα το μεγάλο σπαθί και μια πληγή σχηματίστηκε στο προσωπό του απο τα νύχια του βρυκόλακα. Ο Τζακ έδειχνε να τα πηγαίνει καλύτερα. Το βαμπίρ πισωπατούσε και κάθε φορά ένιωθε το σπαθί του Τζακ να του ανοίγει νέες πληγές. Ο Τζακ συνεπαρμένος απο την αποτελεσματικότητα των επιθεσεών του δεν κατάλαβε ότι είχε απομακρυνθεί απο τον δαυλό. Το βαμπίρ βρήκε την ευκαιρία και εξαφανίστηκε στο σκοτάδι. Ο Ζόχαν δέχτηκε άλλο μια νυχιά απο τον βρυκόλακα. Δεν θα άντεχε για πολύ ακόμα απο τα χυπήματα του βρυκόλακα. Έσφιξε τα δόντια, έσφιξε το σπαθί, οι κόμποι απο τα δαχτυλά του άσπρισαν. Όρμηξε στο βαμπίρ. Το χτύπησε στο στήθος προκαλώντας ένα διαγώνιο σχίσιμο. Το βαμπίρ δεν έδειξε να ανησυχεί. Αυτός που έδειξε να ανησυχεί περισσότερο είναι ο Ζόχαν με αυτό που είδε. Η πληγή του βρυκόλακα έδειχνε να κλείνει γρήγορα. Ο Ζόχαν κατάλαβε ότι έπρεπε να το χτυπάει γρήγορα. Ξαναόρμησε. Ο Τζακ απο την άλλη κατάλαβε το λάθος και άρχισε να οπισθωχωρεί στον δαυλό. Κοίταζε μόνο μπροστά, μην πεταχτεί το βαμπίρ απο τα σκοτάδια. Δεν πρόσεχε τι γινόταν πίσω του. Αυτό ήταν το λάθος του. Όμως πισωπατούσε σκόνταψε στην πεσμένη ασπίδα με αποτέλεσμα να πάει να χάσει την ισορροπία του. Αυτή η στιγμή αδράνειας, ήταν η ευκαιρία που περίμενε το βαμπίρ που καραδοκούσε στο σκοτάδι. Μόλις είδε τον Τζακ να σκοντάφτει, όρμηξε πάνω του. Έχωσε τα νύχια των δυο χεριών στα πλευρά του Τζακ. Το σώμα του Τζακ τεντώθηκε μπροστά σαν τόξο. Το βαμπίρ έβγαλε τα νύχια και ετοιμάστηκε να επιτεθεί πάλι. Ο Τζακ διπλώθηκε μπροστά. Τα πνευμόνια του πόναγαν με κάθε ανάσα που έπαιρνε. Έβηξε. Σκούπισε το στόμα του. Είδε στο χέρι του αίμα. Το βαμπίρ ετοιμάστηκε να του ορμήξει.&lt;br /&gt;«Δεν νομίζω....» είπε ο Τζακ. Σήκωσε το έμβλημα του Πέλορ, ένα στρογγυλό σύμβολο που απεικόνιζε το πρόσωπο του Πέλορ τυλιγμένο γύρω γύρω απο ακτίνες ήλιου που αντιπροσώπευαν τα μαλλιά και τα γένια του Πέλορ. Ο Τζακ είπε μια μικρή προσευχή. Το βαμπίρ σήκωσε το χέρι να χτυπήσει τον Τζακ. Ένα δυνατό φως εκτινάχθηκε απο το έμβλημα, λούζοντας το βαμπίρ και τον διάδρομο με το άσπρο δυνατό φως. Το βαμπίρ έμεινε στην θέση του, ανήμπορο να αντιδράσει. Στο δέρμα του εμφανίστηκαν μικρές φουσκάλες που μεγάλωναν. Τα σωθικά του φωτίστηκαν απο μέσα σαν είχαν φωτιά, προχώρησε σε όλο του το σώμα. Το κορμί του έσκασε σαν κροτίδα. Το φως έσβησε. Εκεί που ήταν το βαμπίρ υπήρχε μόνο ένα μικρό βουναλάκι απο στάχτη και κόκκαλα. Ο Ζόχαν όρμηξε με μανία. Στην αρχή χτύπησε στα πλευρά. Αίμα τινάχτηκε στον αέρα. Μετά έφερε το σπαθί απο ψηλά. Ο βρυκόλακας σήκωσε το χέρι σαν ασπίδα. Το χέρι έπεσε κάτω και το κεφάλι του άνοιψε σχεδόν σαν καρπούζι. Το τελειωτικό χτύπημα ήρθε με μια πλάγια επίθεση στο ύψος του κεφαλιού. Το βαμπίρ έμεινε για λίγο όρθιο χωρίς κεφάλι και έπεσε στο χώμα. Το κορμί του διαλύθηκε σε δεκάδες μικρές νυχτερίδες κπου πέταξαν μπροστά. Ο Ζόχαν γονάτισε απο την κούραση και απο τον πόνο που ένιωθε, το σπαθί του τον κρατούσε να μην πέσει στο χώμα. Ο Τζακ πλησίασε τον Ζόχαν.&lt;br /&gt;«Πως είσαι???»» ρώτησε ο Τζακ&lt;br /&gt;«Θέλω να πεθάνω. Εσύ πως είσαι??? Σε έχω δει και καλύτερα»&lt;br /&gt;Ο Τζακ γέλασε δυνατά. Το γέλιο του προκάλεσε βήχα. Κάτι ένιωσε να τον πνίγει στο στόμα. Έφτυσε στο χώμα. Μια κατακόκκινη ροχάλα σχηματίστηκε.&lt;br /&gt;«Αν εξαιρέσεις ότι φτύνω αίμα είμαι μια χαρά»&lt;br /&gt;Τώρα ήταν η σειρά του Ζόχαν να ξεσπάσει σε γέλια.&lt;br /&gt;«Νομίζω ότι δεν έχουμε τελειώσει ακόμα εδω μέσα.» είπε ο Ζόχαν που προσπαθησε να σηκωθεί. Ο Τζακ τον βοήθησε να σταθεί στα πόδια του&lt;br /&gt;«Ναι και έχει αρχίσει να μου την δίνει αυτή η ιστορία.»&lt;br /&gt;«Άντε να πάμε να τα παλουκώσουμε και να φύγουμε» είπε ο Ζόχαν και ήπιε ένα μικρό φίλτρο που το έβγαλε απο την τσέπη του. Κάποιες πληγές έκλεισαν. Ο Τζακ ακολούθησε ήπιε και εκείνος ένα φίλτρο γιατρειάς. Αλλά ακόμα έφτυνε αίμα. Σήκωσε την ασπίδα και την πέρασε στην πλάτη του και άρπαξε τον δαυλό.&lt;br /&gt;«Πάμε Ζόχαν???»&lt;br /&gt;«Μετά απο εσάς κύριε!!!!»&lt;br /&gt;Ο Τζακ γέλασε και έβηξε άλλη μια φορά φτύνοντας αίμα. Προχώρησαν στον διάδρομο. Κανένα ίχνος απο βρυκόλακες. Περπατούσαν πολύ ώρα. Τόση ώρα δεν ένιωθαν το αεράκι. Αλλά όσο προχωρούσαν τους ερχόταν μια μυρωδιά σαπίλας και αποσύνθεσης. Ο Τζακ είδε μπροστά του μερικές μύγες να πετάνε στους τοίχους. Η μυρωδιά ήταν απίστευτη. Κάτι άκουσαν και οι δυο τους. Πόδια να σέρνονται στο πάτωμα. Ο Ζόχαν πλησίασε τον Τζακ. Να δει και εκείνος. Ο τζακ τέντωσε το χέρι λίγο μπροστά. Μόλις το έκανε αυτό φώτισε μερικές φιγούρες. Έσερναν τα πόδια τους και προχωρούσαν καμπουριασμένοι. Κομμάτια σάρκας κρέμονταν και σε μερικά σημεία έκαναν την εμφανισή τους γκρίζα κόκκαλα. Ο Ζόχαν δεν είχε όρεξη να πολεμήσει με ζόμπι. Έκανε ότι και ο Τζακ πιο πριν. Σήκωσε ένα παρόμοιο έμβλημα.&lt;br /&gt;«Πέλορ βοηθησέ με να οδηγησώ αυτά τα σώματα στον αιώνιο ύπνο» είπε μια προσευχή ο Ζόχαν. Το έμβλημα έβγαλε το άσπρο φως και φώτισε τον διάδρομο και τα ζόμπι. Έπιασαν φωτιά, όσο το φως έπεφτε πάνω τους. Κάηκαν και άφησαν και αυτά πίσω τους στάχτες και μαυρισμένα κόκκαλα.&lt;br /&gt;«Τι άλλο θα δούμε εδω πέρα???» είπε ο Τζακ.&lt;br /&gt;Ο Ζόχαν δεν έδωσε σημασία. Την προσοχή του την τράβηξε ένα φως απο το τέλος του διαδρόμου. Προχώρησαν ποιο γρήγορα. Βρέθηκαν σε ένα μεγάλο δωμάτιο, μια φυσική σπηλιά. Το δωμάτιο δεν είχε τίποτα άλλο παρά μόνο μεγάλα ξύλινα κηροπήγια και 3 φέρετρα με κλειστά καπάκια. Αλλά και μια δίφυλλη πόρτα υπήρχε στον τοίχο απέναντι απο το τούνελ.&lt;br /&gt;«Νομίζω ότι φτάσαμε στην πηγή του κακού»&lt;br /&gt;«Τη νιώθεις και εσύ να πλανιέται στον αέρα εεε???» ρώτησε ο Ζόχαν&lt;br /&gt;«Ναι το μέρος είναι γεμάτο με αρνητική ενέργεια»&lt;br /&gt;«Ας τελειώνουμε μια και καλή μαζί της» είπε ο Ζόχαν. Έσπασε μερικά απο τα κηροπήγια και έφτιαξε 3 παλούκια. Έδωσε το ένα στον Τζακ&lt;br /&gt;«Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις...» Ο Τζακ έγνεψε καταφατικά.&lt;br /&gt;Άνοιξαν τα φέρετρα. Μέσα είδαν τα σώματα απο τα βαμπίρ που αντιμετώπισαν πιο πριν. Έδειχναν να κοιμούνται. Κάρφωσαν με μίσος τα παλούκια, τα βαμπίρ ούρλιαξαν μόλις το παλούκι τρύπησε την καρδία τους. Μια φωτιά άρχισε απο το παλούκι και απλώθηκε στο σώμα τους. Στα φέρετρα μόνο υπήρχε το παλούκι και το περίγραμμα του σώματος που το προκάλεσε η φωτιά στα κορμιά.&lt;br /&gt;«Ακόμα νιώθω μια αρνητική αύρα» είπε ο Τζακ&lt;br /&gt;«Ναι και προέρχεται πίσω απο εκείνες τις πόρτες»&lt;br /&gt;Πλησίασαν και οι δυο την δίφυλλη πόρτα. Αφουγκράστηκαν. Άκουσαν κάποιον να ψέλνει. Δεν κατάλαβαν την γλώσσα που μιλούσε. Δεν περίμεναν για πολύ. Ο Ζοχαν χτύπησε την πόρτα με το πόδι του. Η δίφυλλη πόρτα άνοιξε. Πίσω απο τις πόρτες υπήρχε ένα πιο μικρό δωμάτιο. Στο βάθος υπήρχε μια γυναικεία σιλουέτα γυρισμένη με την πλάτη στους ιερεις πολεμιστές. Η γυναίκα γύρισε προς το μέρος των ανδρών. Ήταν ένα ντρόου, ένα μαύρο ξωτικό. Ένα βαμπίρ ντρόυ. Φαινόταν πιο περιποιημένη απο τα άλλα βαμπίρ. Είχε το χρώμα των ντρόυ αν και λίγο πιο ξασπρισμένο. Μωβ χείλη στόλιζαν το στόμα της και φορούσε ενα αραχνούφαντο φόρεμα που άφηνε σχεδόν ακάλυπτες όλες τις αναλογίες του κορμιού της.&lt;br /&gt;«Οι άχρηστοι δεν σας σκότωσαν, δεν περίμενα ότι θα τα καταφέρετε.» είπε η βαμπιρίνα.&lt;br /&gt;«Σε ένα πράγμα πάντως συμφωνούμε!!! Ότι έχεις άχρηστους υπηρέτες» είπε ο Ζόχαν&lt;br /&gt;«Έχετε και χιούμορ. Εκεί που θα σας στείλω θα σας χρειαστεί...»&lt;br /&gt;«Δεν κατάλαβες καλά. Εσύ θα γυρίσεις στον αιώνιο ύπνο»&lt;br /&gt;«Δεν νομίζω» είπε η βαμπιρίνα κουνώντας τον δείκτη πέρα δώθε.&lt;br /&gt;«Τότε μια λύση μένει» φώναξε ο Τζακ. Όρμηξε προς την βαμπιρίνα. Βρισκόταν 2 μέτρα μακριά όταν έπεσε πάνω σε ένα αόρατο εμπόδιο, έναν αόρατο τοίχο. Η βαμπιρίνα κράτησε την κοιλιά της απο τα γέλια. Ο Ζόχαν κατάλαβε ότι είχε κάνει κάποιο ξόρκι. Έτρεξε προς την βαμπιρίνα αλλά απο το πλάι μήπως βρει κάποιο κενό. Η βαμπιρίνα απο την άλλη δεν έδειξε να ανησυχεί. Σήκωσε τα χέρια της και χόρεψε τα δαχυλά της με τον ρυθμό της φωνής της. Ένα σύννεφο εμφανίστηκε στο κέντρο του δωματιού. Ένα κόκκινο σύννεφο. Μέσα απο αυτό κάτι έπαιρνε μορφή. Κάποιες φιγούρες. Ο Ζόχαν κοίταξε προς το σύννεφο. Το ίδιο έκανε και ο Τζακ. Το σύννεφο άρχισε να χάνεται. Πίσω του άφησε σκελετούς ορκ που κρατούσαν μεγάλα ρόπαλα. Ο Τζακ κούνησε το κεφάλι, έδειχνε να μην πιστεύει τι θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν. Ο Ζόχαν μέτρησε τα ορκ, 4 στον αριθμό. Τα έβαλε με την τύχη του. Είχε χαλάσει την ημερήσια χρήση του να εκδιώκει απέθαντα πλάσματα. Το ίδιο είχε κάνει και ο Τζακ με το βαμπίρ. Οι σκελετοί ορκ πλησίαζαν στον Τζακ. Ο Ζόχαν δεν μπορούσε να αφήσει αβοήθητο τον φίλου του. Ξέχασε για την ώρα την βαμπιρίνα και όρμηξε με το σπαθί του. Το ίδιο έκανε και ο Τζακ. Υπο άλλες συνθήκες θα μπορούσαν να τα σκοτώσουν εύκολα αλλά τώρα οι πληγές τους δεν τους άφηναν και πολλές δυνάμεις. Τα ρόπαλα συναντήθηκαν με τα σπαθιά. Η βαμπιρίνα πίσω απο το αόρατο τοίχος της ετοίμαζε την διαφυγή της. Ζωγράφισε μια πόρτα στον στοίχο, τέντωσε τα χέρια της μπροστά και άρχισε το ξόρκι. Ο Ζόχαν με την άκρη του ματιού του είδε τι έκανε η βαμπιρίνα. Αυτή η ματιά του απόφερε ένα χτύπημα και στο κεφάλι με το ρόπαλο και πιθανός ένα καρούμπαλο.&lt;br /&gt;«Τζακ θα μας ξεφύγει»&lt;br /&gt;«Το ξέρω αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι αυτή την στιγμή»&lt;br /&gt;Ο Ζόχαν και Τζακ επιτέθηκαν μανιασμένα στους σκελετούς. Ένας έπεσε. Η πόρτα της βαμπιρίνας άρχισε να βγάζει φως. Άλλος ένας σκελετός έπεσε. Δυο είχαν απομείνει.&lt;br /&gt;«Τζακ μπορείς μόνος σου»&lt;br /&gt;«Νομίζω ότι τους έχω Ζόχαν, πήγαινε στην βαμπιρίνα»&lt;br /&gt;Ο Ζόχαν άφησε την μάχη και έτρεξε στην βαμπιρίνα. Αλλάπλέον ήταν αργά. Η πόρτα είχε ένα παλλόμενο φως. Μόλις πήγε ο Ζόχαν να την πιάσει εκείνη μπήκε μέσα και μαζί της εξαφανίστηκε καιη πόρτα. Ο Ζόχαν το μόνο που πρόλαβε να κάνει είναι την αρπάξει ένα μενταγιόν. Ο Τζακ απο την άλλη κατάφερε και έριξε τα ορκ. Στο δωμάτιο έστεκαν μόνοι τους.&lt;br /&gt;«Δεν τα καταφέραμε»&lt;br /&gt;«Δεν πειράζει Τζακ, την επόμενη φορά δεν θα είναι τόσο τυχερή»&lt;br /&gt;Μετά απο αυτήν την μάχη. Βγήκαν απο τα τούνελ στο μικρό σπίτι. Βγήκαν έξω στο δάσος. Τους φάνηκε λίγο διαφορετικό. Πιο φιλικό. Πιο κάτω βρήκαν και τα αλογά τους. Τα καβάλισαν και κάλπασαν να βγουν απο το δάσος. Προς τα ξημερώματα βγήκαν. Είδαν το χωριό. Ένιωσαν μια ανακούφιση. Ο ήλιος άρχισε να ξεπροβάλει. Μια καινούργια μέρα ξεκίναγε. Ένα μυστήριο άρχιζε. Ο Ζόχαν κοίταξε το μενταγιόν στον ηλιο. Διέκρινε ένα σήμα, κάπου το είχε ξαναδεί. Δεν θυμόταν που είχε ξαναδεί αυτή την νεκροκεφαλή πάνω σε ένα σκήπτρο......&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7908685554067650987-2109528667949690833?l=bardstory.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://bardstory.blogspot.com/feeds/2109528667949690833/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7908685554067650987&amp;postID=2109528667949690833' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/2109528667949690833'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/2109528667949690833'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://bardstory.blogspot.com/2009/02/3.html' title='Το Στοιχειωμένο Δάσος (Μέρος 3ο)'/><author><name>Bellamin Fletcher</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01776134366244848429</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987.post-1381824422612635968</id><published>2009-02-20T23:59:00.001+02:00</published><updated>2009-02-21T00:01:24.994+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χρονικά του Νάργουικ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Φαντασίας'/><title type='text'>Το Στοιχειωμένο Δάσος (Μέρος 2ο)</title><content type='html'>Το χιόνι πεταγόταν αριστερά και δεξιά απο το άλογο του Τζακ που πάσχιζε να φτάσει τον Ζόχαν. Δεν άργησε τον φτάσει. Προχώραγε αργά μέσα απο τα δέντρα που πέταγαν απειλιτικά τα κλαδιά τους προς το μέρος τους λες και ήθελαν να τους πιάσουν, να τους κρατήσουν εκεί για πάντα. Ο Τζάκ προχώραγε δίπλα στον Ζόχαν. Βγήκαν σε ένα μονοπάτι, κάτι σαν δρόμο, σκέφτηκαν ότι μάλλον θα είναι το πέρασμα των καραβανιών. Με τον καιρό όμως είχε μεταμορφωθεί σε ένα απροσπέλαστο δρόμο. Αυτό που τους έκανε να νιώσουν μια δόση τρόμου είναι ότι τα πάντα είναι αθόρυβα και ακίνητα, εκτός απο τους δυό τους. Το μόνο που άκουγαν είναι το χιόνι που υποχωρούσε κάτω απο το βάρος των αλόγων και οι βαριές ανάσες τους. Μια ανατριχιλά διαπέρασε και την τελευταία πτυχή του κορμιού τους. Ήταν μόνοι τους αλλά ένιωθαν ότι κάτι τους παρακολουθούσε. Κοίταξαν γύρω τους. Τίποτα δεν υπήρχε. Μόνο πανύψηλα δέντρα καλυμμενά με χιόνι που έκρυβαν τον χειμωνιάτικο ήλιο και μόνο λίγες ακτίνες μπορούσαν να φτάσουν μέσα στο δάσος. Προχώρησαν μέσα στο δάσος που όλο και γινόταν πιο σκοτεινό, λες και κάτι απορροφούσε το ελάχιστο φως, σε λίγη ώρα θα έπρεπε να κινηθούν κάτω απο το φως δαυλών και ας ήταν ακόμα μεσημέρι. Λίγο πιο κάτω στο δρόμο τους βρήκαν κάποια απομεινάρια κάποιας κατασκήνωσης καραβανιού. Ότι είχε απομείνει και δεν το είχε καταστρέψει ακόμα ο καιρός και ο χρόνος, ήταν γεμάτο απο μεγάλους ιστούς αράχνης. Αυτό βέβαια είναι το λιγότερο, με αυτό που αντίκρισαν πιο πέρα. Σκελετούς ανθρώπων που κρατούσαν ακόμα τα όπλα τους λες και προστάτευαν ακόμα τα υπαρχοντά τους και κουφάρια ζώων να κοίτωνται στο χιόνι.&lt;br /&gt;«Ζόχαν, νομίζω ότι καλύτερα να κινηθούμε πιο γρήγορα, πριν καταλήξουμε σαν αυτούς....»&lt;br /&gt;«Τι έγινε Τζακ??? Φοβόμαστε κάποιους θρύλους που λένε στα παιδιά να κοιμηθούν το βράδυ???» ρώτησε ο Ζόχαν, κρύβοντας το φόβο του κάτω απο ένα χαμόγελο.&lt;br /&gt;«Δεν είναι και το ξέρεις, απλά είναι ότι έχω μια αίσθηση ότι κάτι μας παρακολουθεί απο την στογμή που μπήκαμε στο δάσος!!!»&lt;br /&gt;«Και εγώ έχω αυτή την εντύπωση. Πρέπει να έχουμε τα μάτια μας δεκατέσσερα...»&lt;br /&gt;Με αυτές τις σκέψεις συνέχισαν μέσα στο Παγωμένο δάσος. Δεν ήξεραν πόση ώρα βρίσκοταν μέσα στο δάσος. Η κούραση άρχισε να δείχνει τα πρώτα σημάδια της.&lt;br /&gt;«Μου φαίνεται ότι θα περάσουμε την νύχτα μέσα το δάσος, δεν προλάβουμε να βγούμε σήμερα» είπε ο Ζόχαν. Ο Τζακ δεν μίλησε παρά κούνησε το κεφάλι καταφατικά.&lt;br /&gt;Το σκοτάδι έπεφτε όλο και πιο πολύ. Η νύχτα ερχόταν. Ο Τζακ έβγαλε έναν δαυλό και τον άναψε. Η φλόγα έλιωσε τον πάγο στα γένια του. Φώτιζαν σαν φάρος μέσα στην θάλασσα. Αισθάνονταν αρκετά ευάλωτοι, διότι δεν μπορούσαν να δουν μέσα στο πυκνό σκοτάδι. Κάτι είδε ο Ζόχαν στο σκοτάδι, μια σκιά να γλιστρά πίσω σε ένα δέντρο. Την ένιωσαν και τα άλογα, έδειχναν ανήσυχα. Η σκιά τα είχε τρομοκρατήσει. Την είδε και ο Τζακ ήταν στα δεξιά του μονοπατιού, εξαφανίστηκε πάλι. Την είδε πάλι, τώρα στα αριστερά τους. Πως κατάφερε να φτάσει εκεί. Ίσως να είναι περισσότεροι, σκέφτηκε ο Τζακ. Έβγαλε το σπαθί του. Το ίδιο έκανε και ο Ζόχαν. Στριφογύριζαν με τα άλογα για να δουν που είναι η σκιά. Δεν την έβλεπαν πουθενά. Το άλογο του Ζόχαν ανασηκώθηκε στα πίσω πόδια του, παραλίγο να βρεθεί στο χιόνι ο Ζόχαν. Ο Τζακ γύρισε να δει τι ήταν αυτό που τρόμαξε το άλογο. Μπροστά τους βρισκόταν ένα παιδάκι, ένα αγοράκι, με άσπρο πρόσωπο και μωβ χείλη και πρησμένα μάτια. Καθόταν και τους κοίταζε με περιέργεια. Ο Ζόχαν ηρέμησε το άλογο. Ένα ανατριχιαστικό ουρλιαχτό ήχησε κάπου μέσα απο το δάσος. Τους έκοψε το αίμα. Το ουρλιαχτό έμοιαζε σαν του λύκου. Το παιδάκι περίμενε το ουρλιαχτό για να βγει απο το ληθαργό του. Μόλις τελείωσε το ουρλιαχτό, το αγοράκι γύρισε και άρχισε να τρέχει ξυπόλητο στο μονοπάτι. Ο Ζόχαν και ο Τζακ δεν έχασαν χρόνο, χτύπησαν τις μπότες τους στην κοιλιά των αλόγων. Πήραν στο κατόπι το αγοράκι.&lt;br /&gt;Είχαν μειώσει την απόσταση με το παιδάκι, ξαφνικά βγαίνει απο το μονοπάτι και στρίβει αριστερά μέσα στα δέντρα. Φρέναραν τα άλογα και έστριψαν και εκείνοι μέσα στα δέντρα. Πλέον κινούνταν σε μια γραμμή, δεν χώραγαν και οι δυο δίπλα-δίπλα. Ίσα που μπορούσαν να δουν το αγόρι να τρέχει ανάμεσα απο τα δέντρα. Τα δεντρα δεν τους άφηναν να τρέχουν με τα άλογα όπως θα ήθελαν. Τα κλαδιά χτυπούσαν το προσωπό τους και το σώμα τους, προκαλώντας τους γρατζουνιές. Κάποια στιγμή μέσα απο στο πανικό του κυνηγητού έχασε το δαυλό του. Με μόνη πηγή φωτός το ελάχιστο φως του φεγγαριού, κυνηγούσαν το μικρό αγόρι. Εκείνο απο την άλλη πιο ευκίνητο, κατάφερε να ξεφύγει απο τους διώχτες του. Ο Τζακ και ο Ζόχαν σταμάτησαν, τα άλογα με την ευκαιρία που τους δόθηκε, έπαιρνα γρήγορες και κοφτές ανάσες. Όσο οι αναβάτες τους κοίταζαν τριγύρω για ίχνη του μικρού παιδιού. Ο Ζόχαν κατέβηκε απο το άλογο για να βρει κάποιο ίχνος του παιδιού. Έψαξε στο χιόνι κάποιο στοιχείο για το που μπορεί να είναι πήγε το παιδί. Με αυτό που είδε παραξευνέτηκε. Για την ακρίβεια με αυτό που δεν έβλεπε. Ο Τζακ είδε το απορημένο ύφος τους του Ζόχαν.&lt;br /&gt;«Τι συμβαίνει Ζόχαν??? Φαίνεσαι έκπληκτος.» ρώτησε ο Τζακ&lt;br /&gt;«Αυτό είναι εντελώς παράξενο. Δεν βρίσκω κανένα ίχνος του παιδιού...παρα μόνο τα δικά μας...» απάντησε ο Ζόχαν συνεχίζοντας να ψάχνει μάταια στο έδαφος.&lt;br /&gt;«Αφού το είδαμε το παιδί. Δεν γίνεται να μην υπάρχει. Εκτός αν ήταν.....»&lt;br /&gt;«Όχι δεν μπορεί να ήταν κάποιο φάντασμα. Στεκόταν μπροστά μας με σάρκα και οστά. Τα φαντάσμα δεν μοιάζουν με αυτό που είδαμε.» είπε ο Ζόχαν διακόπτοντας τον Τζακ.&lt;br /&gt;«Τότε τι μπορεί να ήταν???» ρώτησε ο Τζακ&lt;br /&gt;«Δεν ξέρω και δεν μπορώ να σκεφτώ τι μπορεί να ήταν»&lt;br /&gt;«Καλύτερα ας ψάξουμε λίγο ακόμα πιο μέσα στο δάσος»&lt;br /&gt;«Δίκιο έχεις Τζακ. Αν δεν βρούμε κάτι, θα συνεχίσουμε έχουμε μια αποστόλη να ολοκληρώσουμε» είπε ο Ζόχαν.&lt;br /&gt;Ξανανέβηκε στο άλογο του. Κινήθηκαν στα τυφλά. Πήραν την κατεύθυνση που είδαν τελευταία φορά το παιδάκι. Μέσα στο σκοτάδι, είδαν ένα ξέφωτο που το έλουζε το φως του φεγγαριού. Κινήθηκαν στο ξέφωτο. Όσο προχωρούσαν διέκριναν ότι το ξέφωτο ήταν ένα μικρό χωριό. Πρόσεξαν ότι υπήρχαν 4-5 σπίτια.&lt;br /&gt;«Τί είναι πάλι αυτό??? Όλο μπερδεύονται και περισσότερο τα πράγματα.» γύρισε και είπε χαμηλόφωνα ο Τζακ&lt;br /&gt;«Όντως, πότε δεν άκουσα ότι υπάρχει κάποιο μέρος σαν αυτό μέσα στο δάσος. Ας είμαστε προσεχτικοί» συμφώνησε ο Ζόχαν με τον Τζακ.&lt;br /&gt;Βρίσκοταν στην μέση του ξέφωτου. Κοίταξαν γύρω τους. Το χωριό φαινόταν να είναι ερειπωμένο εδώ και πολύ καιρό. Τα σπίτια έτοιμα να πέσουν, είχαν κατεστραμμένες σκεπές, ξεχαρβαλωμένα παντζούρια και πόρτες. Διάφορα αντικείμενα καθημερινής χρήσης σκορπισμένα σε διάφορα σημειά και θαμμένα μέσα στο χιόνι. Πρόσεξαν ότι υπήρχαν και 3 άμαξες με μουχλιασμένα πανιά ή σκισμένα απο το αέρα. Κάποια παρουσία του παιδιού ή κάποιου άλλου δεν υπήρχε.&lt;br /&gt;«Νομίζω ότι δεν υπάρχει κάτι εδώ, Ζόχαν» είπε ο Τζακ που άρχισε να έχει πάλι την αίσθηση ότι τους παρακολουθούσαν. Κοίταζε στα σπίτια μήπως διακρίνει κάποια κίνηση. Η σιωπή που επικρατούσε ήταν νεκρική. Τίποτα δεν κουνιόταν. Ακόμα και τα άλογα σώπασαν. Απο την μια στιγμή στην άλλη όμως, η σιωπή έδωσε την θέση της στον θόρυβο. Απο όλα τα σπίτια άρχισαν να ακούγονται γέλια, πολλά γέλια. Τρομαχτικά γέλια, τα άλογα απο τινάχτηκαν όρθια. Ο Ζόχαν και ο Τζακ δεν μπορούσαν να κάνου τίποτα. Έπεσαν στο έδαφος, στο χιόνι. Πήγαν να συκγρατήσουν τα άλογα απο τα γκέμια, αλλά απέτυχαν. Είχαν τρελάθει, έτρεξαν μακριά απο το ξέφωτο, χάθηκαν μέσα στο σκοτάδι. Ο Ζόχαν με τον Τζακ έστεκαν μόνοι τους στο μέσω του μικρού καταυλισμού. Πάνω τους είχαν μόνο τα όπλα τους, ο Ζόχαν κατάφερε να σώσει την τσάντα του απο το άλογο. Τα γέλια συνέχιζαν, τρυπούσαν τα αυτιά τους, προκάλεσαν πόνο στο κεφάλι τους. Έκλεισαν τα αυτιά τους με τις παλάμες τους. Κράτησε πολύ ώρα. Τα γέλια σταμάτησαν όπως άρχισαν, ξαφνικά. Η σιωπή διαδέχτηκε τον θόρυβο.&lt;br /&gt;«Πολλά παράξενα πράγματα συμβαίνουν και δεν μου αρέσει» είπε ο Ζόχαν&lt;br /&gt;πήγε κάτι να πει ο Τζακ αλλά σταμάτησε. Πρόσεξε ενα ζευγάρι μάτια να λαμπυρίζουν μέσα στο σκοτάδι σε ένα σπίτι.&lt;br /&gt;«Κάποιος είναι εκεί!!!!» φώναξε ο Τζακ και όρμησε προς το σπίτι με το σπαθί έτοιμο να χτυπήσει και με την ασπίδα απο την άλλη. Ο Ζόχαν δεν κατάλαβε που του έλεγε παρα μόνο όταν είδε τον Τζακ να μπαίνει μέσα στο σπίτι. Ο Τζακ βρέθηκε σε ένα άδειο δωμάτιο στο σπίτι, το μόνο που υπήρχε είναι ένα χαλί φαγωμένο απο τα ζωύφια. Δεν μπορούσε να καταλάβει που πήγε το άτομο που είδε. Ο Ζόχαν μπήκε και αυτός στο σπίτι κρατώντας με τα δυο χέρια του το μεγάλο σπαθί.&lt;br /&gt;«Που πήγε αυτός που είδες???» ρώτησε ο Ζόχαν&lt;br /&gt;«Δεν ξέρω τι να πω. Λες και τον κατάπιες η γη!!!!»&lt;br /&gt;«Μπα δεν νομίζω να τον κατάπιε γη, κάτι άλλο συμβαίνει»&lt;br /&gt;«Ναι αλλα τί???» αναρωτήθηκε ο Τζακ&lt;br /&gt;«Θα το ανακαλύψουμε, κάπως θα έφυγε απο εδω μέσα και το σίγουρο είναι ότι δεν έφυγε απο την πόρτα» απάντησε ο Ζόχαν.&lt;br /&gt;Προσπαθούσαν να σκεφτούν μια λογική απάντηση. Στον Τζακ του ήρθε κάτι στο μυαλό. Άρχισε να χτυπά με τα πόδια του το ξύλινο πάτωμα του σπιτιού&lt;br /&gt;«Μα τι κάνεις τώρα??? Γιατί χτυπάς το πάτωμα???» ρώτησε ο Ζόχαν απορημένος με τον συναδελφό του. Ο Τζακ δεν απάντησε με την πρώτη, συνέχισε να χτυπά. Σταμάτησε να χτυπά το πάτωμα.&lt;br /&gt;«Για αυτό το λόγο χτυπώ το πάτωμα» απάντησε ο Τζακ. Αλλά ο Ζόχαν δεν μπορούσε να καταλάβει ακόμα τι εννοούσε ο Τζακ. Έβλεπε τον Τζακ να έχει σκύψει στην μέση του δωματιού και να σκίζει το χαλί σαν χαρτί. Μετά απο λίγο πρόσεξε ότι εκεί που έσκιζε το χαλί ο Τζακ υπήρχε μια καταπακτή.&lt;br /&gt;«Είδες τώρα γιατι χτυπούσα το πάτωμα» είπε ο Τζακ και χτύπησε την καταπακτή με το πόδι του.&lt;br /&gt;«Τι λες θα να την ανοίξω???» ρώτησε ο Τζακ&lt;br /&gt;«Και δεν την ανοίγεις, εδώ που φτάσαμε δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω»&lt;br /&gt;«Αυτό ήθελα να ακούσω» είπε ο Τζακ.&lt;br /&gt;Έπιασε το χερούλι της καταπακτής. Δυσκολεύτηκε να την ανοίξει. Το ξύλο είχε φουσκώσει απο την υγρασία. Μετά απο αρκετή προσπάθεια κατάφερε να την ανοίξει. Μια μυρωδιά απο κλεισούρα ανακατεμένη με την μυρωδιά του θανάτου και της σαπίλας έφτασε στην μύτη τους. Στην μια πλευρά υπήρχε μια σκάλα σκαμμένη στον βράχο.&lt;br /&gt;«Θα κατέβω εγώ πρώτος» είπε ο Τζακ&lt;br /&gt;«Με μεγάλη μου χαρά» είπε ο Ζόχαν. Ο Τζακ θήκαρε το σπαθί του και άρχισε να κατεβαίνει την σκάλα. Ο Ζόχαν τον είδε να εξαφανίζεται μέσα στο σκοτάδι. Μάζεψε και εκείνος το σπαθί του και άρχισε να κατεβαίνει και εκείνος την σκάλα.&lt;br /&gt;Είπε κάτι χαμηλόφωνα για να το ακούσει μόνος αυτός «Πέλορ, ελπίζω να μην πάμε στο τάφος μας...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="center"&gt;.....ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.....&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7908685554067650987-1381824422612635968?l=bardstory.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://bardstory.blogspot.com/feeds/1381824422612635968/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7908685554067650987&amp;postID=1381824422612635968' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/1381824422612635968'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/1381824422612635968'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://bardstory.blogspot.com/2009/02/2.html' title='Το Στοιχειωμένο Δάσος (Μέρος 2ο)'/><author><name>Bellamin Fletcher</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01776134366244848429</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987.post-5500546766741522293</id><published>2009-02-13T23:21:00.001+02:00</published><updated>2009-02-20T23:59:03.268+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χρονικά του Νάργουικ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Φαντασίας'/><title type='text'>Το Στοιχειωμένο Δάσος (Μέρος 1ο)</title><content type='html'>Στα βόρεια της επαρχίας του Νάργουικ στους πρόποδες των Μαυρισμένων Κορυφών, υπάρχει μια πόλη που είναι γνωστή για τα άλογα της. Είναι η πόλη Frost Stone με την ισχυρότερη ιππική φρουρά, αλλά και για της εξαγωγές αλόγων σε όλο το Πάλλανεν. Όμως είναι πιο γνωστή για το περίφημο στοιχειωμένο δάσος της, το Παγωμένο Δάσος. Ένα τεράστιο δάσος που στέκεται ανάμεσα στην Frost Stone και τις Μαυρισμένες Κορυφές. Η ιστορία αυτού του δάσους ξεκινά από τότε που το Frost Stone ήταν ακόμα μια μικρή άσημη πόλη. Σύμφωνα με τους θρύλους της περιοχής, τις πρώτες μέρες του δάσους δεν ήταν έτσι. Το δάσος κάποτε ήταν ένας εμπορικός δρόμος ανάμεσα στις πόλεις των νάνων και με το υπόλοιπο Νάργουικ. Αυτό όμως έχει σταματήσει εδώ και 18 χρόνια. Όλοι το αποφεύγουν και προτιμούν να κάνουν το κύκλο του Παγωμένου Δάσους. Το αποτέλεσμα είναι να έχουν ελαττωθεί τα εμπορικά καραβάνια λόγο του υψηλού κόστους μεταφοράς και τέλος να μην γίνονται καθόλου. Πώς έγιναν όλα αυτά θα αναρωτιέστε??? Όλα ξεκίνησαν πριν 18 χρόνια που το εμπόριο βρισκόταν στην ακμή του ακόμα. Τότε άρχισαν να γίνονται διάφορες εξαφανίσεις που δεν είχαν προηγούμενο, από τα καραβάνια που διέσχιζαν το δάσος. Οι πάντες είχαν αναστατωθεί και από στόμα σε στόμα διαδόθηκαν φήμες ότι στο Παγωμένο Δάσος κατοικούν πλάσματα και όντα. Που κυνηγούν την νύχτα τους ανυπεράσπιστους εμπόρους. Παρά τις φήμες που κυκλοφορούσαν το εμπόριο δεν μπορούσε να σταματήσει από την μία στιγμή στην άλλη. Αυτό που έκαναν οι έμποροι, είναι να προσλάβουν περισσότερους μισθοφόρους για να φυλάνε τα καραβάνια τους. Ακόμα διέσχιζαν το δάσος όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Πολλά καραβάνια έκαναν το ταξίδι μέσα σε μια μέρα, αντί για δυο μέρες που χρειάζονταν κανονικά. Βέβαια κάποιοι δεν πίστευαν τις ιστορίες και συνέχιζαν κανονικά το εμπόριο τους. Όμως ένα από αυτά τα καραβάνια, έμελλε να έχει άσχημο τέλος. Μια νύχτα του χειμώνα πριν από 18 χρόνια, ένα καραβάνι προχωρούσε μέσα σε μια πρωτοφανή χιονοθύελλα που τους έκανε να κινηθούν πιο γρήγορα στο δάσος. Ήλπιζαν ότι δεν θα τους έπιανε η νύχτα σε αυτό το στοιχειωμένο δάσος. Μπήκαν στα τυφλά μέσα στο δάσος, η χιονοθύελλα δυνάμωνε και έπρεπε να προστατευτούν. Μέσα εκεί ακολούθησαν ένα μονοπάτι με την ελπίδα ότι θα έβγαιναν γρήγορα από εκεί. Από το καραβάνι δεν βγήκε ζωντανός ούτε ένας. Μόλις έμαθαν τα νέα στην πόλη, όλοι πείστηκαν ότι κάτι συμβαίνει μέσα στο δάσος. Αποφάσισαν να στείλουν μια μεγάλη ομάδα διάσωσης να βρει κάποιον επιζώντα αλλά και να διαλευκάνει το μυστήριο που πλανιόταν πάνω από το Παγωμένο Δάσος. Όμως ούτε η ομάδα διάσωσης κατάφερε να επιστρέψει πίσω ζωντανή. Μια δεύτερη ομάδα από έμπειρους άντρες μαζεύτηκε να βρει τα ίχνη των αγνοούμενων. Από εκείνη την ομάδα κατάφερε μόνο ένας να βγει ζωντανός. Αλλά δεν έζησε αρκετό καιρό, πέθανε. Πέθανε από τις πληγές που του είχαν προκαλέσει κάποιες ανθρωπόμορφες φιγούρες. Την βαναυσότητα αυτών των πλασμάτων καθρεφτιζόταν από τις δαγκωματιές σε όλο το σώμα του άμοιρου άντρα. Κανείς δεν ήξερε κάτι για αυτές τις ανθρωπόμορφες φιγούρες. Όλοι πήραν μια απόφαση, να μην ξαναπεράσουν μέσα από το Παγωμένο Δάσος. Πλέον οι μοναδικοί που περνούν μέσα από το δάσος είναι θαρραλέα άτομα. Αλλά κανείς δεν ξέρει άμα κατάφερε να βγει από ζωντανός από το δάσος. Από την άλλη αν ακούσουν κάποιον να πει ότι κατάφερε να περάσει μέσα από το δάσος, τον θεωρούσαν είτε τρελό είτε ψεύτη που ήθελε να τραβήξει τον κόσμο να μαζέψει χρήματα. Αυτή είναι η ιστορία του Παγωμένου Δάσους ή πλέον όπως το λένε όλοι το Στοιχειωμένο Δάσος.&lt;br /&gt;Βέβαια υπάρχουν μερικές φορές που θέλεις να αποφύγει κάποιες καταστάσεις αλλά δεν μπορείς. Σε μια τέτοια κατάσταση είχαν φτάσει 2 καβαλάρηδες που ταξίδευαν μέρα και νύχτα για να ολοκληρώσουν την αποστολή τους. Για να μπορέσουν να την ολοκληρώσουν έπρεπε να περάσουν αναγκαστικά μέσα από το Παγωμένο Δάσος. Ταξίδευαν από την πόλη των νάνων την Stonehelm εδώ και 8 μέρες με ελάχιστες στάσεις για ξεκούραση. Έπρεπε να δώσουν ένα σημαντικό μήνυμα στον διοικητή του τάγματος τους. Το κακό είναι ότι έχουν βγει εκτός χρόνου και για να μπορέσουν να το καλύψουν πρέπει να περάσουν μέσα από το δάσος. Αυτή την σκέψη μοιράζονταν σιωπηλά μεταξύ τους οι δυο Ιερείς Πολεμιστές του Φωτός. Από μακριά έβλεπαν την αρχή του Παγωμένου Δάσους. Ένα αφιλόξενο δάσος όπως έχει αποδειχτεί τα τελευταία χρόνια. Το μόνο που τους οπλίζει είναι η πίστη τους στον θεό Πέλορ, τον θεό του Φωτός ότι όλα θα πάνε καλά στο ταξίδι τους. Όσο προχωρούσαν προς το δάσος, εκείνο όλο πιο τρομαχτικό έστεκε μπροστά τους. Το δάσος απλωνόταν σε μεγάλη έκταση. Τα έλατα και τα υπόλοιπα αειθαλή δέντρα έκρυβαν καλά το μυστικό του δάσους πίσω από τα καλυμμένα με χιόνι κλαδιά και φύλλα.&lt;br /&gt;Τα άλογα σαν μαγεμένα σταμάτησαν λίγο μακριά από την είσοδο του δάσους. Οι δυο καβαλάρηδες βρήκαν την ευκαιρία να πάρουν μια ανάσα.&lt;br /&gt;«Τελικά δεν θα αποφύγουμε να μπούμε μέσα στο Στοιχειωμένο Δάσος!!!!» είπε με λαχανιασμένη φωνή ο Τζακ στον Ζόχαν που κοίταζε το δάσος πάνω στην σέλα του μαύρου αλόγου του.&lt;br /&gt;«Ναι, από ότι φαίνεται δεν θα το αποφύγουμε….» είπε κόβοντας την πρόταση του στο τέλος.&lt;br /&gt;«Θα ήθελα να ξέρω τι είναι αυτό που φοβίζει περισσότερο τους ανθρώπους. Η φήμη ότι το δάσος είναι στοιχειωμένο ή αυτό που μπορεί πραγματικά να ζει στην καρδιά του δάσους???» ρώτησε ο Τζακ.&lt;br /&gt;«Νομίζω ότι περισσότερο φοβούνται ότι θα βγει πραγματικότητα η φήμη και θα αντιμετωπίσουν στα αλήθεια αυτό που κατοικεί στο δάσος.» απάντησε ο Ζόχαν ήρεμα.&lt;br /&gt;«Ίσως να έχεις δίκιο. Το άλλο που θέλω να σε ρωτήσω είναι εσύ αν πιστεύεις ότι κατοικεί κάτι μέσα στο δάσος»&lt;br /&gt;«Η μόνη λύση να το μάθουμε αυτό είναι μία!!!!» φώναξε ο Ζόχαν και τίναξε τα πόδια του στην κοιλιά του αλόγου και δίνοντας το έναυσμα να ξεκινήσει κρατώντας γερά τα γκέμια. Ο Τζακ είδε τον Ζόχαν να εξαφανίζεται ανάμεσα στα δέντρα του δάσους. Έκανε και εκείνος το ίδιο και ακολούθησε τα ίχνη που άφησε ο Ζόχαν στα χιόνι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="center"&gt;.....ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.....&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7908685554067650987-5500546766741522293?l=bardstory.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://bardstory.blogspot.com/feeds/5500546766741522293/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7908685554067650987&amp;postID=5500546766741522293' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/5500546766741522293'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/5500546766741522293'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://bardstory.blogspot.com/2009/02/1.html' title='Το Στοιχειωμένο Δάσος (Μέρος 1ο)'/><author><name>Bellamin Fletcher</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01776134366244848429</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987.post-7010179265123244196</id><published>2009-02-06T21:49:00.001+02:00</published><updated>2009-02-06T21:51:38.741+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παιδικές'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Φαντασίας'/><title type='text'>Η Δίκη της Αρκούδας</title><content type='html'>Ο Μεγάλος Γέροντας τις πρώτες μέρες, όπως είδαμε είχε πολλά προβλήματα. Τα βασανά του έγιναν μεγαλύτερα όταν έφτιαξε τα πρώτα πλάσματα. Άρχισαν να έχουν και εκείνα παράπονα το ένα για το άλλο. Ο Μεγάλος Γέροντας δεν μπορούσε να τα βοηθήσει όλα. Οι λόγοι είναι γνωστοί, δεν είχε ολοκληρώσει το δημιουργημά του ακόμα. Για αυτό αποφάσισε να βρεί ένα βοηθό. Έναν βοηθό που θα μπορούσαν τα ζώα και όλα τα πλάσματα να πουν σε εκείνο το προβλημά τους. Βέβαια αυτή η θέση έχει πολλές ευθήνες. Χρειαζόταν ένα ικανό βοηθό. Στην αρχή δεν ήξερε ποιον να βάλει. Όμως μετά απο πολύ καιρό, τον βρήκε. Ήταν ένα γηραιό δέντρο, ένα ζωντανό δέντρο, απο τα πρώτα του είδους του. Ο Μεγάλος Γέροντας το είχε δημιουργήσει στην αρχή του χρόνου. Είχε δει την Γη να αλλάζει και να μεταμορφώνεται μπροστά στα μάτια του. Ο Γέροντας ήταν σίγουρος ότι το Αγέραστο Δέντρο, το όνομα του δέντρου είναι έτσι, θα μπορούσε να τον βοηθήσει. Και είχε δίκιο το Αγέραστο Δέντρο δέχτηκε να βοηθήσει τον Μεγάλο Γέροντα. Απο εκείνη την μέρα έγινε γνωστό σε όλη την πλάση ότι το Αγέραστο Δέντρο θα τους βοηθούσε στα προβληματά τους και στις διαμάχες του. Απο την επόμενη μέρα πολλά πλάσματα κατέφθασαν στην κοιλάδα που κατοικούσε το Αγέραστο Δέντρο. Όσοι το έβλεπαν ένιωθαν δέος. Το Αγέραστο Δέντρο κατοισκούσε στην κορυφή ενός μικρού λόφου και έβλεπε όλες τις πεδιάδες και τις κοιλάδες που υπήρχαν γύρω του. Αυτό όμως ήταν το λιγότερο. Αυτό που έκανε εντύπωση είναι το μεγεθός του. Τα ζώα δεν είχαν ξαναδεί τόσο τεράστιο δέντρο ποτέ τους ξανά. Το ύψος του έδινε την εντύπωση πως κράταγε τον ουρανό πάνω στα μακρία κλαδία του που επεκτείνονταν σε μεγάλη έκταση. Κάτω απο αυτά τα κλαδία έβρισκαν σκιά τα ζώα απο τον ζεστό ήλιο, μέχρι να έρθει η σειρά τους. Απο εκείνη την μέρα και κάθε μέρα έδινε συμβουλές και λύσεις στα προβλήματα που είχαν τα ζώα. Όμως μια μέρα βρέθηκε σε δύσκολη θέση για το τι θα έπρεπε να κάνει. Το πρόβλημα αφορούσε τις αρκούδες. Για την ακρίβεια τις κατηγορούσαν οι νύμφες των δέντρων αλλά και οι μέλισσες. Στο Αγέραστο Δέντρο μαζεύτηκε κόσμος να παρακολουθήσει την διαμάχη ανάμεσα στις αρκούδες ενάντια στις νύμφες και στις μέλισσες. Απο την πλευρά των αρκούδων, υπήρχε μια μεγαλόσωμη αρκούδα που τις αντιπροσώπευε. Ακόμα υπήρχε μια ομάδα απο νύμφες. Ακόμα παρούσα βρισκόταν και η Βασίλισσα των μελισσών μαζί με την ακολουθία της, δεκάδες κηφήνες και εκατοντάδες μέλισσες-εργάτριες για μάρτυρες. Τον λόγο πήραν οι νύμφες και οι μέλισσες και κατηγόρησαν τις αρκούδες ως εγωίστριες και δεν ενδιαφέρονταν για τους άλλους. Το Αγέραστο Δέντρο όμως ήθελες να ακούσει πιο συγκεκριμένα πράγματα. Πρώτες μίλησαν οι Νύμφες των δέντρων. Ανέφεραν ότι οι αρκούδες δεν σέβονταν τα σπίτια τους, τα δέντρα, και προκαλούσαν ζημιές. Συγκεκριμένα γινόταν όταν οι αρκούδες τρίβουν τις πλάτες τους πάνω στα δέντρα για να διώξουν την φαγούρα τους. Ακόμα ακονίζουν τα νύχια τους γρατζουνώντας το φλοιό των δέντρων και ότι σκαρφαλώνουν πάνω τους για να φτάσουν στις κηρύθρες των μελισσών. Σε εκείνο το σημείο πήραν τον λόγο οι μέλισσες και συγκεκριμένα η Βασιλισσά τους. Άρχισε να λέει τα προβληματά τους. Είπε ότι δεν σέβονται το κόπο τους και την δουλειά των εργατριών που μαζεύουν τους χυμούς των λουλουδιών για να φτιάξουν μέλι. Γιατί όποτε μαζεύουν αρκετό μέλι έρχονται οι αρκούδες που χαλάνε τα σπίτια τους και κλέβουν το μέλι για να το φάνε. Ακόμα είπε ότι δεν είχαν κάποιο τρόπο να προστατευούν απεναντί τους. Όταν τελείωσε όλες οι μέλισσες ξέσπασαν σε επιφωνήματα προκαλώντας ένα διαπεραστικό βουητό. Το Αγέραστο Δέντρο ηρέμησε τις μέλισσες και έδωσε το λόγο στον εκπρόσωπο των αρκούδων. Εκείνη ανέφερε ότι δεν το έκαναν επίτηδες αλλά ούτε θέλουν ενοχλήσουν κανέναν. Είπε ότι ο φλοιός των δέντρων είναι αρκετά τραχύς για να ξυστούν χωρίς να χαλάσουν την γούνα τους αλλά και ότι είναι μαλακός, άρα και ιδανικός να μην σπάσουν τα νύχια τους. Για τις μέλισσες είπε ότι το μέλι τους είναι πολύ νόστιμο και δεν μπορούν να αντισταθούν αλλά άμα δεν το φάνε δεν θα μπορούν να ζήσουν. Όταν τελείωσε η αρκούδα άλλο ένα βουητό ήχησε στην κοιλάδα. Ένα βουητό απο γιουχαϊσματα και αποδοκιμασίες απο τις μέλισσες. Το Αγέραστο Δέντρο επέβαλε για άλλη μια φορά την τάξη. Όταν κόπασαν, μίλησε πάλι. Το Αγέραστο δέντρο είπε ότι είχε βρεί την λύση που θα ήταν αποδεκτή απο όλους, μάλλον. Γύρισε προς τις νύμφες. Αυτό που μπορώ να κάνω είναι να σας δώσω μια βοήθεια που θα κάνει τις αρκούδες να μην το παρακάνουν. Αυτό που έκανε είναι ότι κάθε φορά που θα χάλαγε ο φλοιός θα έβγαινε ένα παχύρευστο κολλώδες υγρό που είναι δύσκολο να απαλλαγείς απο αυτό. Απο τότε όλα τα δέντρα έχουν αυτό το υγρό που είναι το γνωστό ρετσίνι. Μετά μίλησε στις μέλισσες. Παραδέχτηκε ότι είχαν δίκιο ότι δεν μπορούσαν να προσταστευτούν, για αυτό τους έδωσε ένα όπλο που θα έπρεπε όμως να το χρησιμοποιούν με σύνεση. Το όπλο αυτό είναι το κεντρί. Που έχει μια μικρή δόση δηλητηρίου που προκαλεί φαγούρα και ερεθισμό στο δέρμα. Οι μέλισσες έδειξαν ότι τους άρεσε η λύση αυτή. Για το τέλος άφησε τις αρκούδες. Η λύση που είχε για εκείνες είναι να πέφτουν για ύπνο για ένα χρονικό διάστημα ώστε να ελατώνουν την ορεξή τους. Αυτό το διάστημα θα διαρκούσε 4-5 μήνες, η οποία είναι η γνωστή χειμερία νάρκη που πέφτουν οι αρκούδες. Εκείνη την μέρα όλοι έφυγαν ευχαριστημένοι και αγκαλιασμένοι, χάρη στο Αγέραστο Δέντρο και τις λύσεις του.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7908685554067650987-7010179265123244196?l=bardstory.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://bardstory.blogspot.com/feeds/7010179265123244196/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7908685554067650987&amp;postID=7010179265123244196' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/7010179265123244196'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/7010179265123244196'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://bardstory.blogspot.com/2009/02/blog-post.html' title='Η Δίκη της Αρκούδας'/><author><name>Bellamin Fletcher</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01776134366244848429</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987.post-201546588188112124</id><published>2009-01-30T23:19:00.000+02:00</published><updated>2009-01-31T01:23:32.473+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παιδικές'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Φαντασίας'/><title type='text'>Όταν γέμισαν οι λίμνες...</title><content type='html'>Όταν ο Μεγάλος Γέροντας έφτιαξε την Γη είχε ξεχάσει κάποια πράγματα να κάνει ή δεν τα σκέφτηκε καθόλου να τα κάνει. Ένα απο αυτά τα πράγματα ήταν οι λίμνες. Ναι και όμως οι λίμνες. Στην αρχή του χρόνου, τον πρώτο καιρό που υπήρχε η Γη δεν υπήρχαν λίμνες. Ο λόγος που δεν υπήρχαν είναι ότι τα νερά εκείνη την περίοδο ήταν ενθουσιασμένα που μπορούσαν να είναι συνεχώς σε κίνηση και ελεύθερα να πάνε όπου ήθελαν, ώστε να δουν την πλάση. Και τους άρεσε πολύ να βλέπουν τι είχε φτιάξει ο Μεγάλος Γέροντας, αλλά τους άρεσε να κάνουν και άλλα πράγματα. Όπως για παράδειγμα τους άρεσε που έπαιζαν όλα μαζί στην θάλασσα και στους ωκεανούς, προκαλούσαν κύματα και προσπαθούσαν να σκαρφαλώσουν στην ράχη τους. Άλλες φορές έπιαναν τα χέρια τους και στριφογυρνάγανε σαν τρελά κάνοντας σβούρες και προκαλώντας τις δίνες. Ακόμα τρελαίνονταν να ταξιδεύουν. Το αγαπημένο τους μέσο για την μεταφορά τους ήταν τα σύννεφα, όπως και σήμερα, και κοιτούσαν την Γη απο ψηλά και κάθε φορά έβλεπαν όλο και κάτι καινούργιο που είχε προσθέσει ή αφαιρέσει ο Μεγάλος Γέροντας. Όταν ταξίδευαν με τα σύννεφα και ένα μέρος τους άρεσε ή έβλεπαν ότι έπρεπε να δροσίσουν τα φυτά και τα δέντρα να ζήσουν, τότε έπεφταν με ορμή προς την Γη. Δημιουργούσαν βροχές και πολλές φορές πλημμύριζαν ολόκληρες περιοχές. Ακόμα υπήρχε και κάτι άλλο που τους άρεσε. Τους άρεσε να κάνουν τσουλήθρα. Θα αναρωτιέστε που έκαναν τσουλήθρα. Μα που θα μπορούσαν να κάνουν τσουλήθρα??? Μα στα ποτάμια που είχαν κλίση. Έτσι μπρούσαν να κυλήσουν γρήγορα όλα μαζί, έπεφταν απο ψηλά μέρη τους καταρράχτες και συνέχιζαν το ταξίδι τους πάλι μέχρι την θάλασσα και τους ωκεανούς. Άλλοτε όταν ένιωθαν κουρασμένα και δεν είχαν όρεξη να παίξουν ή να ταξιδεύψουν, έπεφταν σε ύπνο. Ταξίδευαν στον παγωμένο βορρά ή στον μακρινό νότο, με άλλα λόγια στις άκρες της Γης. Εκεί έπεφταν σε ύπνο για αρκετό καιρό. Απο υγρή μορφή που είχαν, έπαιρναν στερεή. Σε αυτό βοηθούσε και το μέρος που επέλεγαν για να κοιμηθούν, δηλαδή ότι ο ήλιος δεν έπεφτε σε εκείνα τα μέρη αρκετά ζεστός. Με αποτέλεσμα να υπάρχει παγωνιά που βοηθούσε τα νερά να γίνουν πάγοι. Βέβαια όλα αυτά ήταν καλά μόνο τον πρώτο καιρό. Σιγά σιγά τα νερά άρχισαν να έχουν μια επιθυμία. Ήθελαν να έχουν ένα μέρος που θα μπορούσαν να ξεκουράζονται για λίγο χωρίς να κινούνται, αλλά και χωρίς τον κίνδυνο να γίνουν πάγοι. Μα πάνω απο όλα ήθελαν ένα μέρος που θα συναντιούνται μεταξύ τους τα νερά. Γιατί ήθελαν να μπορέσουν να πουν μεταξύ τους τι είχαν δει και να εξιστορήσουν τις περιπετειές τους που είχαν αποκομίσει τόσο καιρό. Αλλά δυστηχώς δεν υπήρχε κάπου αυτό το μέρος. Έτσι συνεχώς όπως είπαμε ήταν σε κίνηση ή έπεφταν για ύπνο. Δεν το έβαλαν κάτω. Κάποια νερά αποφάσισαν ότι έπρεπε να μιλήσουν στον Μεγάλο Γέροντα. Βγάλανε μια αντιπροσωπία που θα πήγαινε να μιλήσει στον Μεγάλο Γέροντα. Αυτή η ομάδα απο τα νερά, μαζεύτηκε πάνω σε ένα σύννεφο και ξεκίνησαν να βρούν τον Μεγάλο Γέροντα. Αυτό που δεν υπολόγισαν ήταν ότι ο Μεγάλος Γέροντας ταξίδευε ακατάπαυστα γιατί ακόμα έφτιαχνε καινούργια πράγματα στην Γη. Το ταξίδι τους έτσι κράτησε αρκετό καιρό. Κάποια στιγμή βρήκαν ταν ίχνη του. Ένα βουνό που μόλις είχε ψηλώσει είπε ότι ο Μεγάλος Γέροντας βρισκόταν κάπου εκεί γύρω. Και όντως δεν ήταν μακρία. Δεν άργησαν να τον βρούν. Μόλις είδε τα νερά ο Μεγάλος Γέροντας τα δέχτηκε με χαρά. Τα νερά δεν έχασαν χρόνο, είπαν το πρόβλημα τους στον Γέροντα. Στην αρχή ξαφνιάστηκε με τα παράπονα, αλλά γρήγορα προβληματίστηκε. Δεν ήξερε πως να τα βοηθήσει. Εν τω μεταξύ γύρω έπεφταν βροχή απο τα σύννεφα τα νερά. Ο Γέροντας καθόταν σκεφτικός με το βλέμμα στο χώμα. Πέρασε κάμποση ώρα. Ο Γέροντας σήκωσε το βλέμμα του και είπε με χαρά στα νερά ότι βρήκε την λύση στο προβλημά τους. Η λύση του ήρθε καθώς κοίταζε το χώμα και τις σταγόνες της βροχής που έπεφταν. Πρόσεξε ότι η βροχή όπως έπεφτε γέμιζε τις μικρές λακκούβες που υπήρχαν στην γη, το νερό έστεκε ακίνητο εκεί μέσα μέχρι που ξεχείλιζε και έτρεχε πάλι στο χώμα φτιάχνοντας μικρά ρυάκια. Έτσι σκέφτηκε ότι αν φτιάξει τεράστιες λακκούβες στην επιφάνεια της γης, τα νερά θα τις γέμιζαν και δεν θα μπορούσαν να φύγουν απο εκεί. Την ιδέα του την μοιράστηκε με τα νερά. Τώρα ήταν η σειρά των νερών να σκεφτούν. Τελικά η σκέψη του Γέροντα τους άρεσε παρά πολύ. Ο Μεγάλος Γέροντας ξεκίνησε να υλοποιεί την ιδέα του, απο την ίδια μέρα!!! Απο τότε στην επιφάνεια της γης σχηματίστηκαν μεγάλες λακκούβες όπου σύντομα γέμισαν με νερά και δημιούργησαν τις λίμνες. Τα νερά πλέον χαρούμενα μπορούσαν να έχουν ένα μέρος που θα ξαπόστεναν για λίγο μέχρι αποφασίσουν να ξεκινήσουν πάλι το ταξίδι τους.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7908685554067650987-201546588188112124?l=bardstory.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://bardstory.blogspot.com/feeds/201546588188112124/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7908685554067650987&amp;postID=201546588188112124' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/201546588188112124'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/201546588188112124'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://bardstory.blogspot.com/2009/01/blog-post_31.html' title='Όταν γέμισαν οι λίμνες...'/><author><name>Bellamin Fletcher</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01776134366244848429</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987.post-9104600406838543572</id><published>2009-01-23T23:01:00.001+02:00</published><updated>2009-01-23T23:03:35.237+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χρονικά του Νάργουικ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Φαντασίας'/><title type='text'>Φτερά Κορακιών (Τελευταίο Μέρος)</title><content type='html'>Όλοι μέσα στο πανδοχείο σώπασαν με το τέλος της ιστορίας του δημάρχου τους. Αλλά μέσα τους οι σκέψεις και οι ανησυχίες τους δεν είχαν σταματημό. Τι θα απογίνουν??? Θα τους βοηθήσουν αυτοί οι 3 ξένοι??? Κανείς δεν ήξερε την απάντηση σε αυτές τις ερωτήσεις τους.&lt;br /&gt;Η Μέλανι μίλησε πρώτη, προλαβαίνοντας τον Γκάμπλ που πήγε να μιλήσει. «Απο ότι κατάλαβα είναι αρκετά σημαντικά τα πράγματα. Κάτι περίεργο κατοικεί στα βουνά και απο ότι φαίνεται έχει πολύ δύναμη...» Γύρισε να δει τα πρόσωπα των συντρόφων της. Ο Μπρέγκαρ είδε ότι Μέλανι τον κοίταζε επίμονα.&lt;br /&gt;«Καλά, καλά. Εντάξει!!! Λοιπόν είμαστε πρόθυμοι να σας βοηθήσουμε, κάνωντας ότι καλύτερο μπορούμε και τα λοιπά» είπε ο Μπρέγκαρ με μισή καρδιά και νιώθοντας το χτύπημα στον πισινό του να τον πονάει περισσότερο «Αλλά μετά, μέχρι να επιστρέψουμε στο Νάργουικ δεν ξανασηκώνω το τσεκούρι, ακόμα και αν έρθει μπροστά μου και με παρακαλάει ο ίδιος ο Μόραντιν»&lt;br /&gt;Στο πρόσωπο του Γκάμπλ σχηματίστηκε ένα γελάκι χάρη στον φίλο του. «Απο ότι ακούσατε θα σας βοηθήσουμε να λύσετε το προβλημά σας με τον Μάλφα ή με όποιον άλλον είναι απο πίσω»&lt;br /&gt;«Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ και σας είμαστε υπόχρεοι για αυτό που θα κάνατε. Το θάρρος σας θα βοηθήσει τους άμοιρους κατοίκους να κοιμηθούν πιο ανάλαφρα απόψε» όλοι οι κάτοικοι βουβά και απο μέσα τους έδειχναν να συμφωνούν με τα λόγια του δημάρχου τους.&lt;br /&gt;«Τώρα θα θέλαμε να φάμε και να ξεκουραστούμε.» είπε ο Μπρέγκαρ&lt;br /&gt;«Βεβαίως γενναίε νάνε, θα σας αφήσουμε να απολαύσετε το γεύμα σας και να ξεκουραστείτε» είπε ο δήμαρχος και σηκώθηκε απο το τραπέζι καληνυχτίζοντας τους σωτήρες του χωριού του. Όλοι ακολούθησαν το παράδειγμα του δημάρχου τους. Σιγά-σιγά άρχισε το πανδοχείο να αδειάζει και μόνο 2 τραπέζια είχαν κόσμο, κάποιους κατοίκους του χωριού που συζητούσαν χαμηλόφωνα. Μόλις τελείωσαν το γεύμα τους ο παραγιός του πανδοχέα οδήγησε τον Γκάμπλ και τον Μπρέγκαρ σε ένα υποτιθέμενο δίκλινο, ένα δωμάτιο με ένα σπασμένο κομοδίνο και δυο κρεβάτια που αντί για στρώματα είχαν άχυρα και μάλλον γεμάτα απο ψύλλους. Το δωμάτιο της Μέλανι ήταν λίγο πιο καλό. Το κρεβάτι είχε κανονικό στρώμα και έδειχνε αναπαυτικό παρόλο τους μεγάλους λεκέδες που είχε πάνω του. Τελευταίοι κοιμήθηκαν ο Γκάμπλ και ο Μπρέγκαρ που συζητούσαν για το νέο μπλεξιμό τους. Κάποια στιγμή ο ύπνος τους πήρε και αυτούς. Το δωματιό τους ήταν παγωμένο και έγινε περισσότερο όταν έσβησε και το λυχνάρι που φώτιζε το δωμάτιο. Πλέον στο χωριό δεν υπήρχε κανένα φως ανοιχτό. Οι κάτοικοι απο το φόβο τους δεν άναβαν ούτε τα τζάκια να ζεσταθούν. Όλοι είχαν κοιμηθεί, όλοι εκτός απο μια φιγούρα που βγήκε απο ένα στενό και άρχισε να κινείται προς το βουνό. Τα χιόνι που έπεφτε πυκνό ήταν συμμαχός του αφού κάλυπτε τα ίχνη του. Το πρωί έφτασε γρήγορα. Ο μοναδικός κόκκορας που είχε απομείνει στο χωριό λάλησε δυνατά ξυπνώντας τους κατοίκους. Φερνοντάς τους πάλι στην πραγματικότητα. Μαζί τους ξύπνησαν η Μέλανι και ο Γκάμπλ που ένιωθε καλύτερα σε σχέση με το προηγούμενο βράδυ. Απο την άλλη ο Μπρέγκαρ ροχάλιζε δυνατά και μερικές φορές παραμίλαγε και γύριζε πλευρό. Το κρύο τους έκανε να πάνε στο ισόγειο του πανδοχείου με την ελπίδα ότι το τζάκι έκαιγε. Στον διάδρομο συναντήθηκαν οι δυο τους.&lt;br /&gt;«Καλημέρα Μέλανι!!! Πως κοιμήθηκες???»&lt;br /&gt;«Μια χαρά. Βλέπω ότι είσαι καλύτερα απο την χθεσινή μάχη...» είπε η Μέλανι που τα λόγια της έδειχναν ενδιαφέρον «Αυτός... που ακούω είναι ο Μπρέγκαρ??? Χαχαχα πως κατάφερες και κοιμήθηκες μαζί του???» και συνέχισε να γελάει η Μέλανι «Συνήθως δεν κάνει έτσι... απλά είναι κουρασμένος» Λέγοντας αυτά και πολλά άλλα κατέβηκαν στο ισόγειο και προς μεγάλη ανακουφισή τους το τζάκι έκαιγε. Οι συζητήσεις τους είχαν σαν θέμα την καινούργια περιπετειά τους. Λίγο πιο μετά έκανε και ο Μπρέγκαρ την εμφανισή του και βοήθησε και εκείνος να καταστρώσουν το σχεδιό τους. Αφού πρώτα ήπιε ένα μεγάλο ποτήρι μπύρα για να ξυπνήσει όπως είπε. Στο πανδοχείο μαζεύτηκε και άλλος κόσμος όσο προχώραγε η μέρα. Όλοι κοιτούσαν τους ξένους και περίμεναν πότε θα ξεκινούσαν την αποστολή τους. Προς το μεσημεράκι ανέβηκαν πάνω για να ετοιμαστούν. Ο Γκάμπλ άλλαξε τους επιδέσμους του και ο Μπρέγκαρ ακόνισε το τσεκούρι του και το καθάρισε απο τα αίματα των κορακιών. Η Μέλανι κλείστηκε στο δωματιό της και έβγαλε απο τα πραγματά της ένα μεγάλο τόμο. Τον άνοιξε μπροστά της. Οι σελίδες ήταν γραμμένες σε μια περίεργη γλώσσα, στην γλώσσα της μαγείας. Άρχισε να γυρνάει τις σελίδες, σε κάποιες έστεκε για λίγο και μετά συνέχιζε. Μετά απο ώρα βρήκε τα ξόρκια που ήθελε να προετοιμάσει. Το στόμα της άρχισε να σχηματίζει λέξεις, προτάσεις που είχαν μια διαφορετική χροιά απο την κανονική της φωνή. Έκλεισε τα μάτια της και ξαναείπε απο έξω τα ξόρκια ήταν πλέον έτοιμη. Η ώρα είχε περάσει, πλέον ήταν απόγευμα. Κάτω την περίμεναν οι άλλοι δυο. Η Μέλανι ένιωθε λίγο ζαλισμένη, όταν βγήκε στον παγωμένο αέρα ένιωσε κάπως καλύτερα. Αυτή την φορά ξεκίνησαν πεζοί, δεν ήθελαν τα άλογα να τρομάξουν με κανένα τεράστιο κοράκι. Κάποιοι απο τους χωρικούς είχαν βγει απο τις πόρτες τους και κοίταζαν που ανηφόριζαν στο μονοπάτι που οδηγούσε μέσα στο βουνό. Όλοι ήλπιζαν να πετύχουν. Το χιόνι ξαναέκανε την εμφανισή του. Οι θερμοκρασίες ήταν ιδανικές. «Πόσο μισό το χιόνι???» γκρίνιαξε ο Μπρέγκαρ. Οι άλλοι δυο δεν του έδωσαν σημασία, συνέχισαν τον δρόμο τους. Πλέον είχαν περπατήσει αρκετά. Το μονοπάτι είχε γίνει στενό, ο ένας περπατούσε πίσω απο τον άλλο. Είχαν ακόμα φως απο ότι έβλεπαν απο την λωρίδα του ουρανού που άφηναν τα βουνά να δουν. Ο Γκάμπλ κοίταζε αρκετές φορές πάνω μήπως δει καμιά φωλιά πουλιού. Αυτό που είδε όμως ήταν κάτι που δεν περίμενε. «Προσέχτε!!!» ένας δυνατός θόρυβος απο πέτρες ακούστηκε απο πάνω τους. Μεγάλα κομμάτια βράχων έπεφταν απο πάνω τους και δεν υπήρχε χώρος να κρυφτούν. Η μόνη λύση ήταν να τρέξουν προς τα εμπρός. Ο Μπρέγκαρ το κατάλαβε πρώτος «ΤΡΕΞΤΕΕΕΕΕ!!!!» Η Μέλανι έσπρωξε τον Γκάμπλ να κινηθεί. Άρχισαν να τρέχουν στο χιονισμένο μονοπάτι. Τελευταίος είναι ο Μπρέγκαρ που αγκομαχούσε όπως έτρεχε. Η πέτρες έπεφταν απο πίσω τους. Κάποια στιγμή ο Γκάμπλ είδε οτι το μονοπάτι έβγαζε σε ένα ξέφωτο. Έτρεξε με όση δύναμη είχε. Πήδηξε έξω στο ξέφωτο. Το ίδιο έκανε και η Μέλανι. Κοίταξαν πίσω τους στην χαράδρα του θανάτου. Ήταν γεμάτη απο βράχια. «Που είναι ο Μπρέγκαρ???» ρώτησε η Μέλανι που δεν τον έβλεπε πουθενά και άρχισε να ανησυχεί μήπως είχε συμβεί το μοιραίο. Ο Γκάμπλ κοίταξε και αυτός ανήσυχος γύρω του. Ο Μπρέγκαρ δεν υπήρχε πουθενά. Είχε θαφτεί κάτω απο τις πέτρες??? Έτρεξαν προς τα βράχια και άρχισαν να τις πετούν πίσω τους ψάχνοντας τον νάνο φίλο τους. Η Μέλανι κάτι είδε μέσα στις πέτρες. Ένα χέρι. Έδειχνε να μην κουνιέται. «Εδώ είναι!!!!!» Ο Γκάμπλ πλησίασε και εκείνος. Σαν μανιακοί άρχισαν να μετακινούν τα βράχια. Ο Μπρέγκαρ μετά απο λίγο αποκαλύφτηκε. Ήταν ζωντανός γεμάτος με σκόνη απο τα βράχια. «Και μόλις έλεγα πότε θα αποφάσιζαν να με βρούν» η Μέλανι και ο Γκάμπλ ξέσπασαν σε γέλια με τα λόγια τους νάνου. «Τουλάχιστον είσαι καλά???» ρώτησε ο Γκάμπλ.&lt;br /&gt;«Όχι δεν είμαι καθόλου καλά. Στην αρχή μας επιτείθονται κοράκια μετά μαθαίνουμε για μια κατάρα απο ένα τύπο που έχει το όνομα Μάλφα και τώρα σαν μην έφταναν όλα αυτά καταστράφηκε και το αγαπημένο μου κράνος. Όχι δεν είμαι καλά.» για άλλη μια φορά γέλια ήχησαν μέσα στο παγωμένο βουνό. Τα γέλια όμως κόπηκαν με την μια όταν απο ψηλά άκουσαν ένα μεγάλο κράξιμο. Κοίταξαν προς τον ουρανό. Είδαν μια μεγάλη μαύρη φιγούρα να πετάει. Ένα γιγάντιο κοράκι!!! Μόλις το είδαν κατάλαβαν ότι ο δήμαρχος δεν τους έλεγε ιστορίες για μικρά παιδάκια. Το κοράκι πέταξε προς μια κορυφή εκεί κοντά τους. Λογικά η φωλιά τους βρίσκεται εκεί. Αποφασισμένοι να δώσουν ένα τέλος σε αυτή την ιστορία, οπλίστηκαν με θάρρος και ξανάρχισαν να περπατούν στο μονοπάτι. Έβλεπαν την κορυφή καθαρά. Η Μέλανι όπως περπάταγε άρχισε μιλάει ψιθυριστά όπως είχε κάνει στο πανδοχείο. Το λόγια της έδειχναν να κορυφώνονται. Ακούμπησε το ένα χέρι της στο στήθος της. Μια μπλέ αύρα κάλυψε το σώμα της σχημάτισε το περίγραμμα μια πανοπλίας και εξαφανίστηκε. Το ξόρκι είχε πετύχει. Ένιωθε περισσότερη ασφάλεια. Δεν απείχαν μακριά απο την φωλιά. Άκουσαν δυνατά κραξίματα. Δυο διαφορετικά κραξίματα...Περπατούσαν προσεχτικά και όσο πιο αθόρυβα μπορούσαν πάνω στο χιόνι που έτριζε κάτω απο τις μπότες τους. Για καλή τύχη τους υπήρχαν κάποια δέντρα γυμνά απο την φυλλωσιά τους που μπορούσαν να κρυφτούν και να παρακολουθήσουν απο κοντά την φωλιά και τις κινήσεις των πουλιών. Πρόσεξαν ότι η φωλιά έστεκε πάνω απο το γκρεμό σε μια άκρη ένος δέντρου που εξείχε προς τα έξω. Η φωλιά φαινόταν γιγάντια σε σχέση με αυτές που είχαν δει. Μέσα στην φωλιά υπήρχε το ένα κοράκι. Και μόνο απο την όψη του έδειχνε τρομαχτικό. Δυο τεράστια κίτρινα μάτια κοιτούσαν προσεχτικά γύρω του. Ενώ απο το μεγάλο και γκρι ράμφος του έβγαιναν πνιχτή ήχοι κραξίματος που τρυπούσαν τα αυτιά σου. Ένιωσαν κάποια στιγμή ένα δυνατό αέρα να τους χτυπά στο πρόσωπο. Είδαν ότι απο πάνω τους πέρασε το άλλο κοράκι που πήγε και προσγειώθηκε στην φωλιά. Που απο ίσα ίσα άντεχε το βάρος τους. Όμως η κοπέλα δεν υπήρχε πουθενά.&lt;br /&gt;«Βλέπει κανείς την κοπέλα» ρώτησε ο Γκάμπλ όσο πιο χαμηλά μπορούσε για να τον ακούσουν και οι φίλοι του.&lt;br /&gt;«Ίσως να είναι στην φωλιά» απάντησε η Μέλανι που κοίταζε προσεχτικά όλο το χώρο που εκτός απο την φωλιά είχε και ένα μεγάλο πλάτωμα&lt;br /&gt;«Νομίζω ότι ένας τρόπος υπάρχει να το ανακαλύψουμε» είπε ο Μπρέγκαρ και ετοιμάστηκε να ορμήξει. Όμως το χέρι της Μέλανι τον σταμάτησε και του έδειξε με τον δείκτη της προς το πλάτωμα. Ο Γκάμπλ μαζί με τον Μπρέγκαρ κοίταξε προς τα εκεί. Έναν άνθρωπο με χλωμό δέρμα και μαύρα μάτια που είχε αντί για μαλλιά φτερά απο κοράκια. Φορούσε ένα μανδύα φτιαγμένο και αυτόν απο φτερά κορακιών και στους ώμους είχε κεφάλια κορακιών. Η Μέλανι πρόσεξε όμως κάτι άλλο που δεν μπρούσαν να αναγνωρίσουν εύκολα οι άλλοι. Είδε ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν ένα ντρόου ή αλλιώς στην γλώσσα των ανθρώπων ένα σκοτεινό ξωτικό. Τον αιώνιο εχθρό όλων τον ξωτικών. Το μίσος μέσα της άρχισε να φουντώνει. Ο Μάλφα ήταν ένα ντρόου. Που τώρα άρχισε να μιλάει στα κοράκια. Μίλαγε με κραξίματα και η γλώσσα του κάθε φορά πεταγόταν έξω. Τα κοράκια έδειχναν να τον υπακούν. Ο Μάλφα τέντωσε το χέρι του προς την φωλιά. Η Μέλανι είδε τη έδειχνε. Απο την φωλιά ξεπρόβαλε μια κοπέλα που φορούσε μόνο ένα σκισμένο φόρεμα. Αυτό ήταν που την έκανε να θολώσει. Άρχισε να μιλάει πάλι στην παράξενη γλώσσα. Σήκωσε τα χέρια της ψηλά σε κοντινή απόσταση. Ο Μπρέγκαρ πισωπάτησε. Στα χέρια της Μέλανι έκανε στην εμφανισή της μια μικρή μπάλα απο φωτιά που μεγάλωνε γρήγορα. Ήξερε αυτό το ξόρκι ο Μπρέγκαρ. Το έλεγαν μπάλα φωτιάς. Τα κοράκια γύρισαν προς το μέρος τους. Ήταν πλέον πολύ αργά. Η Μέλανι κατέβασε τα χέρια της και σημάδεψε τα κοράκια. Μια μπάλα απο φωτιά έφυγε απο τα χέρια της και διέσχισε την απόσταση αιωρούμενη λίγο πιο πάνω απο το έδαφος. Πίσω της άφησε μια γραμμή απο λιωμένο χιόνι. Η σύγκρουση ήταν εκκοφαντική. Η μπάλα μόλις έπεσε πάνω στα κοράκια ανατινάχτηκε και έπιασε φωτιά η φωλία. Όμως τα κοράκια παρόλο που είχαν δεχτεί ένα μεγάλο πλήγμα έστεκαν αγέρωχα. Και πλέον έκραζαν δυνατά. Πετάχτηκαν απο τις φλόγες και πέταξαν προς τα εκεί που έστεκαν η Μέλανι και οι άλλοι δυο. Ο Μπρέγκαρ δεν έχασε καθόλου χρόνο και όρμηξε προς το πρώτο κοράκι. Ο Γκάμπλ ακολούθησε και εκείνος πίσω απο τον νάνο. Η Μέλανι απο την άλλη κοίταξε προς τον Μάλφα. Είχε γυρίσει την πλάτη του και είχε ανασηκώσει τα χέρια του προς τα εμπρός. Μάλλον έκανε υλοποίησει κάποιου ξορκιού. Η κοπέλα βρισκόταν πεσμένη στα πλάγια λίγο πιο μαρκιά του. Κάποιες κραυγές τράβηξαν το βλέμμα της προς τους συντρόφους της. Είδε ότι ο Μπρέγκαρ ήταν σε μια άνιση μάχη με το ένα κοράκι που πέταγε λίγο πιο ψηλά απο το έδαφος. Ενώ ο Γκάμπλ έριχνε κατα κύματα βέλη προς το άλλο που πέταγε ψηλά. Η Μέλανι γύρισε πάλι προς τον Μάλφα. Τώρα είχε τεντώσει τα χέρια του οριζόντια μπροστά του. Η Μέλανι μάλλον κατάλαβε τι έκανε, έπρεπε να τον διακόψει. Έψαξε στο πουγκί με τα υλικά για τα ξόρκια. Στο πανικό της έπεσαν αρκετά πράγματα στο χιόνι. Όμως δεν έδειξε να την νοιάζει. Είχε βρει εκείνο που ήθελε. Στα χέρια της κρατούσε μια μεταλλική ράβδο. Την έπιασε με τα δυο χέρια της. Το ξόρκι απο ότι θυμόταν ήταν γρήγορο. Είπε τα απαραίτητα λόγια έφερε την ράβδο στο ύψος του στήθους. Μπλε ακτίνες περιτύλιξαν την ράβδο. Οι ακτίνες άρχισαν να γίνονται πιο πυκνές. Το ξόρκι μπορούσε να απελευθερωθεί. Μια αστραπή έσκισε τον αέρα και έπεσε πάνω στον Μάλφα. Ο Μάλφας τινάχτηκε και έπεσε κάτω. Αλλά το ξόρκι του Μάλφα είχε γίνει. Μια πύλη είχε ανοίξει και παλλόταν σε διάφορα χρώματα ώσπου σταθεροποιήθηκε σε ένα κοκκινωπό χρώμα. Η Μέλανι έπρεπε να σώσει την κοπέλα. Απο την άλλη ο Μπρέγκαρ δυσκολευόταν αλλά ακόμα μπορούσε να μάχεται. Απο την άλλη ο Γκάμπλ είχε γυρίσει την μάχη σώμα με σώμα με το κοράκι. Ο Μάλφα σηκώθηκε απτόητος και έπιασε απο το χέρι την κοπέλα την τράβηξε προς την πύλη. Εκείνη έδειχνε να αντιστέκεται. Η Μέλανι έτρεξε προς τον Μάλφα. Έπρεπε να σώσει την κοπέλα. Κατέβασε το τόξο και σημάδευψε τον Μάλφα.&lt;br /&gt;«Νομίζω ότι πρέπει να την αφήσεις Μάλφα» είπε με αποφασιστικότητα η Μέλανι&lt;br /&gt;«Δεν νομίζω αγαπητή ξωτικιά. Αυτό δεν γίνεται» είπε ο Μάλφα μιλώντας και κράζοντας παράλληλα ενώ στην τελευταία πρόταση κούνησε το δαχτυλό του δεξιά και αριστερά. Κάνοντας την Μέλανι να νευριάσει περισσότερο. Η χορδή τινάχτηκε για να γυρίσει πάλι στην θέση της και δίνοντας ταυτόχρονα ώθηση στο βέλος να τιναχτεί, σημαδεύοντας και τρυπώντας τον δεξιό ώμο του Μάλφα. Ο Μάλφα έκανε ένα βήμα πίσω. Έπιασε το βέλος με το δεξί χέρι και το έσπασε ενώ έφτυσε μαύρο αίμα στο χιόνι.&lt;br /&gt;«Μόνο αυτό μπορείς να κάνεις ξωτικιά???» ρώτησε γεμάτος με ειρωνεία ο Μάλφα. Και έκανε μερικά βήματα πίσω σέρνοντας απο τα μαλλιά την κοπέλα. Η Μέλανι κατάλαβε ότι πήγαινε να την σκάσει απο την πύλη. Ξανα όπλισε το τόξο της. Αλλά ήταν αργά. Μόλις άφησε το βέλος ο Μάλφα είχε εξαφανιστεί μέσα στην πύλη. Το βέλος πέρασε και εκείνο μέσα απο την πύλη. Αλλά δεν ξέρει αν βρήκε το στόχο της. Η πύλη έκλεισε μετά απο λίγο. Ένιωσε ηττημένη. Είχε χάσει μια μάχη απο τον μεγαλύτερο εχθρό της. Τουλάχιστον ο Μπρέγκαρ και ο Γκάμπλ πήγαιναν καλύτερα. Ο Μπρέγκαρ μετά απο μερικά χτυπήματα έριξε το κοράκι νεκρό και πήγε να βοηθήσει τον Γκάμπλ. Τα είχε βρει σκούρα και σε συνδυασμό με τα χθεσινά τραύματα δυσκολευόταν να κρατήσει το ξίφος του. Ο Μπρέγκαρ όρμησε και κατέβασε το μεγάλο τσεκούρι του στο κεφάλι του κορακιού, συνθλίβοντας και πετώντας τα μυαλά του έξω. Πλέον είχαν κερδίσει την μάχη. Πλησίασαν την Μέλανι που έψαχνε στο χιόνι. Όταν έφτασαν δίπλα της είδαν να κρατάει ένα αημένιο φτερό.&lt;br /&gt;«Τι είναι πάλι και τούτο???» ρώτησε ο Μπρέγκαρ που στεκόταν πάνω στο τσεκούρι του.&lt;br /&gt;«Δεν ξέρω ακόμα...» είπε κοιτάζοντας το φτερό η Μέλανι«Μπορούμε να το συζητήσουμε καθώς θα κατεβαίνουμε στο χωριό» ανέφερε ο Γκάμπλ που έβλεπε ότι η νύχτα είχε πέσει σκοτεινή. Όλοι συμφώνησαν μαζί του. Πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Μετά απο κάποια ώρα είδαν το χωριό. Φαινόταν αλλαγμένο. Τα σπίτια είχαν φώτα και απο τις καμινάδες τους έβγαινε καπνός. Κατάλαβαν ότι τα κοράκια είχαν φύγει και πλέον ένιωθαν ασφαλής. Έφτασαν στο πανδοχείο. Φωνές και τραγούδια ηχούσαν απο μέσα. Μπήκαν μέσα. Όλοι μόλις τους είδαν ξέσπασαν σε επευφημίες και άλλοι τους χτυπούσαν στην πλάτη για την πράξη τους. Η Μέλανι τους ανέφερε ότι τελικά δεν μπόρεσαν να σώσουν την κοπέλα. Πολλοί στεναχωρήθηκαν με αυτό το άκουσμα. Ο δήμαρχος πήρε τον λόγο, ανέφερε ότι όλο το χωριό λυπάται για την άτυχη κοπέλα και ότι έκαναν ότι καλύτερο μπορούσαν. Παρόλα αυτά ευχαρίστησε τους ήρωες που έσωσαν τον χωριό τους και τους πρόσφερε μια μεγάλη ανταμοιβή. Όμως δεν την δέχτηκαν. Με το πρόσχημα ότι δεν έκαναν τίποτα και ότι το χωριό τα χρειαζόταν περισσότερο. Το σίγουρο είναι ότι οι κάτοικοι μπορούσαν να κοιμηθούν ήσυχοι μετά απο πολύ καιρό. Όπως και οι τρεις σύντροφοι. Το γλέντι κράτησε ως αργά. Ο Μπρέγκαρ κοιμήθηκε πάνω σε ένα τραπέζι. Την άλλη μέρα, το μεσημέρι, ξεκίνησαν πάλι το ταξίδι τους. Περνώντας τον δρόμο προς το Νάργουικ. Το σίγουρο είναι ότι μέχρι το Νάργουικ θα περνούσαν πολλές περιπέτειες ακόμα...&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7908685554067650987-9104600406838543572?l=bardstory.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://bardstory.blogspot.com/feeds/9104600406838543572/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7908685554067650987&amp;postID=9104600406838543572' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/9104600406838543572'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/9104600406838543572'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://bardstory.blogspot.com/2009/01/blog-post_23.html' title='Φτερά Κορακιών (Τελευταίο Μέρος)'/><author><name>Bellamin Fletcher</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01776134366244848429</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987.post-971982627392246241</id><published>2009-01-16T23:30:00.000+02:00</published><updated>2009-01-17T02:58:28.007+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χρονικά του Νάργουικ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Φαντασίας'/><title type='text'>Φτερά Κορακιών (Μέρος 2ο)</title><content type='html'>Πλέον δεν απείχαν και πολύ απο τα πρώτα σπίτια του χωριού. Ο Γκάμπλ έριχνε κλεφτιές ματιές πίσω του, εκεί που είχαν κουρνιάσει τα κοράκια και παρέμειναν ήσυχα. Η Μέλανι απο την άλλη κοίταζε τα σπίτια καθώς περνούσαν από αναμεσά τους. Ένιωθε ότι το χωριό να είναι εγκατελειμένο και να φαντάζει στοιχιωμένο στα μάτια της. Αυτή η σκέψη της καταρρεύσε μόλις εμφανίστηκε ένα παιδάκι και έτρεξε έξω απο ένα σπίτι, μια πόρτα άνοιξε και δυο χέρια το τράβηξαν μέσα. Τα άλογα ξαφνιάστηκαν λίγο και χλιμίντρισαν. Το άλογο του Μπρέγκαρ ξέφυγε απο την λαβή του. Δεν μπόρεσε να το συγκρατήσει, αφηνωντάς τον μόνο με τα χαλινάρια για ενθύμιο&lt;br /&gt;«Αναθεματισμένο άλογο!!! Ελπίζω να ψοφήσεις στο κρύο!!!» είπε αγανακτησμένα ο Μπρέγκαρ.&lt;br /&gt;Οι δύο συντροφοί του παρόλο τον φόβο τους δεν μπορούσαν να μην γελάσουν με το νάνο φίλο τους.&lt;br /&gt;Μέσα απο τα γέλια και μερικές λέξεις του νάνου στην γλώσσα του, φτάσανε έξω απο ένα πανδοχείο που έδειχνε ότι τελικά στο χωριό υπήρχε ζωή. Τα παράθυρα ήταν γεμάτα με πάγο και χίονι αλλά το φώς απο μέσα φώτιζε έστω και αδύναμα. Έξω απο το πανδοχείο κρεμόταν μια ξύλινη ταμπέλα που έγραφε ‘Ο Μαύρος Κόρακς’ και κάτω απο το όνομα είχε την ζωγραφιά ενός κορακιού.&lt;br /&gt;«Τι ειρωνικό???» ψυθίρισε ο Γκάμπλ που τουρτούριζε απο το κρύο και απο τις πολλές πληγές.&lt;br /&gt;Απο μέσα άκουγαν έντονες συνομιλίες και βρισίες να διαδέχονται η μία την άλλη. Η Μέλανι και ο Γκάμπλ κατέβηκαν απο τα αλογά τους και τα έδεσαν σε ένα φράχτη που είχε το πανδοχείο λογικά για αυτό τον λόγο. Πεζοί πλησίασαν απο την πόρτα. Οι φωνές όσο πλησίαζαν δυνάμωναν. Μπορούσαν να ακούσουν καθαρά κάποιες λέξεις που επαναλάβονταν συνεχώς. Κατάρα, κοράκια και για ένα κορίτσι. Ο Μπρέγκαρ στεκόταν έξω απο την πόρτα. Την άνοιξε. Ένα κύμα αέρα μπήκε μέσα και τα κεριά και το τζάκι τρεμόπαιξαν κάτω απο τον κρύο αέρα. Όλοι μέσα γύρισαν με μια κίνηση. Κοιτούσαν τον νάνο, την γυναίκα και ένα πληγωμένο άντρα. Το βλέμμα των κατοίκων ήταν πιο διαπεραστικό και απο τα κοράκια που αντιμετώπισαν πιο πριν. Μερικοί τους κοίταξαν με έκπληξη, αρκετοί με καχυποψία ενώ κάποιοι είχαν έτοιμα να τραβήξουν τα σπαθιά τους με την πρώτη περίεργη κίνηση. Οι τρείς τους μπήκαν μέσα και έκλεισαν την πόρτα. Η ζέστη απο το τζάκι γέμισε τα σωθικά τους με ζεστασιά. Τα μούσια του Μπρέγκαρ και τα ταλαιπωρημένα γένια του Γκάμπλ άρχισαν να στάζουν απο το πάγο που είχαν πάνω τους. Πήγαν στο μοναδικό τραπέζι και κάθισαν με ανακούφιση. Τα διπλανά τραπέζια άδειασαν αμέσως.&lt;br /&gt;Ένας απο τους κατοίκους τους μίλησε «Ποιοί είστε??? Πως ήρθατε εδώ???»&lt;br /&gt;Με το που τελείωσε την προτασή του. Μια αλυσίδα αντιδράσεων ήχησε μέσα στο πανδοχείο. Όλοι τους ρωτούσαν διάφορα πράγματα. Απο την άλλη οι τρείς φίλοι δεν περίμεναν τέτοια εχθρική αντίδραση.&lt;br /&gt;«Για ηρεμήστε λίγο» ακούστηκε μια φωνή που σχεδόν κάλυψε όλες τις άλλες. Όλοι σιγά σιγά σώπασαν. Οι 3 τους αναρωτήθηκαν ποιος ήταν αυτός που υπάκουσαν όλοι μόνο με το άκουσμα της φωνή του. Το μυστήριο λύθηκε αμέσως.&lt;br /&gt;Ένας ψηλός άντρας με καθαρά ρούχα που έδειχναν πιο καινούργια με των υπολοίπων πήρε το λόγο. Η ομιλία του ήταν ευγενική και έδειχνε κάποιο επίπεδο γνώσεων για ένα άτομο που φαινόταν ότι κατέχει μαχητικές ικανότητες που δεν μπορούσαν να κρυφτούν κάτω απο τα χοντρά του ρούχα.&lt;br /&gt;«Καλησπέρα, ταξιδιώτες. Ζητώ συγγνώμη εκ μέρους των συγχωριανών μου για τον τρόπο  που ξέσπασαν απεναντί σας. Με λένε Τέιμ, είμαι ο δήμαρχος του χωριού.» Κάθισε στο τραπέζι τους. «Άντον. Σε παρακαλώ φέρε ζεστά ποτά για τους φίλους μας. Μην νομίζουν ότι είμαστε εντελώς άξεστοι»&lt;br /&gt;«Δεν νομίζω ότι είστε άξεστοι Δήμαρχε. Όλοι θα αντιδρούσαν με τον ίδιο τρόπο αν έξω απο το χωριό τους υπήρχε ένα σμήνος απο κοράκια που επιτείθετε....» είπε η Μέλανι που έριξε την κουκούλα της πίσω και έφτιαξε τα κόκκινα μαλλιά της και ξεπροβάλοντας τα μυτερά της αυτία με υπερηφάνια. Ο Τέιμ κοίταξε με προσοχή την Μέλανι χωρίς να δείξει την εκπληξή του παρά μόνο με ένα μικρό χαμόγελο. Σε σχέση με τους τον δημαρχό τους οι χωρικοί συζητούσαν μεταξύ τους και κοιτώντας με λοξές ματιές την ξωτικιά.&lt;br /&gt;«Θα συμφωνήσω μαζί σου αγαπητή, ξωτικιά!!! Τελευταίο έχουμε ένα μικρό πρόβλημα στο χωριό μας»&lt;br /&gt;«Μικρό πρόβλημα το λες αυτό!!! Εμένα ακόμα ποναέι ο πισινός μου απο την τούμπα που έφαγα απο το αλογό μου λόγο των καταραμένων κορακιών σας» είπε νευριασμένα ο Μπρέγκαρ που χτύπησε το δεξί του χέρι στο τραπέζι.&lt;br /&gt;Ο Τέιμ κοίταξε τον νάνο με την άκρη του ματιού του χωρίς να πάρει το βλέμμα του απο την ξωτικιά που κοίταζε τα πράσινα μάτια της&lt;br /&gt;«Νομίζω νάνε φίλε μου, ότι δεν πρέπει να παραπονιέσε και πολύ σε σχέση με τον φίλο σας απο εδώ!!! Που είναι σε χειρότερη κατάσταση απο εσένα» και κοίταξε τον Γκάμπλ που καθόταν αμέτοχος στην όλη συζήτηση.&lt;br /&gt;«ΠΟΙΟΣ ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΟΤΙ ΕΙΣΑΙ??? ΠΟΥ ΘΑ ΠΕΙΣ ΣΕ ΕΝΑ ΝΑΝΟ ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΕΕΕ??? ΜΕ ΑΚΟΥΣ???» σηκώθηκε απο την καρέκλα του ο Μπρέγκαρ που αυτή την φορά χτύπησε και με τις δυο μπουνιές του το ξύλινο τραπέζι που ίσα ίσα άντεξε απο το χτυπημά του.&lt;br /&gt;Μερικοί απο τους κατοίκους πήγαν να βγάλουν τα σπαθιά τους. Ο Γκάμπλ έπιασε τον Μπρέγκαρ απο τον ώμο για να τον ηρεμήσει και του μίλησε σε μια παράξενη γλώσσα. Απο την άλλη ο Τέιμ σήκωσε το χέρι του, γνωρίζοντας τις διαθέσεις των συγχωριανών, αν και τους είχε πλάτη. Ο Μπρέγκαρ μόλις τελείωσε ο Γκάμπλ κάθισε στην θέση του. Έδειχνε κάπως μουτρωμένος και ξεφύσαγε για να ηρεμήσει.&lt;br /&gt;Για πρώτη φορά ο Γκάμπλ μίλησε, βλέποντας τις αντιδράσεις των χωρικών.&lt;br /&gt;«Σε παρακαλώ φίλε μου. Μην πέρνεις στα σοβαρά των φίλων μας. Απλά είμαστε κουρασμένοι λόγο του μεγάλου μας ταξιδιού. Η κούραση μας έχει καταβάλει και μερικές φορές μας κάνει να πράτουμε απερίσκεπτα»&lt;br /&gt;«Δεν θα διαφωνήσω μαζί σου άνθρωπε. Έχω ταξιδεύψει και εγώ πιο παλιά και θυμάμαι πως είναι αυτό το συναίσθημα» είπε ο Τέιμ που κοίταζε τον Γκάμπλ λες και προσπαθούσε να ζυγίσει πόσο δυνατός ήταν κάτω απο τα αγριεμένα γένια και τα λιγδιασμένα ανακατεμένα μαλλιά του.&lt;br /&gt;«Κύριε δήμαρχε ας έρθουμε όμως στο προβλημά σας που έγινε και δικό μας λίγο πιο πριν...» είπε ο Γκάμπλ που με την προτασή του έκανε τον Τέιμ να ανακαθίσει στην θέση του. Ένας σερβιτόρος έφερε σε ένα δίσκο, 3 χλιαρές μπύρες και 3 βαθιά πιάτα με ζεστή σούπα και τα άφησε μπροστά στους 3 ταξιδιώτες.&lt;br /&gt;«Νομίζω ότι πρέπει τελικά να μοιραστούμε μαζί σας το προβλημά μας» είπε ο Τέιμ «Το οποίο κρατάει απο πάρα πολύ παλιά.» Αυτά τα λόγια έκαναν την Μέλανι να προσέξει τον δήμαρχο περισσότερο&lt;br /&gt;«Λοιπόν, πριν απο πολλά χρόνια απο ότι έχει ακουστεί απο στόμα σε στόμα και μέσα απο τοπικές ιστοριές στο βουνό που στέκει απο πάνω μας κατοικούσαν γιγάντια κοράκια που ήταν ο τρόμος και ο φόβος όλων των χωριών στις πεδιάδες που ζούσαν απο τις καλλιέργειες. Όμως δεν ήταν μόνο αυτό. Λέγεται ότι αυτά τα κοράκια άνηκαν σε ένα πανίσχυρο μάγο που τα είχε μεγαλώσει με μαγικό τρόπο. Το ονομά του απο ότι έχει ακουστεί ήταν Μάλφας.» Με το άκουσμα του ονόματος μερικοί απο τους χωρικούς προσκαλέστηκαν το όνομα του θεού τους.&lt;br /&gt;«Κάποιες ποιο τραβηγμένες θεωρίες λένε ότι ο Μάλφα ήταν ένας μαύρος άνθρωπος που έπαιρνε ο ίδιος την μορφή του γιγάντιου κορακιού και έσπερνε τον τρόμο στην γύρω περιοχή. Ο λόγος που το έκανε κανείς δεν το ξέρει. Σιγά σιγά όλα τα χωριά άρχισαν να αδειάζουν και οι κατοικοί τους να φεύγουν στα νότια για μια πιο ακίνδυνη ζωή. Το μόνο χωρίο που δεν εγκαταλήφθηκε ήταν το δικό μας. Αυτό δεν έγινε επειδή οι κατοικοί του ήταν θαρραλέοι και δεν έτρεμαν τον Μάλφα με τα γιγάντια μαύρα κοράκια του. Αλλά επειδή ο μόνος δρόμος της διαφυγής ήταν αποκλεισμένος...» Ο Τέιμ άλλαξε στάση και ακούμπησε σταυρωμένα τα χέρια του πάνω στο τραπέζι. «...απο εκατοντάδες κοράκια που έστεκαν πάνω στα δέντρα όπως και τώρα»&lt;br /&gt;«Μπορούσανε να φύγουν απο το βουνό!!! Μα καλά δεν το σκέφτηκαν καθόλου αυτό???» πετάχτηκε ο Μπρέγκαρ&lt;br /&gt;«Έχεις δίκιο, θα μπορούσαν. Αλλά στο βουνό παραμόνευε ο Μάλφα και κανείς δεν επιχειρούσε κάτι τέτοιο. Όμως η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο. Οι τροφές και τα ξύλα άρχισαν να τελειώνουν και ο χειμώνας ήταν ακόμη στην μέση. Μια απόφαση πάρθηκε μεταξύ των ανδρών του χωριού να στείλουν μια ομάδα να σκοτώσει τον Μάλφα. Το κακό ήταν ότι κανένας δεν ήθελε να πάει. Έτσι αποφασίστηκε να ρίξουν κλήρο ποιός θα πήγαινε. Βγήκαν 5 άτομα. Αυτοί παρόλο που δεν ήθελαν έπρεπαν να το κάνουν για να σώσουν το χωριό τους.» ο Τέιμ γύρισε και κοίταξε τους συγχωριανούς του. «Η ομάδα δεν πήγε ποτέ. Κάποια στιγμή την επόμενη μέρα ένας άντρας άρχισε να φωνάζει βοήθεια. Η μονάκριβη κόρη του είχε φύγει. Είχε αφήσει ένα σημείωμα που έλεγε ότι πάει να σκοτώσει εκείνοι τον Μάλφα. Όλοι οι άντρες ντράπηκαν μόλις άκουσαν το συμβάν. Μια κοπέλα πήγε να αντιμετωπίσει μόνη της τον Μάλφα. Όλοι έλεγαν ότι το μόνο που την περίμενε είναι ο θάνατος.» πήρε μια ανάσα και συνέχισε «Το βράδυ ήρθε και κανένα νέο δεν υπήρχε για την τύχη της άμοιρης κοπέλας. Τελικά αποφασίστηκε να πάει μια ομάδα να σώσει την κόρη του κακόμοιρου ανθρώπου. Το πρωί ετοιμάστηκε η ομάδα και μόλις ετοιμάστηκε να ξεκινήσει. Όμως φωνές τους σταμάτησαν. Η κοπέλα ερχόταν και κράταγε κάτι στα χέρια της. Μόλις πλησίασε αρκετά είδαν ότι είχε αίματα πάνω της και στο αριστερό χέρι κρατούσε ένα κεφάλι, ένα μαυρό κεφάλι, του Μάλφα. Η κοπέλα κατάφερε το ακατόρθωτο να νικήσει μόνη της τον Μάλφα. Μετά απο αυτό τα κοράκια εξαφανίστηκαν ξαφνικά όπως ξαφνικά ήρθαν. Απο τότε πέρασαν πολλά χρόνια. Η περιοχή ξαναγύρισε στους παλιούς ρυθμούς της. Ο Μάλφα κατέληξε μια καλή ιστορία για να την διηγούνται στα παιδιά για να τρώνε το φαγητό τους. Αυτό μέχρι τώρα. Τα ίδια περιστατικά συμβαίνουν όπως τότε» ο Τέιμ σιώπησε για λίγο. «Αλλά κανείς μας δεν ξέρει ποιός το κάνει αυτό και για ποιό λόγο....»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="center"&gt;.....ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.....&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7908685554067650987-971982627392246241?l=bardstory.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://bardstory.blogspot.com/feeds/971982627392246241/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7908685554067650987&amp;postID=971982627392246241' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/971982627392246241'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/971982627392246241'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://bardstory.blogspot.com/2009/01/2.html' title='Φτερά Κορακιών (Μέρος 2ο)'/><author><name>Bellamin Fletcher</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01776134366244848429</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987.post-7644375823053840793</id><published>2009-01-09T21:17:00.001+02:00</published><updated>2009-01-17T02:56:28.281+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χρονικά του Νάργουικ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Φαντασίας'/><title type='text'>Φτερά Κορακιών (Μέρος 1ο)</title><content type='html'>Ο χειμώνας έφτασε πιο γρηγορά απο ότι περίμεναν οι κάτοικοι του Νάργουικ. Εδώ και μερικές μέρες χιονίζει ακαταύπαστα και όλη η πλάση έχει καλυφτεί απο άσπρο παχύ χιόνι. Τα εμπόρια μεταξύ των πόλεων γίνονται με δυσκολιές ή και καθόλου στις απομακρυσμένες περιοχές που οι καρόδρομοι έχουν κλείσει απο το χιόνι. Το μοναδικό που δείχνει να υπάρχει ζωή ακόμα είναι στην μεγάλες πόλεις της Επαρχίας του Νάργουικ. Που το κρύο είναι υποφερτό ακόμα και οι προμήθειες είναι ακόμα αρκετές.&lt;br /&gt;Όμως έξω απο τις πόλεις ο συνδυασμός του χειμωνιάτικου τοπίου και της άγριας φύσης δημιουργεί μια παγωμένη ατμόσφαιρα και αφιλόξενα μέρη γεμάτα παγίδες. Πράγμα αρκετά περίεργο για τα χρόνια εκείνα, του κινδύνου και της αβεβαιότητας, για τους ανθρώπους και τις υπόλοιπες φυλές. Σε ένα τέτοιο μέρος τριγυρνάνε και οι ήρωες της ιστορίας που θα σας διηγηθώ.&lt;br /&gt;Ο ήλιος όσο προχωράει ο χειμώνας εξαφανίζεται πίσω απο τις Μαυρισμένες Κορυφές όλο και πιο νωρίς, λες και δεν μπορεί να αντέξει ούτε και αυτός την παγωνιά. Το σκοτάδι τον διαδέχεται και πέφτει πιο πυκνό, κάθε βράδυ που περνάει το κρύο γίνεται όλο και πιο παγωμένο και ρίγη διαπερνούν όλο το κορμί όσων βρίσκονται μακριά απο ένα ζεστό τζάκι. Το μόνο που μπορείς να σκεφτείς και να επιζητάς είναι μια ζεστή γωνιά σε ένα μικρό καπηλειό. Όπου η μοναδική συντροφιά που μπορείς να βρείς σε τέτοιες εποχές, είναι μια κούπα κόκκινο κρασί και τον καπνό απο τις πίπες να τρυπά την μύτη και να φτάνει ως τα παγωμένα πνευμόνια σου και να τα ζεσταίνει. Όλο αυτά μπορούν να σε κάνουν ξεχαστείς ότι φοράς τα μοναδικά ρούχα εδώ και πόσο καιρό που είναι νωπά και παγωμένα. Αυτές τις σκέψεις έκαναν απο μέσα τους οι τρείς συνταξιδιώτες που ταξίδευαν εδώ και μια-μιση εβδομάδα, χωρίς σταματημό απο τις υπόγειες πόλεις των Νάνων.&lt;br /&gt;Επιτέλους μετά απο τόσες μέρες ταξίδι έβλεπαν μπροστά τους ένα χωριό, το πρώτο που είδαν απο τότε που άρχισαν το ταξίδι τους. Στέκονταν πάνω στα άλογα τους σε ένα λόφο που έβλεπαν κάτω τους μια μικρή πεδιάδα και λίγο πιο μακριά ένα μικρό βουνό. Πήραν τον δρόμο που οδηγεί στο χωριό. Το φεγγάρι τους συντρόφευε στο δρόμο που έπαιζε με τα σύννεφα ένα παιχνίδι κρυφτού όπου κάποιες φορές το άφηνε να εμφανίζεται και να τους λούζει με το φως του και άλλες φορές τους βύθιζε στο σκοτάδι. Θυμίζοντας ότι ο χειμώνας δεν είχε φύγει ακόμα, τα σύννεφα έστεκαν ακόμα μεγάλα και απειλητικά έτοιμα να κατεβάσουν άλλη μια θύελλα απο χιονονιφάδες και κάνωντας την ζωή των αδύναμων πλασμάτων ακόμα πιο δύσκολη.&lt;br /&gt;Όμως οι ήρωες μας δεν ανησυχούσαν για τα σύννεφα αλλά για κάτι άλλο. Στην αρχή νόμιζαν ότι τα μάτια τους, τους έπαιζαν κάποιο παιχνίδι λόγο της κούρασης, αλλά δεν ήταν αυτό. Πλέον ήταν σίγουροι ότι δεν ήταν της φαντασίας τους. Στο δρόμο που κατέβαιναν υπήρχαν αριστερά και δεξιά δέντρα, απογυμνωμένα απο τα φύλλα τους λόγο της παγωνιάς. Αυτό που έβλεπαν τους έκαναν να προχωρήσουν πιο επιφυλαχτικά. Εκατοντάδες κοράκια έστεκαν στα δέντρα στην θέση των πεσμένων εδώ και καιρό φύλλων.Το θέαμα γινόταν πιο τρομαχτικό όταν εμφανιζόταν το φεγγάρι μέσα απο τα σύννεφα. Η αντανάκλαση απο το φως του φεγγαριού πάνω στα μικρά μάτια τους προκαλούσαν μια κιτρινωπή απόχρωση και τα μαύρα φτερά τους να γυαλίζουν. Που και που κάποιο κράξιμο έσπαζε την παγωμένη σιωπή σαν το μαχαίρι που τρυπά τον πάγο. Είχαν φτάσει πλέον ως τα μισά του δρόμου προς το χωριό. Τα κοράκια άρχισαν να γίνονται λίγο πιο κινητικά, παρακολουθούσαν τις τρεις φιγούρες που περνούσαν απο μπροστά τους. Έστεκαν όμως στην θέση τους λες και κάτι τα κρατούσε δέσμια πάνω στα κλαδιά, λες και περίμεναν κάτι ώστε να μπορέσουν να πέσουν πάνω τους.&lt;br /&gt;Η Μέλανι εδώ και λίγη ώρα κρατούσε το μακρύ τόξο της στο ένα χέρι και με το άλλο ήταν έτοιμοι να οπλίσει τα θανατηφόρα βέλη της σε όποιον ριχνόταν πάνω της. Αυτή την ανησυχία την είχε περάσει και στον Γκάμπλ που παρακολουθούσε εδώ και λίγη ώρα τα δαχυλά της. Με αποτέλεσμα εκείνος ασυνείδητα να χτυπά νευρικά τα κουρασμένα δαχτυλά του απο τις τελευταίες μάχες πάνω στην λαβή του σπαθιού του και με το άλλο κρατούσε τα γκέμια του μαύρου αλογού του. Σε αντίθεση ο νάνος της παρέας, ο Μπρέγκαρ προχωρούσε αμέριμνος ή δεν γινόταν φανερό κάτω απο τα πλούσια μαύρα γένια του, καβάλαγε ένα μη συνηθισμένο για αυτόν άλογο αφού είχε χάσει το αγαπημενό του πόνυ πριν απο 3 εβδομάδες λόγο του κρύου. Το σίγουρο ήταν ότι και οι τρείς τους δεν ήθελαν να μπλέξουν σε μια μάχη, και ιδιαίτερα σε μια μάχη με κοράκια.&lt;br /&gt;Τα κραξίματα όσο προχωρούσαν γίνοντα περισσότερα. «Κρα-Κρα-Κρα» ηχούσαν απο όλα τα δέντρα. Μια σκιά ανθρώπινης φιγούρας υπήρχε πίσω απο κάποια δέντρα, ο Γκάμπλ την πρόσεξε. Η φιγούρα ανασήκωσε τα χέρια, ο Γκάμπλ είδε ότι στο ένα χέρι κρατούσε ένα μακρύ ραβδί. Μια μπλέ λάμψη φώτισε την άγνωστη φιγούρα. Η Μέλανι πρόσεξε και εκείνη την λάμψη. Τα κοράκια άρχισαν να κράζουν όλα μαζί και δυνάτα. Κάποια πέταγαν απο κλαδί σε κλαδί. Η λάμψη έγινε ακτίνα και έπεσε πάνω στα δέντρα. Χιλιάδες κοράκια άρχισαν να πετούν.&lt;br /&gt;«Μα τα μούσια του Μόραντιν τι γίνεται εδώ» αναφώνησε απο την έκπληξη του ο Μπρέγκαρ.&lt;br /&gt;Τα κοράκια είχαν σηκωθεί όλα στον αέρα. Σχηματίζοντας ένα ζωντανό σύννεφο που ήταν έτοιμο να ξεσπάσει πάνω στους 3 πολεμιστές. Τα άλογα έδειχναν ανήσυχα με τα κραξίματα που άκουγαν. Ο Γκάμπλ κράτησε γερά τα γκέμια του αλόγου και με το άλλο χέρι έβγαλε το σπαθί απο την θήκη. Αντίθετα ο Μπρέγκαρ μιας και δεν έχει συνηθισεί σε τέτοια μεγάλα άλογα, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το άλογο του και σωριάστηκε στο χιόνι μετά απο ενα ανασήκωμα του αλόγου του. Η Μέλανι αντίθετα δεν είχε κάποιο πρόβλημα, πήρε ένα βέλος απο την φαρέτρα, όπλισε, και το άφησε να φύγει τρυπώντας τις χιονονιφάδες που έβρισκε στο δρόμου του, που άρχισαν να πέφτουν πάλι απο τον ουράνο. Πέτυχε ένα κοράκι, έπεσε κάτω νεκρό κάτω στο χιόνι αφήνοντας γύρω του ένα κόκκινο λεκέ. Τα κοράκια λες και περίμεναν κάποια πρόκληση, έκαναν επίθεση στους ηρώες μας. Δυνατά φτερουγίσματα και έπεσαν σαν σαίτες πάνω τους. Τα χτυπήματα ήταν πολλαπλά και δυνατά. Ένιωθαν τα ράμφη απο τα κοράκια να τους τσιμπούν με μανία. Ο Γκάμπλ άρχισε να χτυπά στον όπου έβρισκε, είχε κλείσει τα μάτια του για να προστατευτεί. Ένιωθε ότι το σπαθί του να βρίσκει στόχο και άλλες αέρα. Απο την άλλη η Μέλανι είχε χάσει το τόξο της, αλλά και να το κρατούσε δεν θα έκανε τίποτα γιατί δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι απο τόσο κοντά. Ο Μπρέγκαρ ένιωθε στην πλάτη του τσιμπιές να διαπερνούν την πανοπλία του. Ο Μπρέγκαρ ένιωσε μέσα του μια οργή που πήρε την θέση του πόνου. Έβγαλε μια δυνατή κραυγή, που κάποιος μπορεί να πει ότι τα πάντα πάγωσαν στην θέση του απο το ακουσμά της. Σήκωσε το πολεμικό τσεκούρι του και άρχισε να θερίζει τα κοράκια σαν στάχυα απο τα χωράφια, πίσω του άφηνε σημάδια του περασματός του. Τα κοράκια όμως δεν έδειχναν να πτοούνται καθόλου, αντίθετα η επιθεσή τους ήταν πιο σφοδρή. Οι πληγές πολλαπλασιάζονταν ώρα με την ώρα. Δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα.&lt;br /&gt;Η Μέλανι μέσα στον πανικό της, θυμήθηκε ότι είχε ένα ξόρκι που μπορούσε να τους βοηθήσει. Όμως έπρεπε να βρεί τα συστατικά του ξορκιού. Άρχισε να ψάχνει στο πουγκί της. Μια φωνή την έκανε να παγώσει. Ήταν ο Γκαμπλ. Άνοιξε τα μάτια της και προσπάθησε να δει μέσα απο τις φτερούγες των κορακιών, είδε τον Γκαμπλ πεσμένα στο χιόνι και απο πάνω του κοράκια να πέφτουν με ορμή. Άρχισε να ψάχνει πιο γρήγορα. Επιτέλους βρήκε αυτό που ήθελε. Άλοιψε τα χέρια της με αλοιφή και λόγια σε άγνωστη γλώσσα βγήκαν απο το στόμα της. Απο τα χέρια της πετάχτηκαν σπίθες, που έγιναν φωτιές, τέντωσε τα δαχτυλά της και φωτιές πετάχτηκαν μπροστά καίγοντας τα φτερά απο τα κοράκια, που έφευγαν μακριά της. Κινήθηκε προς τον Γκαμπλ. Τα χέρια της σημάδεψαν λίγο πιο πάνω απο την πλάτη του. Άλλη μια μεγάλη φλόγα έπεσε στα κοράκια. Έφυγαν και αυτά μακριά. Ο Μπρέγκαρ τα κατάφερνε και αυτός μια χαρά, είχε αποδεκατίσει τα κοράκια. Η Μέλανι πλησίασε τον Γκάμπλ. Γύρω του υπήρχαν καμμένα κοράκια. Της ήρθε να κάνει εμετό απο την καμμένη σάρκα των κορακιών. Ο Μπρέγκαρ πλησίασε και εκείνος, πλέον είχε περάσει ο θυμός του και ένιωθε λίγο καταπονημένος. Τα κοράκια πετούσαν απο πάνω τους, αλλά δεν έδειχναν ότι θα έκαναν κάποια επίθεση εναντίον τους.&lt;br /&gt;Η Μέλανι γύρισε τον Γκάμπλ ανάσκελα. Τα τραυματά του έδειχναν πιο σοβαρά και απο τα δικά της και απο του Μπρέγκαρ. Έψαξε το πανωφόρι της. Βρήκε ένα μικρό φιαλίδιο που περιείχε ένα γαλάζιο υγρό. Ανασήκωσε το κεφάλι του Γκαμπλ για να πιεί πιο εύκολα το υγρό. Άνοιξε τα χείλη του και εξαφανίστηκε στο χτυπημένο του στόμα. Ο Μπρέγκαρ είδε κάποιες πληγές να κλείνουν στο σώμα του Γκάμπλ, το μόνο που άφηναν πίσω είναι ξεραμένο αίμα σαν υπενθύμιση ότι εκεί υπήρχε μια πληγή.&lt;br /&gt;«Μέλανι νομίζω ότι είναι καλύτερα να φύγουμε πριν μας επιτεθούν πάλι τα κοράκια» είπε χαμηλόφωνα ο Μπρέγκαρ λες και δεν ήθελε να τον ακούσουν τα κοράκια και δέιχνοντας με το χέρι του προς τα πάνω.&lt;br /&gt;«Έχεις δίκιο!!!! Βοηθησέ με να τον ανεβάσουμε πάνω στο άλογο του για να τον πάμε στο χωριό.» είπε με την γλυκιά της φωνή η Μέλανι.&lt;br /&gt;Οι δύο τους ανέβασαν πάνω στο άλογο του τον Γκάμπλ. Η Μέλανι ανέβηκε και εκείνη πάνω στο δικό της, αφού μάζεψε πρώτα το τόξο της και κράτησε τα γκέμια και απο το άλογο του Γκάμπλ. Ο Μπρέγκαρ προτίμησε να περπατήσει με τα πόδια ως το χωριό, παρά να ανέβει στο αλογό του. Θυμόταν ακόμα την προηγούμενη τούμπα του που του άφησε μια βρεγμένη γενειάδα σαν ενθύμιο.&lt;br /&gt;Τα κοράκια δεν έδειξαν κάποιο ενδιαφέρον για τους τρεις τους. Αντίθετα κάποια απο αυτά άρχισαν να πηγαίνονυ πάλι στα δέντρα και κάποια να τρώνε τους ομοιούς τους. Η Μέλανι παρεξευνέτηκε με την κίνηση των κορακιών. Της φάνηκε ότι ήταν οι φύλακες του χωριού. Τι θα συναντούσαν πάλι στο δρόμο τους??? σκεφτόταν απο μέσα της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="center"&gt;.....ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.....&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7908685554067650987-7644375823053840793?l=bardstory.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://bardstory.blogspot.com/feeds/7644375823053840793/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7908685554067650987&amp;postID=7644375823053840793' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/7644375823053840793'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/7644375823053840793'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://bardstory.blogspot.com/2009/01/blog-post_09.html' title='Φτερά Κορακιών (Μέρος 1ο)'/><author><name>Bellamin Fletcher</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01776134366244848429</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987.post-5823339885013087360</id><published>2009-01-02T22:37:00.000+02:00</published><updated>2009-01-02T22:39:09.140+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Τρόμου.'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Σύγχρονες'/><title type='text'>Απόψε θα πεθάνεις!!!!</title><content type='html'>Η Άννα γύρναγε στο σπίτι της μετά απο μια κουραστική μέρα στο γραφείο, ανακατεβαίνοντας ορόφους φορτωμένοι με σωρούς εγγράφων. Είχε αργήσει να τελειώσει με τις τελευταίες δουλειές πριν φύγει για της Χριστουγεννιάτικες διακοπές της. Έμενε έξω απο την πόλη σε ένα απομακρυσμένο σπίτι απο τα υπόλοιπα. Την είχε πάρει η νύχτα. Οδηγούσε προσεχτικά στον δρόμο παρόλο που δεν υπήρχε κάποιος άλλος στις λωρίδες να κινείται. Ο λόγος είναι ότι ο χιονιάς είχε επισκεφτεί πιο νωρίς απο ότι έλεγαν οι μετερεωλόγοι στα δελτία καιρού. Χιόνιζε απο το απόγευμα ακατάπαυστα. Οι δρόμοι ήταν στρωμένοι με χιόνι. Που και που έβλεπε η Άννα και κάποιο εκχιονιστικό μηχάνημα να σπρώχνει το χιόνι στις άκρες ή να ρίχνει αλάτι ώστε να μην πιάσει πάγο ο δρόμος. Προσπάθειες ανώφελες διότι το χιόνι δεν έλεγε να σταματήσει και ο δρόμος γλύστραγε σαν παγοδρόμιο. Το κρύο ήταν τόσο δυνατό που το ένιωθε και μέσα στο αμάξι. Παρόλο που είχε ανάψει στο φούλ το καλοριφέρ του αμαξιού. Η Άννα σκεφτόταν πόσο θα ήθελε να διακτινιστεί όπως ήταν και να εμφανιστεί κάτω απο το ζεστό κρεβάτι της. Το κινητό της χτύπησε και την έφερε στην πραγματικότητα της παγωνιάς. Πάλι καλά γιατί είχε αρχίσει να λοξοδρομεί λίγο προς τα δεξιά. Έπιασε το κινητό της που έπαιζε ένα γνώριμο τραγούδι των Χριστουγέννων.&lt;br /&gt;«Παρακαλώ, ποιός είναι???» ρώτησε η Άννα που δεν είδε ποιος την έπαιρνε τηλέφωνο.&lt;br /&gt;«Καλησπέρα Άννα τι κάνεις??? Η Μαίρη είμαι» απάντησε απο την άλλη πλευρά της γραμμής.&lt;br /&gt;«Έλα Μαρία μου καλά είμαι!!!! Πριν απο λίγο τελείωσα απο την δουλειά, γυρνάω στο σπίτι. Αλλά ο καταραμένος πάγος που έχει πιάσει ο δρόμος θα με καθυστερήσει περισσότερο απο ότι πίστευα. Τι με ήθελες???» ρώτησε η Άννα που πάτησε λίγο παραπάνω το γκάζι και ένιωσε να σπινιάρει για λίγο το αμάξι και να επιταχύνει μετά.&lt;br /&gt;«ΑΑΑ, νόμιζα ότι θα είχες γυρίσει στο σπίτι ήδη. Έλεγα αν είχε όρεξη να πέρναγες απο το σπίτι για να φάμε μαζί» είπε η Μαίρη με λυπημένο τόνο&lt;br /&gt;«Βρε Μαίρη μου θα ήθελα πάρα πολύ αλλά αυτή την στιγμή το μόνο που θέλω, είναι ένα ζεστό μπάνιο και να πέσω κάτω απο τα ζεστά στρωσίδια μου και να κοιμηθώ μέχρι αύριο» είπε η Άννα και πέρασε δίπλα απο ένα σταματημένο αμάξι με ανοιχτά τα αλάρμ. Δεν θα ήθελε με τίποτα να ήταν στην θέση του καημένου οδηγού, σκέφτηκε απο μέσα της.&lt;br /&gt;«Καλά ότι θέλεις εσύ… Αλλά θα μου υποσχεθείς αύριο να έρθεις για καφέ απο το σπίτι, εντάξει???» ρώτησε η Μαίρη&lt;br /&gt;«Βέβαια και θα έρθω, τρελή είσαι???»&lt;br /&gt;«Ωραία τότε θα τα πούμε αύριο, καλό βράδυ και με προσοχή στο δρόμο»&lt;br /&gt;«Καλό βράδυ, Μαιρούλα μου» είπε η Άννα και άκουσε την γραμμή να κλείνει στο ακουστικό της.&lt;br /&gt;Πέταξε το κινητό της στο κάθισμα του συνοδηγού. Η Άννα συνέχισε να οδηγεί μέσα στον παγωμένο δρόμο. Το κινητό ξαναχτύπησε.&lt;br /&gt;«Ά ρε Μαίρη τι θέλεις πάλι???» μονολόγησε και άπλωσε το χέρι της να πιάσει το κινητό απο το κάθισμα του συνοδηγού. Δεν ήταν εκεί, είχε αναπηδήσει στο κάθισμα και έπεσε στο πάτωμα του αμαξιού.&lt;br /&gt;«Πού είναι η μαλακιά τώρα» έβρισε φωναχτά. Το κινητό συνέχισε να χτυπά. Η Άννα άρχισε να εκνευρίζεται με την σημερινή της ατυχία, όλα πήγαιναν στραβά. Κοίταξε μπροστά της μήπως υπήρχε κάποια αμάξι. Ήταν πάλι ολομόναχη, το τελευταίο όχημα που είχε δει ήταν πριν απο κανα 10’. Αφού σιγουρεύτηκε ότι δεν υπάρχει τίποτα, έσκυψε προς το κάθισμα του συνοδηγού. Με το αριστερό χέρι κρατούσε το τιμόνι στη θέση του, ενώ με το δεξί έψαχνε το κινητό με το σώμα της γυρμένο πάνω στον λεβιέ των ταχυτήτων. Με την άκρη των ματιών της κοίταγε και λίγο το δρόμο όσο μπορούσε με την στάση που είχε πάρει. Τα νεύρα της χτύπησαν κόκκινο που δεν μπορούσε να βρει το κινητό. Συνέχιζε να χτυπά ακάθεκτο. Το χέρι έψαχνε στα τυφλά. Κάτι έπιασε, μάλλον ήταν το κινητό. Μόλις το γράπωσε σταμάτησε να χτυπά. Σηκώθηκε κανονικά. Κοίταξε έξω στο δρόμο. Μια φιγούρα ζώου υπήρχε μπροστά της. Πάτησε το φρένο να μην το πατήσει. Πολύ αργά. Έβλεπε το αμάξι να μην κόβει ταχύτητα λόγω του πάγου και να κινείται με φόρα στο ζώο. Η μόνη λύση της ήταν να στρίψει. Έστριψε δεξιά. Το αμάξι αντί να στρίψει άρχισε να γλιστρά σιγά-σιγά προς τα δεξιά και συνέχισε την ίδια πορεία. Η φιγούρα του ζώου απείχε μόνο κάποια μέτρα. Η Άννα έκλεισε τα μάτια της και πάτησε πάλι το φρένο. Ένιωσε ένα γδούπο στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου. Ένιωσε το αμάξι να γυρνά περισσότερο προς τα δεξιά. Άνοιξε τα μάτια είδε ότι το αμάξι έκανε σβούρα πάνω στον πάγο, όπως μια πατινέρ πάνω στο πάγο. Γύρισε το τιμόνι απο την άλλη και συνέχισε να πατά το φρένο. Η αδρεναλίνη είχε φτάσει στα οριά της. Μετά απο ακόμα 2 σβούρες το αμάξι σταμάτησε στην μέση της παγωμένου λεωφόρου. Ήταν ανάποδα σε σχέση με την φορά της λεοφόρου. Έβγαλε την ζώνη της και βγήκε έξω απο το αμάξι, να δει τι είχε γίνει. Μόλις βγήκε ένιωσε το κρύο να διαπερνά το λεπτό πουλόβερ της και να την κάνει ανατριχιάσει για μια στιγμή. Έπιασε τα χέρια της μεταξύ τους και τα έτριξε για να τα ζεστάνει. Πήγε μπροστά απο το αυτοκίνητο. Είδε ότι δεν είχε κάποια ζημιά. Μια τέτοια σύγκρουση θα έπρεπε να είχε άφησει κάποιο σημάδι.&lt;br /&gt;«Τι στο καλό???» αναρωτήθηκε&lt;br /&gt;Κοίταξε στο δρόμο να δει το άτυχο πτώμα του νεκρού ζώου. Δεν έβλεπε κάτι. Ίσως να είναι πιο πίσω. Περπάτησε προς τα πίσω, παρόλο που ήξερε ότι είναι επικίνδυνο αυτό που έκανε. Προχώρησε αλλά πάλι δεν είδε κάποιο σημάδι του ζώου ή έστω κάποιο ίχνος απο αίμα.&lt;br /&gt;«Πολύ παράξενο» σκέφτηκε και γύρισε γρήγορα στο στο αμάξι της. Το κρύο την έκανε να τουρτουρίζει. Μπήκε μέσα στο αμάξι. Έβαλε ταχύτητα και έστριψε πάνω στο δρόμο και πάτησε γκάζι. Πλέον οδηγούσε πάλι. Συλλογιζόταν αν αυτό που είδε αν ήταν αληθινό ή παιχνίδι των ματιών της λόγο της κούρασης. Μετά απο λίγη ώρα πήρε το παράδρομο που οδηγούσε προς το σπίτι της. Οι δρόμοι εκεί ήταν σε χειρότερη κατάσταση, τα εκχιονιστικά μηχανήματα δεν είχαν περάσει ακόμα και ούτε θα το έκαναν. Πέρασε κάποια σπίτια. Μετά απο λίγο έφτασε στο σπίτι της. Έστριψε στο δρομάκι που πήγαινε στο γκαράζ. Πάρκαρε και έσβησε την μηχανή. Πήρε τα πράγματα της και το κινητό της που δεν είχε δει ακόμα ποιός την είχε πάρει τηλέψωνο. Βγήκε και κλείδωσε το αμάξι. Περπάτησε με προσοχή εκεί που κανονικά υπήρχε ένα μικρό μονοπάτι που έβγαζε στην εξώπορτα. Το χιόνι το είχε καλύψει εντελώς, σχηματίζοντας λόφους απο χιόνι. Το περπάτημα της έγινε πιο δύσκολο γιατί δεν είχε κάποιο φως για να βλέπει. Οι λάμπες στο δρόμο που υπήρχαν είχαν καεί απο καιρό και δεν τις είχαν αλλάξει. Είδε μέσα στο σκοτάδι απο μακριά την εξώπορτα. Επιτάχυνε το βήμα της. Το μόνο που κέρδισε είναι μια τούμπα πάνω στο φρέσκο χιόνι. Πλέον εκτός απο κουρασμένη ήταν βρεγμένη και παγωμένη μέχρι το κόκκαλο. Επιτέλους έφτασε στην πόρτα. Άνοιξε την τσάντα της και έψαξε τα κλειδιά του σπιτιού. Τα βρήκε, ξεκλείδωσε γρήγορα και μπήκε μέσα. Το κρύο είχε διεισδύση και μέσα στο σπίτι. Άναψε το φώς του σαλονιού. Έκλεισε λίγο τα μάτια της, μέχρι που συνήθισαν τα μάτια της στο φώς. Πέταξε τα πραγματά της στον καναπέ. Έβγαλε το κασκόλ και πήγε προς το τζάκι. Έστησε τα ξύλα και άναψε την φωτιά. Ένιωσε την ζέστη στο βργμένο κορμί της. Έμεινε για λίγο ακίνητη να ζεσταθεί ακόμα λίγο. Έπιασε τα βρεγμένα  μαλλιά της και θυμήθηκε ότι ακόμα ήταν βρεγμένη. Χωρίς άλλη καθυστέρηση πήγε στο δωματιό της, να αλλάξει ρούχα. Το δωμάτιο ήταν λυτό είχε δυο μεγάλα ξύλινα κομοδίνα, κληρονομιά απο την γιαγιά της, να στέκονται σαν φύλακες στις δυο πλευρές του διπλού κρεβατιού της που το χαιρόταν μόνη της αυτό τον καιρό. Μια μεγάλη ντουλάπα υπήρχε ακριβώς απένταντι και στον ένα τοίχο ένα παλιό γραφείο με σκόρπια χαρτιά και μολύβια. Έβγαλε γρήγορα τα ρούχα της. Μια ακόμα κρυάδα πέρασε απο το κορμί της. Φόρεσε τις χοντρές πιτζάμες της και ένα μάλλινο πουλόβερ απο πάνω. Ένιωθε το προσωπό της ζεστό.&lt;br /&gt;«Αν την γλιτώσω μόνο με ένα μικρό κρυολόγημα θα είμαι καλά» μονολόγησε κοιτάζωντας τον εαυτό της στον εσωτερικό καθρέφτη της ντουλάπας. Έφτιαξε τα πλούσια μακριά μαύρα μαλλιά της, βγαζοντάς τα απο το πουλόβερ που είχαν σκαλώσει. Κοιτάχτηκε λίγο ακόμα. Το δέρμα της έδειχνε πάλι το γνωστό απαλό ροζ που την συνόδευε απο μικρό παιδί. Γύρισε στο πλάι να δει καλύτερα τον εαυτό της. Δεν ήταν ιδιαίτερα παχουλή αλλά ούτε και πολύ αδύνατη, μια γυναίκα με κανονικά κιλά για τα 24 της. Την επαφή της με τον καθρέφτη την διέκοψε η κοιλιά της που της υπενθύμισε ότι είχε φάει μόνο ένα μικρό σάντουιτς στα πεταχτά στο γραφείο. Χωρίς άλλη καθυστέρηση κατέβηκε στην κουζίνα να δει τι θα φάει. Στο ψυγείο της είχε χθεσινό φαγητό, παστίτσιο. Το έβαλε στο φούρνο μικροκυμάτων να ζεσταθεί. Όσο περίμενε να ζεσταθεί άναψε την τηλέοραση. Άλλαζε τα κανάλια το ένα πισω απο το άλλο. Κάποια στιγμή βρήκε ένα που έδειχνε έναν Άγιο Βασίλη να μιλάει με έναν τάρανδο. Είχαν αρχίσει απο τώρα τα γιορτινά προγράμματα. Το κουδουνάκι απο τον φούρνο μικροκυμάτων χτύπησε. Πήρε το φαγητό και κάθισε στον καναπέ και συνέχισε να βλέπει την ταινία.&lt;br /&gt;Ο ύπνος την είχε πάρει στον καναπέ. Ένας ήχος την ξύπνησε. Είδε ότι την είχε πάρει ο ύπνος στον καναπέ. Ξανάκουσε τον ήχο, προερχόταν απο την εξώπορτα. Κάτι χτύπαγε την πόρτα και σερνόταν πάνω της. Ο Θόρυβος του γρατζουνίσματος την ανατρίχιασε. Άρχισε να φοβάται λίγο. Ο ήχος συνεχιζόταν πιο έντονος, η πόρτα τρανταζόταν με κάθε χτύπημα και κάθε φορά ακολουθούσε το γρατσούνισμα. Σκέφτηκε ότι μπορεί να ήταν κάποιο ζώο που ήθελε ένα καταφύγιο. Πρέπει να ήταν μεγάλο ζώο πάντως, σκέφτηκε, απο τον θόρυβο που έκανε. Κατευθήνθηκε προς την πόρτα. Τρανταζόταν όλο και πιο πολύ. Πέρασε δίπλα απο το τζάκι που είχε πια μια μικρή φωτιά να τρεμοπαίζει. Πήρε το εργαλείο που ανακατεύουν τα ξύλα. Το κράτησε όρθιο στο δεξί της χέρι. Με το αριστερό έπιασε το χερούλι της εξώπορτας. Το τράνταγμα έκανε το χέρι της να χτύπιεται στο ρυθμό του. Κατέβασε το χερούλι. Ο χτύπος και το γρατζούνισμα σταμάτησαν. Σήκωσε πιο ψηλά το εργαλείο. Η καρδιά της χτύπαγε γρήγορα. Άνοιξε. Παγωνιά χτύπησε το προσωπό της. Είδε κάτω δεν υπήρχε κάποιο ζώο. Κοίταξε την πόρτα. Το χρώμα της είχε ξεφτύσει εντελώς και το ξύλο είχε καταστρεφεί σε μεγάλο βαθμό. Το ζώο πρέπει να ήταν αρκετά μεγαλόσωμο. Κοίταξε στο χιόνι να δει τις πατημασιές του ζώου. Δεν είδε τίποτα. Αυτό είναι αδύνατον!!!! Σκέφτηκε. Μπήκε πάλι μέσα γιατί ήταν ξυπόλητη και είχε παγώσει. Έκλεισε την πόρτα και στάθηκε πάνω της με την πλάτη. Άκουγε ακόμα την καρδία της να χτυπά γρήγορα. Ξαφνικά ενώ υπήρχε ησυχία, ένα ουρλιαχτό έσκισε τον αέρα. Ουρλιαχτό λύκου. Η Άννα αναρωτήθηκε αν είχε ακούσει ότι υπάρχουν λύκοι εκεί που μένει. Απο ότι θυμόταν δεν υπήρχαν, κάτι χειρότερο πέρασε απο το μυαλό της. Ότι πάσχει απο τύψεις για το ζώο που πρέπει να χτύπησε πιο πριν και αυτό της έχει φέρει ψευδαισθήσεις. Έπιασε το κεφάλι της, έκαιγε, έκαιγε ολόκληρη απο πυρετό. Πήγε στο μπάνιο για να πάρει ένα παυσίπονο. Πήρε το παυσίπονο και έσκυψε στην βρύση του νιπτήρα και ήπιε νερό. Με την ευκαιρία έβρεξε και το προσωπό για να συνέλθει λίγο. Πήρε μια πετσέτα να σκουπιστεί. Σηκώθηκε και κοίταξε τον καθρέφτη. Της κόπηκε το αίμα. Είδε μια φιγούρα έξω ακριβώς απο την πόρτα του μπάνιου. Γύρισε γρήγορα δεν υπήρχε κανένας.&lt;br /&gt;«Ο πυρετός με έχει τσακίσει τώρα βλέπω και φαντάσματα!!!!» είπε στο ειδωλό της στον καθρέφτη.&lt;br /&gt;Χωρίς δεύτερη σκέψη πήγε κατευθείαν στο δωματιό της. Σήκωσε τα σκεπάσματα και χώθηκε απο κάτω τους. Ένιωθε ανακούφιση και ζεστασιά. Ο ύπνος την ξαναπήρε για άλλη μια φορά. Αλλά όχι για πολύ. Μετά απο κάμποση ώρα άκουσε μέσα στον ύπνο της ένα εκνευριστικό ήχο. Ντριιιιινννννν,ντριιιιιιννννν. Χτύπαγε το τηλέφωνο στο κομοδίνο της. Άνοιξε τα μάτια και είδε πρώτα το ρολόι. Έγραφε 3:00. Δεν έδειξε να την πολύ αποσχολεί. Όποιος και να ήταν ας την έπαιρνε το πρωί. Το τηλέφωνο σταμάτησε.&lt;br /&gt;«Επιτέλους» είπε μέσα στον ύπνο της και γύρισε πλευρό να ξανακοιμηθεί. Έλα όμως που κάποιος είχε αντίθετη άποψη. Πάλι το τηλέφωνο χτύπησε. Ντριιιιιιιιιιιιιιιιννννννννν,ντριιιιιιιιιιιιιιινννννννννν,ντριιιιιιιιιιιιιιιινννννννν. Ο ήχος που χτύπαγε έδειχνε θυμωμένος.&lt;br /&gt;«Μα ποιός είναι τέτοια ώρα και δεν με αφήνει να κοιμηθώ με την ησυχία μου????» ξύπνησε για τα καλά η Άννα και ανασηκώθηκε ακουμπόντας στην πλάτης του κρεβατιού. Άρπαξε την συσκευή και την έφερε προς το μέρος της. Σήκωσε το ακουστικό. «ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ????» φώναξε θυμωμένα η Άννα&lt;br /&gt;«................» το μόνο που άκουσε ήταν κάποιος να βαριανασαίνει.&lt;br /&gt;«Ποιός είναι πλάκα που κάνετε????» ρώτησε για άλλη μια φορά θυμωμένα.&lt;br /&gt;«...............» το μόνο που πήρε ήταν το ίδιο με πριν&lt;br /&gt;«Νομίζο ότι μου κάνετε πλάκα και θα το κλείσω!!!!!» είπε η Άννα που πήγε να κατεβάσει το ακουστικό&lt;br /&gt;«Απόψε θα πεθάνεις.» είπε μια βαθιά και αλλοιωμένη φωνή απο το ακουστικό.&lt;br /&gt;Η Άννα μόλις άκουσε αυτό το πράγμα έκλεισε χωρίς δεύτερη σκέψη το τηλέφωνο. Κοίταξε τρομαγμένη την κλειστή πόρτα της. Κρατούσε ακόμα το ακουστικό πάνω στο τηλέφωνο. Το σήκωσε να πάρει την αστυνομία. Έβαλε το ακουστικό στο αυτί της. Η γραμμή ήταν νεκρή. Ο φόβος άρχισε να σχηματίζεται στο προσωπό της. Έκλεισε το τηλέφωνο για άλλη μια φορά. Πήγε να ψάξει το κινητό της δίπλα στο κομοδίνο. Δεν ήταν πουθενά. Το είχε αφήσει στον καναπέ. Φοβόταν να πάει ως εκεί. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κλειδώσει την πόρτα της. Σηκώθηκε και έτρεξε γρήγορα στην πόρτα. Δεν άκουγε τίποτα, απολύτη σιωπή.&lt;br /&gt; Απο αυτήν την σιωπή την έβγαλε το τηλέφωνο που ξαναχτύπησε. Ντριιιιιννν, ντριιιιιννν, ντριιιιιννν. Ανατρίχιασε απο τον φόβο της. Πως μπορεί να γινόταν αυτό. Η γραμμή ήταν νεκρή. Συνέχισε να χτυπά. Το σήκωσε. Άκουσε απο την άλλη  πλευρά πάλι την ίδια ανάσα που φαινόταν να δυσκολεύται να αναπνεύσει. Η Άννα μόλις το ξανάκουσε τρομοκρατήθηκε και δεν άντεξε έβαλε τα κλάμματα απο τον φόβο της.&lt;br /&gt;«Τι θέλεις απο μένα???» είπε κλαίγοντας η Άννα&lt;br /&gt;«Θα πεθάνεις απόψε» απάντησε η ίδια βαθιά και αλλοιωμένη φωνή. Η Άννα άκουσε ένα θόρυβο έξω απο το δωματιό της. Έκλεισε το τηλέφωνο και κλείδωσε την πόρτα δύο φορές. Κάθισε κάτω και πήρε τα πόδια της αγκαλία και έκλαιγε βουβά. Ο φόβος της είχε καταβάλει. Το τηλέφωνο ξαναχτύπησε. Το άφησε να χτυπά. Αυτό συνέχισε να χτυπά. Σηκώθηκε και απάντησε στο τηλέφωνο. Πάλι η ίδια βαριά ανάσα.&lt;br /&gt;«Σε παρακαλώ άφησε με ήσυχη δεν σου έχω κάνει» είπε στον συνομιλήτη της.&lt;br /&gt;Εκείνος χωρίς να δώσει σημασία στα λόγια της είπε με την αλλοιωμένη φωνή του «Νομίζεις ότι κλειδώνοντας την πόρτα σου μπορεί να με κρατήσεις έξω απο το δωματιό σου??? Είσαι γελασμένη μπορώ να είμαι όπου θέλω και όποτε θέλω. ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ» και ξέσπασε σε τρομερά γέλια. Η Άννα δεν μπορούσε να πιστεύψει αυτό που άκουγε.&lt;br /&gt;«Σε παρακαλώ άφησε με....τι θέλεις απο εμένα????» είπε για άλλη μια φορά κάνοντας μια απέλπιδα προσπάθεια να τον πείσει. Η ανάσα σταμάτησε. Η γραμμή έκλεισε. Η Άννα έμεινε με το στόμα ανοιχτό και το ακουστικό γλύστρισε απο τα χέρια της με αυτό που έβλεπε μπροστά στα μάτια της. Πάνω απο το γραφείο της είδε κάποια γράμματα να σχηματίζουν 3 λέξεις. Με κόκκινα χρώμα που έτρεχε προς τα κάτω ήταν γραμμένες οι λέξεις «ΑΠΟΨΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ». Η Άννα πανικοβλήθηκε απο τον τρόμο της. Κοίταξε όλο το δωμάτιο να δει αν κάποιος ήταν στο δωμάτιο. Δεν είδε κάποιον. Έστρεψε τα μάτια της πάλι προς τον τοίχο. Μια σκιά είδε να σχηματίζεται δίπλα στο γραφείο της. Μια ψηλή φιγούρα εμφανίστηκε. Διέκρινε κάποια χαρακτηριστικά. Είχε 2 κέρατα που ξεφύτρωναν απο το μετωπό του και μυτερά δόντια προεξείχαν απο το στόμα του. Δίπλα του στέκονταν 2 τετράποδα. Δυο απαίσια τετράποδα που θύμιζαν κάτι απο λύκους. Ο λόγος είναι ότι το προσωπό τους είχε φαγωθεί και φαινόταν το κρανίο κάτω απο κομμάτια σάρκας, ενώ ξεσκισμένες σάρκες υπήρχαν σε όλο το κορμί τους αποκαλύπτοντας σε διάφορα σημεία τα λευκά οστά τους. Τα αναγνώρισε, έμοιαζε με αυτό που είχε χτυπήσει με το αμάξι της. Γρύλισαν απειλητικά προς το μέρος της, λες και διάβασαν την σκέψη της.&lt;br /&gt;«Δεν σας έχω κάνει κάτι κακό, σας παρακαλώ αφήστε με» ξέσπασε σε λυγμούς η Άννα.&lt;br /&gt;«Η μόνη λύση είναι μια. Να πεθάνεις. Τα ζωάκια μου πινάνε» είπε ο τύπος με τα κέρατα. Η Άννα είδε τα στόματα απο τα «ζωάκια» του να τρέχουν αφρούς. Ένα απο αυτό έβγαλε μια κραυγή σαν γάβγισμα. Η Άννα πισωπάτησε προς την μπαλκονόπορτα και ακούμπησε πάνω της.&lt;br /&gt;«Νομίζω ότι μπορούμε να το συζητήσουμε» είπε η Άννα που πλέον ο πανικός είχε προκαλέσει ένα χείμμαρο αδρεναλίνης να γεμίσει όλο το σώμα της.&lt;br /&gt;«Το μόνο που μπορούμε να συζητήσουμε είναι με ποιον τρόπο θα πεθάνεις. ΧΑΧΑΧΑΧ» και ξέσπασε πάλι σε αυτά τα σατανικά γέλια. Έβγαλε ένα μικρό μαχαίρι και άρχισε να πλησιάζει την Άννα.&lt;br /&gt;Εκείνη με μια κίνηση άνοιξε την τζαμόπορτα και γύρισε να ανοίξει τα παντζούρια. Απο πίσω της άκουσε να γρυλίζουν τα δυο απαίσια πλάσματα. Κάτι ένιωσε στην πλάτη της. Ένα βάρος. Τα παντζούρια άνοιξαν. Έπεσε παρασερνόμενη απο το βάρος που έπεσε πάνω της. Βρισκόταν πεσμένη με την πλάτη στην χιονισμένη βεράντα. Μουσκεύτηκε αμέσως. Δεν έδωσε σημάσια, παρά μόνο ότι δίπλα της βρισκόταν πεσμένος ένα απο αυτά τα πλάσματα. Είδε τα μάτια του, δεν υπήρχαν καθόλου παρα μόνο 2 μικρές κόκκινες λάμψεις. Η Άννα σηκώθηκε χωρίς να το σκεφτεί. Τα πόδια της πάγωσαν. Κοίταξε στην μπαλκονόπορτα. Βρισκόταν εκεί ο κερατοφορεμένος να την κοιτά. Κρατούσε το άλλο πλάσμα με μια αγκαθωτή αλυσίδα που δεν την είχε προσέξει πιο πριν. Με μια κινησή του την άφησε. Το πλάσμα μόλις κατάλαβε ότι ήταν ελεύθερο, σηκώθηκε να επιτεθεί στην άμοιρη Άννα. Η Άννα το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν τρέξει, να τρέξει όσο πιο γρήγορα μπορούσε για να βρει μια βοήθεια. Άρχισε να τρέχει μέσα στο χιόνι. Οι πατούσες της έκαιγαν απο το χιόνι που πατούσε. Απο πίσω της άκουγε λαχανιασμένες ανάσες να την καταδιώκουν. Ήταν ακριβώς πίσω της. Κοίταξε πίσω, τα πλάσματα απείχαν το πολύ 10 μέτρα μακριά της. Συνέχισε να τρέχει. Έπρεπε να σκαρφαλώσει ένα λόφο απο χιόνι. Ξεκίνησε να σκαρφαλώνει. Γλύστρισε λίγο. Ήταν πεσμένη στα τέσσερα. Σκαρφάλωνε έτσι με τα χέρια και τα πόδια της να μπαίνουν μέσα στο παγωμένο χιόνι. Κάτι ζεστό ένιωσε στο ένα πόδι της. Μετά ένα οξύ πόνο απο κόψιμο. Γύρισε να δει. Είδε ένα απο τα δύο πλάσματα να της έχει δαγκώσει το αριστερό της πόδι και να μην το αφήνει. Ο πόνος γινόταν πιο μεγάλος, το χιόνι βάφτηκε κόκκινο. Κλώτσησε με το άλλο της πόδι την μούρη του ζώου. Κλώτσαγε με μανία. Ένιωσε κάποια στιγμή κάτι σαν συνθλίβεται. Το δάγκωμα έγινε πιο χαλαρό, της άφησε το χτυπημένο πόδι. Η Άννα σηκώθηκε και σέρνοντας το πόδι της στο χιόνι άφηνε μια κόκκινη γραμμή. Έφτασε επιτέλους στην κορυφή του λόφου. Είδε ένα δρόμο φωτισμένο απο μια σειρά φώτα. Κοίταξε πίσω και είδε και το άλλο ζώο να ανεβαίνει τον λόφο. Πήδηξε κάτω και κατρακύλησε μέσα στο χιόνι. Σταμάτησε απότομα στο τέλος του λόφου. Ήταν εντελώς βρεγμένη. Σηκώθηκε. Είδε το ζώου στην κορυφή του λόφου. Άρχισε να κατρακυλά και αυτό. Η Άννα πισωπάτησε λίγο. Ο πόνος απο το δάγκωμα γινόταν στιγμή με την στιγμή χειρότερος. Το ζώο στάθηκε και εκείνο όρθιο. Κοίταγε την Άννα με μίσο και τα κόκκινα μάτια του έλαμπαν δυνατά. Η Άννα δεν είχε άλλες δυνάμεις να τρέξει. Το μόνο που έκανε ήταν να πισωπατεί προς τον δρόμο. Το ζώο όρμηξε προς τα εκείνη. Έκανε μερικά βήματα ακόμα πιο πίσω. Ήταν στην μέση του δρόμου. Είδε το ζώο να πηδάει πάνω της. Κάτι την φώτιζε. Άκουσε μια κόρνα. Κοίταξε δεξιά της είδε ένα αμάξι να έρχεται με φόρα πάνω της. Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Ένιωσε σαν να την χτύπησε ένα τεράστιο σφυρί. Πετάχτηκε στον αέρα. Έβλεπε τον συννεφιασμένο ουρανό. Προσγειώθηκε πάλι στον δρόμο. Το μόνο που έβλεπε είναι χιονονιφάδες να πέφτουν πάνω της. Ήταν πλέον νεκρή. Είχε πεθάνει.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7908685554067650987-5823339885013087360?l=bardstory.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://bardstory.blogspot.com/feeds/5823339885013087360/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7908685554067650987&amp;postID=5823339885013087360' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/5823339885013087360'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/5823339885013087360'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://bardstory.blogspot.com/2009/01/blog-post.html' title='Απόψε θα πεθάνεις!!!!'/><author><name>Bellamin Fletcher</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01776134366244848429</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987.post-5215125207019562061</id><published>2008-12-26T23:40:00.000+02:00</published><updated>2008-12-27T04:56:23.064+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Γιορτινές'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παιδικές'/><title type='text'>Όταν ο Άγιος Βασίλης ξαναμοίρασε δώρα</title><content type='html'>Τόσα χρόνια ο Άγιος Βασίλης έβλεπε με στεναχώρια τα παιδιά να μην είναι φρόνιμα όπως θα έπρεπε να είναι. Για αυτό δεν μοίραζε δώρα όπως έκανε κάποτε. Κάθε χρόνο έπαιρνε χιλιάδες γράμματα απο τα παιδιά. Μα όταν άνοιγε το Βιβλίο των Καλών Πράξεων, έβλεπε με στεναχώρια ότι κανένα δεν ήταν γραμμένο μέσα εκεί. Έτσι στεναχωριόταν περισσότερο.&lt;br /&gt;    Κάθε παραμονή πρωτοχρονιάς περπάταγε μπροστά απο το μεγάλο τζάκι του δωματιού. Τα βηματά του σιωπούσαν πάνω στο χοντρό χαλί. Φαινόταν προβληματισμένος. Που και που σταματούσε μπροστά απο το τζάκι. Κρατούσε την πλούσια γενειάδα του και μονολογούσε σιωπηλά «Δεν γίνεται αυτό». Ύστερα ξεφύσαγε και ξανάρχιζε το περπάτημα. Τόσα χρόνια η γυναίκα του τον έβλεπε σκεφτικό και δεν ήθελε να τον διακόπτει. Αλλά φέτος δεν άντεξε και πολύ. Δεν μπορούσε να τον βλέπει άλλο στεναχωρημένο.&lt;br /&gt;«Μα καλέ μου είναι τόσο σοβαρά τα πράγματα??? Δεν μπορώ να σε βλέπω άλλο έτσι στεναχωρημένο!!!!»&lt;br /&gt;Εκείνος δεν άκουσε ή δεν έδωσε σημασία στην γυναίκα του και συνέχισε να περπατά φουριόζος.&lt;br /&gt;«Άγιε Βασίλη σου μιλάω» φώναξε δυνατά η γυναίκα του σαν να φώναζε σε ένα μικρό παιδί που δεν δίνει σημασία στην μητέρα του.&lt;br /&gt;Ο Άγιος Βασίλης σταμάτησε να περπατά. «Τι έγινε καλή μου και φωνάζεις τόσο πολύ θέλεις να ξυπνήσεις τους τάρανδους???»&lt;br /&gt;«Μα σου μίλησα και δεν μου έδωσες και πολύ σημασία!!! Τι ήθελες να κάνω???»&lt;br /&gt;«Συγχώρα με καλή μου, αλλά ήμουνα απορροφημένος» απάντησε ο Άγιος Βασίλης και πλησίασε δίπλα στην γυναίκα του που έπλεκε ένα χοντρό κόκκινο πουλόβερ.&lt;br /&gt;«Το πρόσεξα. Όπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα. Νομίζω ότι πρέπει να μπει ένα τέλος σε αυτό το πράγμα...»&lt;br /&gt;«Τι εννοείς, καλή???» ρώτησε απορημένος ο Άγιος Βασίλης&lt;br /&gt;«Νομίζω ότι ήρθε η στιγμή που πρέπει να ξαναμοιράσεις δώρα στα παιδιά. Μετά απο τόσα χρόνια» απάντησε η γυναίκα του.&lt;br /&gt;«Μα αυτό δεν γίνεται καλή μου. Στο Βιβλίο των Καλών Πράξεων δεν γράφεται κανένα παιδί!!!!! Ξέρεις ότι έτσι γίνεται απο την πρώτη φορά»&lt;br /&gt;«Το ξέρω καλέ μου. Αλλά δεν γίνεται να κάνεις ότι γράφει ένα βιβλίο»&lt;br /&gt;«Δεν είναι ένα οποιοδήποτε βιβλίο» είπε θυμωμένα με αυτά που άκουγε απο το στόμα της γυναίκας του. «και δεν μπορώ να καταλάβω που το πηγαίνεις???»&lt;br /&gt;«Αυτό που ήθελα να σου πω είναι ότι για μια φορά μην κάνεις ότι λέει το Βιβλίο. Αλλά η καρδιά σου...» απάντησε Άγιο Βασίλινα και σώπασε.&lt;br /&gt;Ο Άγιος Βασίλης δεν μίλαγε ούτε και εκείνος, σκεφτόταν αυτό που του είπε η γυναίκα του.&lt;br /&gt;«Ναι αλλά πως θα ξέρω σε ποιά παιδιά θα δώσω δώρα???» ρώτησε διστακτικά ο Άγιος Βασίλης&lt;br /&gt;«Δεν χρειάζεται να ξέρεις σε ποια παιδιά θα δώσεις!!!!. Θα δώσεις σε όλα τα παιδιά»&lt;br /&gt;«Αυτό δεν μπορεί να γίνει. Όσο και να θέλω να μοιράσω πάλι δώρα στα παιδιά.»&lt;br /&gt;«Γιατί δεν γίνεται καλέ μου???» ρώτησε η γυναίκα του «τι είναι αυτό που σε κάνει να το σκέφτεσαι»&lt;br /&gt;«Είναι ότι δεν είναι σωστό να δώσω σε όλα τα παιδιά δώρα. Και σε εκείνα που ήταν περισσότερο φρόνιμα απο τα άλλα, αλλά και εκείνα που δεν ήταν καθόλου????» είπε ο Άγιος Βασίλης&lt;br /&gt;«Μα δεν έχει σημασία. Είναι παιδιά ότι και να γίνει θα κάνουν σκανδαλιές και θα τσακώνονται μεταξύ τους. Δεν καταλαβαίνουν γιατί θέλουν να παίξουν, να περάσουν ωραία όσο μπορούν περισσότερο. Είναι ακόμα αθώα και δεν σκέφτονται όπως οι μεγάλοι.» του είπε η γυναίκα του&lt;br /&gt;«Ίσως να έχεις δίκιο, νομίζω ότι μερικές φορές ξεχνάω και εγώ πως ήμουν παιδί και έκανα τα ίδια πράγματα» είπε ο Άγιος Βασίλης&lt;br /&gt;«Άντε κουνήσου και μέχρι να ετοιμαστείς θα έχω τελειώσει και εγώ το πουλόβερ να το πάρεις μαζί σου»&lt;br /&gt;«Τι θα έκανα αν δεν είχα και εσένα. Αυτό θα κάνω!!!! Αλλά πρέπει να τρέξω, δε θα προλάβω!!!!!»&lt;br /&gt;«Μην ανησυχείς θα προλάβεις όπως παλιά» είπε η Άγιο Βασίλινα. Που έβλεπε τον Άγιο Βασίλη χαρούμενο σαν μικρό παιδί να τρέχει να ξυπνήσει τα ξωτικά. Θα μοίραζε φέτος δώρα στα παιδιά. Όλα τα ξωτικά ήταν ξύπνια και έτρεχαν πανικόβλητα να εκτελέσουν τις οδηγίες του Άγιου Βασίλη που τον έβλεπαν τόσο χαρούμενο μετά απο πάρα πολύ καιρό. Γέμισαν τον κόκκινο σάκο με δεκάδες παιχνίδια. Ετοίμασαν του τάρανδους πάνω στα μαγικό ιπτάμενο έλκηθρο και σιδέρωσαν την καλή κόκκινη στολή του Άγιου Βασίλη.&lt;br /&gt;    Όλα ήταν έτοιμα. Ο Άγιος Βασίλης φόραγε την στολή του, που του έκανε ακόμα μετά απο τόσα χρόνια στην ντουλάπα. Ο σάκος φορτώθηκε στο έλκηθρο. Ο Κράμπους περίμενε μέσα στο έλκηθρο τον Άγιο Βασίλη. Ήρθε η ώρα που ξαναμοίραζε τα δώρα του στα παιδιά. Όλοι μαζέυτηκαν γύρω απο το έλκηθρο να τον χαιρετήσουν. Η γυναίκα του έδωσε το κόκκινο πουλόβερ μήπως κρύωνε. Ανέβηκε στο έλκηθρο και πήρε τα χαλινάρια στα χέρια του. Οι τάρανδοι κουνήθηκαν λίγο μόλις κατάλαβαν ποιος κρατούσε τα χαλινάρια.&lt;br /&gt;«Ντάσερ και Ντάνσερ, Πράνσερ και Βίξεν, Κόμετ και Κιούπιντ και Ντόνντερ και Μπλίτσεν και εσύ Ρούντολοφ. Ετοιμαστείτε πάμε πάλι να μοιράσουμε δώρα στα παιδιά.» και χτύπησε τα χαλινάρια και οι τάρανδοι έτρεξαν προς τον ουρανό λες και απο κάτω τους είχαν στερεό έδαφος. Ταξίδευαν γρήγορα, πέρσαν πάνω απο χωριά. Ο Άγιος Βασίλης φώναξε δυνατά το γνωστό «ΧΟ-ΧΟ-ΧΟ» σαν μήνυμα σε όλους ότι επιστρέφει πάλι.&lt;br /&gt;     Ο Κράμπους έδειχνε κάθε φορά που έπρεπε να προσγειωθούν για να μοιράσει ο Άγιος Βασίλης τα δώρα του. Που ήταν χαρούμενος που έμπαινε πάλι μέσα απο της καμινάδες και άφηνε τα δώρα του κάτω απο το στολισμένα Χριστουγεννιάτικα δέντρα.&lt;br /&gt;Ταξίδευψε σε όλο τον κόσμο και άφησε τα δώρα του σε όλα τα παιδιά. Σε πλούσια και σε φτωχά δεν έκανε διακρίσεις σε κανένα δεν έδινε σε σημασία απο που ήταν το κάθε παιδί. Γιατί ήταν απλά ένα παιδί που ήθελε να παίξει και ας το ξεχνάμε όσο μεγαλώνουμε.&lt;br /&gt;     Το ξημέρωμα έφτασε στον Βόρειο Πόλο. Ήταν αρκετά κουρασμένος αλλά και πολύ χαρούμενος. Κάθισε και έφαγε μαζί με τα υπόλοιπα τα ξωτικά και την γυναίκα του. Για φέτος είχε κάνει την δουλειά του. Περίμενε μέχρι την επόμενη φορά. Να μοιράσει τα δώρα του σε όλα τα παιδιά ανεξαρτήτος αν ήταν φρόνιμα ή όχι. Έτσι και αλλιώς το Βιβλίο των Καλών Πράξεων δεν υπήρχε πια. Είχε καεί στο τζάκι.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7908685554067650987-5215125207019562061?l=bardstory.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://bardstory.blogspot.com/feeds/5215125207019562061/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7908685554067650987&amp;postID=5215125207019562061' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/5215125207019562061'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/5215125207019562061'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://bardstory.blogspot.com/2008/12/blog-post_26.html' title='Όταν ο Άγιος Βασίλης ξαναμοίρασε δώρα'/><author><name>Bellamin Fletcher</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01776134366244848429</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987.post-2911598463900044530</id><published>2008-12-19T19:30:00.000+02:00</published><updated>2008-12-19T19:30:01.064+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Γιορτινές'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παιδικές'/><title type='text'>Ρούλης ο Καλικαντζαρούλης, ένας μικρός καλός καλικάντζαρος</title><content type='html'>Τον τελευταίο καιρό στην χώρα των καλικάντζαρων επικρατεί μια μεγάλη αναταραχή. Ο λόγος είναι ότι όλοι οι καλικάντζαροι ετοιμάζονται για την μεγάλη εξόρμηση στον κόσμο των ανθρώπων για να κάνουν για άλλη μια φορά τις γνωστές σκανδαλιές τους. Έτσι όλοι οι καλικάντζαροι ανεξαρτήτος εμφάνισης έπαιρναν μέρος σε γλέντια που τραγουδούσαν και χόρευαν μέχρι να κουραστούν και μετά άρχιζαν πάλι απο την αρχή.&lt;br /&gt;    Όλοι έπαιρναν μέρος, εκτός απο ένα μικρό καλικάντζαρο που ήταν στεναχωρημένος που οι υπόλοιποι απο την φυλή του θα έκαναν διάφορα τρομερά πράγματα στους ανθρώπους απο τις ιστορίες που είχε ακούσει απο τους γερο-καλικάντζαρους. Αλλά η στεναχώρια του διπλασιαζόταν περισσότερο γιατί θα έπαιρνε και εκείνος μέρος για πρώτη φορά στην εξόρμηση στον κόσμο των ανθρώπων και δεν ήθελε να κάνει κακό σε κανέναν.&lt;br /&gt;   Αυτός ο μικρός καλικάντζαρος λεγόταν, Ρούλης ο Καλικαντζαρούλης. Ο Ρούλης ήταν διαφορετικός σε σχέση με τους υπόλοιπους καλικάντζαρους. Του άρεσε να είναι καθαρός, τόσο πολύ που έπλενε το σκισμένο του γιλέκο και το χιλιομπαλωμένο παντελόνι του κάθε μέρα, ακόμα του άρεσε να χτενίζει τις γουρουνότριχες απο όπου ήταν φτιαγμένος ο κόκκινος σκούφος του, γιατί όπως έλεγε δεν του άρεσε να πετάνε απο εδώ και απο εκεί.&lt;br /&gt;Αυτό βέβαια δεν πείραζε και πολύ τους καλικάντζαρους γιατί έλεγαν ότι είναι μικρός και θα μάθει πως πρέπει να ζεί κανονικά. Εκείνο όμως που τους έκανε να βγαίνουν απο τα ρούχα τους, είναι ότι ήταν πολύ καλός με όλους και δεν έκανε σκανδαλιές και φάρσες στους υπόλοιπους. Διότι δεν του άρεσε να κάνει κακό και να στεναχωρεί  κανέναν. Με αυτά τα καμωματά του έμενε συνεχώς χωρίς παρέα και έπαιζε μόνος του γύρω απο το Δέντρο που κρατά την Γη και αρκετές φορές γινόταν το θύμα στις πλάκες των καλικάντζαρων.&lt;br /&gt;   Έτσι ο Ρούλης έμενε αποκομμένος τους υπόλοιπους και μόνος του. Βέβαια και αυτός περίμενε τα Χριστούγεννα, όχι για να πειράξει τους ανθρώπους αλλά να τους γνωρίσει καλύτερα. Οι μέρες πέρασαν και έφτασε η στιγμή που όλοι οι καλικάντζαροι περίμεναν. Να ανοίξουν οι πόρτες που  οδηγούσαν στους ανθρώπους.&lt;br /&gt;   Όλοι περίμεναν με αγωνία. Με το που άκουσαν τον θόρυβο απο τις πόρτες να ανοίγουν όλοι άρχισαν να τρέχουν γρήγορα με φωνές και κραυγές που θα έκαναν να τρομάξει και ο πιο γενναιός του κόσμου. Απο τους τελευταιούς βγήκε ο Ρούλης. Ένιωσε μια κρυάδα και όλο το σώμα του ανατρίχιασε. Άρχισε να περπατά και βγήκε σε μια μεγάλη έκταση που την είχε καλύψει άσπρο μαλάκο χιόνι. Πρώτη φορά έβλεπε απο κοντά χιόνι. Τα πόδια του είχαν παγώσει και η μύτη του άρχισε να τρέχει απο το κρύο. Απο μακριά έβλεπε σπίτια φωτισμένα και με απο τις καμινάδες τους έβγαινε πυκνός καπνός. Πόσο ήθελε να βρισκόταν μέσα σε ένα απο αυτά μπροστά απο ένα τζάκι. Δεν λέγεται.&lt;br /&gt;   Άρχισε να περπατά με πιο γοργό βήμα. Γρήγορα έφτασε στην πόλη και ότι έβλεπε τον έκαναν να μείνει με ανοιχτό στόμα. Απο τα σπίτια, απο τους δρόμους. Απο τα μαγαζιά με τις πολύχρωμες βιτρίνες με τα φωτάκια που αναβόσβηναν. Και όσο προχώραγε δεν χόρταινε να βλέπει πόσο όμορφα ζούν οι άνθρωποι.  Γρήγορα όμως η χαρά του χάθηκε, όταν είδε κάποια παιδιά στο τέλος του δρόμου να του φωνάζουν.&lt;br /&gt;«Κοιτάξτε ένας καλικάντζαρος, γρήγορα να τον πιάσουμε»&lt;br /&gt;   Άρχισαν να τρέχουν προς το μέρος του κρατώντας χιονόμπαλες στα χέρια τους. Τις πέταξαν στον Ρούλη. Κάποιες τον πέτυχαν και τον έκαναν να παγώσει περισσότερο. Ο Ρούλης είδε ότι τον είχαν βάλει σημάδι και το έβαλε στα πόδια. Έτρεξε όσο μπορούσε πιο γρήγορα. Κρύφτηκε σε ένα  σοκκάκι με την ελπίδα να μην τον βρούν. Τα παιδιά πέρασαν απο εκεί που κρυβόταν αλλά δεν πρόσεξαν τον Ρούλη που έτρεμε απο τον φόβο του.&lt;br /&gt;   Ο Ρούλης πόσο στεναχωρήθηκε δεν περιγράφεται. Έβαλε τα κλάμματα. Γιατί ποτέ δεν θα μπορούσε να είναι ήσυχος, ούτε μεταξύ των ομοίων του, ούτε μεταξύ με τους ανθρώπους. Έμεινε εκεί πολύ ώρα, μέχρι που άρχισε να νυχτώνει. Τώρα μπορούσε να βγεί χωρίς να τον πειράξει κανένας στον δρόμο. Περπάταγε στους δρόμους και έβλεπε απο τα παράθυρα των σπιτιών στολισμένα δέντρα και οικογένειες να ετοιμάζονται να φάνε. Ήταν όλοι τόσο χαρούμενοι. Πόσο ζήλευε, ήθελε και αυτός να είναι τόσο χαρούμενος. Να έχει μια οικογένεια που τον αγαπούσε. Αλλά ήταν μόνος, επειδή γεννήθηκε καλικάντζαρος. Πόσο μισούσε που η φυλή του έκανε τόσα κακά πράγματα και όλοι τους κυνηγούσαν να τους διώξουν. Ο Ρούλης περπατούσε μόνος του μέσα στο σκοτάδι και το χιόνι που άρχισε να πέφτει κάλυπτε τα ίχνη του. Οι μέρες πέρασαν, το μοναδικό που έκανε ο Ρούλης είναι να κοιμάται την μέρα και το βράδυ να τριγυρνάει μέσα στην παγωνιά μακριά απο τους ανθρώπους. Κατά καιρούς άκουγε για καλικάντζαρους που έκαναν διάφορα καμώματα στους ανθρώπους και τον έκαναν να στεναχωριέται περισσότερο. Είχε φτάσει η παραμονή Πρωτοχρονιάς. Ο Ρούλης ήξερε ότι αυτή την μέρα εμφανίζεται ένας χοντρός κύριος που φοράει κόκκινα ρούχα και μοιράζει δώρα στα καλά παιδιά, θυμόταν ότι τον έλεγαν Άγιο Βασίλη. Πόσο ήθελε να πάρει και αυτός ένα δώρο αλλά αυτό ήξερε ότι είναι δύσκολο. Ποιός θα έδινε δώρο σε ένα καλικάντζαρο??? Για άλλη μια φορά τα έβαψε μαύρα. Ήξερε ότι όσο καλός και να είναι, δεν μπορούσε να μην είναι καλικάντζαρος. Το μονό που έκανε είναι να παρακολουθεί απο μακριά τα παιδιά που τραγουδούσαν τα κάλαντα. Τον έκαναν να νιώθει ωραία. Αλλά και αυτά τελείωσαν, είχαν φτάσει τα μεσάνυχτα. Όλοι η πολή κοιμάταν. Ο Ρούλης για άλλη μια φορά περπατούσε μόνος του. Κάτι άκουσε. Ο ήχος ακούστηκε απο τον ουρανό. Άκουγε καμπανάκια. Κοίταξε ψηλά και είδε κάτι παράξενο. Είδε ένα ιπτάμενο έλκηθρο με ένα χοντρό ηλικιώμενο κύριο με κόκκινα ρούχα να κάθεται και να το τραβούν τάρανδοι. Ήταν ο Άγιος Βασίλης. Τον είδε να κατεβαίνει και να προσγειώνεται πάνω στην σκεπή ενός σπιτιού. Ήθελε να τον δει απο κοντά. Έτρεξε προς το σπίτι. Μόλις έφτασε άρχισε να σκαρφαλώνει προς τα πάνω. Ανέβηκε και έμεινε κρυμμένος. Κοίταξε με προσοχή για να μην τον καταλάβουν. Δεν έβλεπε πουθενά τον Άγιο Βασίλη παρά μόνο το έλκηθρο του. Πήρε λίγο θάρρος και με συνδυασμό την περιέργεια πλησίασε πιο κοντά. Κοίταζε τους τάρανδους με προσοχή. Μια σκιά τον έκανε να κρυφτεί. Αλλά για κακιά του τύχη σκόνταψε.&lt;br /&gt;«Ποιός είναι εκεί???» άκουσε μια φωνή που περισσότερο φαινόταν σαν πρόσκληση παρά σαν διαταγή.&lt;br /&gt;Ο Ρούλης δεν μπορούσε να κρυφτεί και εμφανίστηκε. Ο Άγιος Βασίλης κοίταξε έκπληκτος τον Ρούλη&lt;br /&gt;«Μα τον Βόρειο Πόλο, είναι ένας μικρός καλικάντζαρος. Το είδες Ρούντολφ???» και συνέχισε «Πως βρέθηκες εσυ εδώ ετοιμάζεις καμιά σκανδαλιά»&lt;br /&gt;«Όχι καλέ μου κύριε, απλά ήθελα να δω απο κοντά το ελκηθρό σας, έχω ακούσει τόσες ιστορίες για εσάς....» και χαμήλωσε τα μάτια του προς τα κάτω.&lt;br /&gt;«Βρε. Βρε τι βλέπω ένας ευγενικός καλικάντζαρος, κάτι είχα ακούσει ότι υπάρχουν και καλοί καλικάντζαροι.» είπε στον Ρούλη ο Άγιος Βασίλης.&lt;br /&gt;Την συζήτηση την διέκοψε ένας μικρό κοντό ξωτικό που δεν το είχε δει ο Ρούλης. Γιατί κρυβόταν μέσα στο έλκηθρο. Είχε κάνει την εμφανισή του και τράβαγε τον Άγιο Βασίλη απο το παντελόνι. Ο Άγιος Βασίλης έσκυψε προς το ξωτικό. Ο Ρούλης είδε ότι του έλεγε κάτι στο αυτί. Ενώ ο Άγιος Βασίλης κοίταζε τον Ρούλη και το προσωπό του σχημάτισε ένα χαμόγελο που φάνηκε μέσα απο τα άσπρα πλούσια γένια του.&lt;br /&gt;Σηκώθηκε και μίλησε πάλι στον Ρούλη «Μήπως σε λένε Ρούλη???»&lt;br /&gt;Ο Ρούλης ξαφνιάστηκε απο την ερώτηση, έγνεψε καταφατικά.&lt;br /&gt;«Τότε είμαι τυχερός, γιατί σε έψαχνα??? Έχω να σου δώσω κάτι!!!»&lt;br /&gt;«Σε εμένα» τραύλισε ο Ρούλης που δεν πίστευε στα αυτιά του ότι θα έπαιρνε ένα δώρο.&lt;br /&gt;«Ναι για σένα, εσύ δεν είσαι ο Ρούλης ο Καλικαντζαρούλης???»&lt;br /&gt;«Ναι, ναι εγώ είμαι» απάντησε ο Ρούλης χαρούμενος.&lt;br /&gt;«Ωραία, αλλά έχω ένα πρόβλημα το δώρο σου βρίσκεται στο σπίτι μου στον Βόρειο Πόλο...» είπε κάπως στεναχωρημένα ο Άγιος Βασίλης.&lt;br /&gt;Το πρόσωπο του Ρούλη άλλαξε έκφραση και απο χαρούμενος, έδειξε να στεναχωριέται.&lt;br /&gt;«Αλλά μην ανησυχείς, μπορείς να έρθεις μαζί μου και να το πάρεις ο ίδιος!!!» είπε ο Άγιος Βασίλης. Ο Ρούλης χωρίς να ξέρει πως να εκφράσει την χαρά του, έτρεξε πάνω στον Άγιο Βασίλη και τον αγκάλιασε. Έκλαιγε, έκλαιγε απο χαρά.&lt;br /&gt;«Μόνο που πρέπει να πάρουν και άλλα παιδιά τα δώρα τους μέχρι να φτάσουμε στο Βόρειο Πόλο» είπε ο Άγιος Βασίλης «και πρέπει να βιαστούμε σε λίγο θα αρχίσει να ξημερώνει»&lt;br /&gt;Ο Ρούλης σκούπισε τα μάτια του και ανέβηκε και αυτός πάνω στο έλκηθρο και κάθισε δίπλα απο το ξωτικό. Ο Άγιος Βασίλης τίναξε τα γκέμια και οι τάρανδοι έτρεξαν και απογειώθηκαν. Ο Ρούλης ένιωσε το κρύο αέρα αλλά δεν τον πείραζε. Έβλεπε απο κάτω τις χιονισμένες σκεπές των σπιτιών και τις καμινάδες να καπνίζουν ήσυχα. Που και που ο Άγιος Βασίλης κατέβαινε στα σπίτια και έμπαινε απο τις καμινάδες με τον κόκκινο σάκο του. Ο Ρούλης όμως δεν άντεξε και κάποια στιγμή τον πήρε ο ύπνος. Ένας ήρεμος ύπνος για πρώτη φορά στην ζωή του. Ξύπνησε απο ένα φως. Άνοιξε τα μάτια του και είδε ότι βρισκόταν μέσα σε ένα φωτεινό δωμάτιο. Κοίταξε γύρω του. Βρισκόταν μόνος του μέσα στο έλκηθρο. Σηκώθηκε και βρήκε μια μεγάλη πόρτα. Απο πίσω της άκουγε γέλια και τραγούδια. Την άνοιξε και μπροστά του εμφανίστηκε ένα δωμάτιο γεμάτο με ξωτικά και μακρόστενα τραπέζια με κάθε λογής φαγητά. Ο Άγιος Βασίλης καθόταν στην κορυφή ενός τραπεζιού.&lt;br /&gt;«Καλώς τον!!!! Σε περιμέναμε για να αρχίσουμε το φαγητό, κάτσε εδω δίπλα μου» και του έδειξε μια καρέκλα.&lt;br /&gt;Πρόσεξε ότι όλα τα ξωτικά τον κοίταζαν περίεργα και ψιθύριζαν μεταξύ τους.&lt;br /&gt;«Την προσοχή σας θα ήθελα αγαπημένα μου ξωτικά» είπε και σηκώθηκε ο Άγιος Βασίλης&lt;br /&gt;«Απο ότι προσέξατε μαζί μας έχουμε ένα επισκέπτη. Είναι ένας καλικάντζαρος και τον λένε Ρούλη» έβηξε λίγο και συνέχισε «θα ήθελα όλοι να του φερθείτε όλοι καλά, μιας και θα μείνει μαζί μας απο εδώ και πέρα. Αν συμφωνεί και ο Ρούλης»&lt;br /&gt;Όλοι γύρισαν και είδαν τον Ρούλη. Ο Ρούλης ένιωθε κάπως περίεργα, μειονεκτικά. Πρόσεξε ότι κρέμονταν απο τα χείλια του. Περίμεναν την απαντησή του. Κάθισε λίγο αμίλητος. Δεν ήξερε τι να απαντήσει.&lt;br /&gt;Κοίταξε τον Αγιο Βασίλη και είπε «Θα ήθελα πάρα πολύ να μείνω εδώ. Είναι πολύ ωραία και ζεστά. Αλλά δεν μπορώ να αφήσω την οικογενειά μου όσο και κακιά να είναι. Γιατί τους αγαπώ...»&lt;br /&gt;Ο Άγιος Βασίλης τον κοίταξε συγκινημένος «Είναι πολύ ωραίο να αγαπάς την οικογενειά σου και δεν μπορώ  να σε κρατήσω παρά την θελησή σου» και σταμάτησε για λίγο.&lt;br /&gt;«Αλλά το δώρο σου δεν το πήρες ακόμα!!!!» είπε ο Άγιος Βασίλης και  έκανε ένα νόημα σε ένα ξωτικό που βγήκε απο την αίθουσα. Ο Ρούλης ένιωσε πάλι μια συγκίνηση αλλά κρατήθηκε. Το ξωτικό επέστρεψε μετά απο λίγο με ένα μικρό κουτί. Το άφησε μπροστά στον Ρούλη.&lt;br /&gt;«Αυτό είναι το δώρο σου» είπε ο Άγιος Βασίλης&lt;br /&gt;«Άντε άνοιξε το μην το κοιτάς»&lt;br /&gt;Ο Ρούλης το πήρε στα χέρια του και με τα μακριά του δάχτυλα έσκισε το περιτύλιγμα και άνοιξε το καπάκι. Στην αρχή είδε μόνο κομματάκια φελιζόλ. Έβαλε τα χέρια του μέσα και έπιασε κάτι κρύο και στρογγυλό. Το έβγαλε έξω και είδε ότι κρατούσε μια γυάλινη χιονόμπαλα. Είχε ένα σπιτάκι. Την κούνησε. Το χιόνι άρχισε να πέφτει. Είδε κάτι να κινείτε. Ήταν ο Άγιος Βασίλης πάνω στο ελκηθρό του που πέταγε μέσα στην χιονόμπαλα. Πόσο χάρηκε με το δώρο του δεν λέγεται. Την κούναγε και την ξανακούναγε.&lt;br /&gt;Ο Άγιος Βασίλης τον διέκοψε «Με αυτή την μπάλα θα μπορείς πάντα να με νιώθεις κοντά σου όπου και να είσαι».&lt;br /&gt;Όλοι μετά απο αυτό έφαγαν χαρούμενα και πήγαν για ύπνο. Ο Ρούλης έμεινε στον Βόρειο Πόλο μέχρι την παραμονή των Φώτων. Είχε φτάσει η στιγμή που θα γύριζε πίσω. Ο Άγιος Βασίλης τον γύρισε ο ίδιος πίσω με το έλκηθρο. Μετά απο ένα μεγάλο ταξίδι έφτασαν στο προορισμό τους.  Ο Ρούλης κατέβηκε και  τον χαιρέτησε καθώς εκείνος πέταξε μέσα στην νύχτα για τον Βόρειο Πόλο.Ο Ρούλης πήρε τον δρόμο για την Χώρα των Καλικάντζαρων. Όταν έφτασε εκεί ένιωσε πάλι μόνο του. Οι άλλοι καλικάντζαροι άρχισαν πάλι να τον πειράζουν. Αλλά δεν τον ένοιαζε. Τώρα είχε ένα φίλο που μπορούσε να τον βλέπει όποτε ήθελε. Κούνησε την χιονόμπαλα και άκουσε τα καμπανάκια απο τους τάρανδους και την φωνή του Άγιου Βασίλη με το γνώριμο «ΧΟ-ΧΟ-ΧΟ»&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7908685554067650987-2911598463900044530?l=bardstory.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://bardstory.blogspot.com/feeds/2911598463900044530/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7908685554067650987&amp;postID=2911598463900044530' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/2911598463900044530'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/2911598463900044530'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://bardstory.blogspot.com/2008/12/blog-post_19.html' title='Ρούλης ο Καλικαντζαρούλης, ένας μικρός καλός καλικάντζαρος'/><author><name>Bellamin Fletcher</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01776134366244848429</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987.post-5444521892059489708</id><published>2008-12-12T20:30:00.001+02:00</published><updated>2008-12-12T20:30:00.636+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Σύγχρονες'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Μεταφυσικές'/><title type='text'>Ανεκπλήρωτα Όνειρα</title><content type='html'>Περπατούσε βράδυ μέσα στα φώτα της πόλης που δεν έλεγε ακόμα να κοιμηθεί μετά απο μια κουραστική και κοπιαστική μέρα. Μια πόλη που άλλαζε εντελώς πρόσωπο,  ο κόσμος που κυκλοφορούσε λες και δια μαγείας είχε αλλάξει δείχνοντας όρεξη για ζωή και περιπέτειες.&lt;br /&gt;   Κάτι τέτοιο έψαχνε και αυτός να βρεί, κάτι που θα τον τράβαγε και θα τον έβγαζε απο την ρουτίνα της ζωής του που αναγκαστικά ζούσε. Ήταν κόντα στην οδό Α., μιας οδού που το πρωί σφίζει απο ζωή και την βιασύνη που μας διακατέχει όλους μας. Περπατούσε ολομόναχος παρόλο που φοβόταν, ένιωθε ότι κάποιος τον παρακολουθούσε. Γύρισε πίσω τίποτα ανησυχητικό, δεν υπήρχε κανείς παρά μια παρέα που τώρα κατηφόριζε το δρόμο που είχε πάρει και εκείνος αλλά ακόμα ήταν μακριά. Ξαναγύρισε στις σκέψεις του. Κοίταγε αριστερά και δεξιά στα νυχτερινά μπαρ και μαγαζιά που κρατούν τα βράδια παρέα στους ανθρώπους. Κάτι του τράβηξε την προσοχή, μια μικρή επιγραφή νέον που έγραφε το όνομα του μαγαζιού μάλλον, γιατί κάποια γράμματα ήταν σβημένα, κάτι που δεν θα ενδιέφερε και πολύ τον ιδιοκτήτη αρκεί να έβγαζε τα χρήματα της ημέρας.&lt;br /&gt;   Το μπάρ βρισκόταν σε ένα υπογείο. Κοντοστάθηκε και κοίταξε για λίγη ώρα. Η παρέα πέρασε απο πίσω του γελώντας δυνατά. Μετά έπεσε πάλι σιωπή, άκουγε μια χαμηλή μουσική απο το υπόγειο. Πήρε την απόφαση, κατέβηκε. Άνοιξε την μαύρη πόρτα και μπήκε μέσα. Το μέρος ήταν όπως το περίμενε, χαμηλός φωτισμός να μην ενοχλεί τους πελάτες, καπνοί απο τσιγάρα δημιουργούσαν μια αποπνιχτική ατμόσφαιρα και πελάτες που έπιναν αδιάφοροι τα ποτά τους και μουσική έπαιζε απο ένα παλιό μισοκαταστραμένο κασετόφωνο. Περπάτησε για λίγο μέσα στο μαγαζί για να βρει που θα καθίσει αλλά και να συνηθίσουν τα μάτια του στο σκοτάδι. Είδε ένα μικρό ελεύθερο τραπέζι στην άκρη του μικρού μαγαζιού, που δεν είχε πάνω απο 5-6 τραπεζάκια και μια μεγάλη μπάρα. Πέρασε μέσα απο τον κόσμο με προσοχή.&lt;br /&gt;   Κάθισε στο τραπέζι που ακόμα πάνω του υπήρχαν ποτήρια απο τους προηγούμενους πελάτες, δίπλα του βρισκόταν ένας λιπόθυμος μάλλον απο το μεθύσι άνδρας πάνω στο τραπέζι μαζί με ριγμένα ποτήρια που έσταζαν στην μοκέτα που απο την βρώμα δεν ξεχώριζες το χρώμα της. Δεν τον πείραξε και ιδιαίτερα. Μια σερβιτόρα ήρθε και παράγγηλε το αγαπημένο του ποτό. Το ποτό δεν άργησε πολύ, σκέφτηκε ότι τουλάχιστον έχουν καλό σέρβις. Έπινε το ποτό του και παρακολουθούσε τις κινήσεις του κόσμου σιωπηλά.&lt;br /&gt;    Είχε κολλήσει τα μάτια του σε μια γυναίκα που καθόταν μόνη της 2 τραπέζια πιο μακριά. Του είχε τραβήξει την προσοχή, γιατί σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο, έδειχνε εντελώς ξένο σώμα μέσα στο μαγαζί. Όλος ο κόσμος μπροστά της φαινόταν βρώμικος και βυθισμένος στον προσωπικό του πόνο που θα τον καταδίωκε σε σχεδόν σε όλη του τη ζωή, αντίθετα εκείνη ήταν πολύ καθάρη και έμοιαζε κάτι απόκοσμο να την φωτίζει ή μπορεί να ήταν της φαντασία του. Η αντίφαση σε όλο το παρουσιαστικό της ήταν μια λυπημένη έκφραση ζωγραφισμένη στο προσωπό της. Την έβλεπε για αρκετή ώρα, δεν πρόσεχε πόσα ποτά είχε παραγγείλει και πίει. Η γυναίκα γύρισε μια στιγμή και τον κοίταξε, τον κάρφωσε με το βλέμμα της. Πάγωσε στην θέση δεν ήξερε πως να αντιδράσει στο βλέμμα της γυναίκας, τον έκανε απο την μια να νιώθει μια αγαλλίαση και απο την άλλη ένιωθε μια θλίψη. Το βλέμμα κράτησε για δευτερόλεπτα αν και του φάνηκε μια αιωνιότητα έτσι όπως τον κοίταζε.&lt;br /&gt;     Η γυναίκα σηκώθηκε και άρχισε να πλησιάζει προς το τραπέζι του, όπως ερχόταν έβλεπε να είναι  το ίδιο φωτείνη λες και μια αύρα φωτός να την έχει τυλίξει. Τον ρώτησε αν μπορεί να καθίσει, κούνησε το κεφάλι του θετικά δεν μπορούσε να μιλήσει. Πρώτη φορά έβλεπε τόση όμορφη γυναίκα. Του ξαναμίλησε τον ρώτησε πως τον λένε, εκείνος απάντησε Β. Έκανε νόημα στην σερβιτόρα, της παρήγγειλε δυο ποτά ένα για εκείνο και ένα για την γυναίκα. Η σερβιτόρα ήρθε και έμεινε απορημένη με την παραγγελία και κοίταξε προς το μέρος που καθόταν η γυναίκα και έφυγε κοιτάζοντας πάλι το τραπέζι, λες και έβλεπε κάτι περίεργο. Μέχρι να έρθει η σερβιτόρα δεν μίλησε κανείς απο τους δύο.&lt;br /&gt;   Όταν άφησε τα ποτά η σερβιτόρα, άρχισε να μιλά η γυναίκα. Μιλούσε με μια βαθιά φωνή. Είπε ότι ένιωθε ότι είναι διαφορετικός απο τους υπόλοιπους που τριγυρνάνε με το κουρασμένο κορμί τους σε τέτοια μαγαζία και το μόνο που κάνουν είναι να τα πίνουν για να πνίξουν τον καημό τους μέχρι να έρθει η κάποτε η ύστατη στιγμή, του είπε ότι τον διάλεξε για να του αποκαλύψη κάτι, κάτι που την βασάνιζε μια ιστορία ενός νέου ανθρώπου με έμοιαζε στο παρουσιαστικό με εκείνον και την έκανε να μην μπορεί να κοιμάτε χωρίς να την σκέφτεται. Δεν περίμενε να απαντήσει ο Β. και ξεκίνησε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;    “Η γυναίκα άρχισε να του λέει ότι  δουλεύει σε ένα μέρος που υποδέχονται ανθρώπους να ηρεμήσουν και να συνεχίσουν την ζωή τους μέσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο ηρεμία και ησυχία μακριά απο τον πανικόβλητο κόσμο. Στην βαρδια της είπε φέρανε έναν νεαρό με ένα τραύμα στην κοιλιά, κάποιος τον είχε χτυπήσει και τον παράτησε ολομόναχο. Κοιμόταν όταν τον φέρανε φαινόταν τόσο ήρεμος,κάτι που δεν θα ίσχυε όταν θα ξυπνούσε. Ξύπνησε, πετάχτηκε όρθιος τρομαγμένος κοίταζε γύρω του προσπαθώντας να βρει ένα στοιχείο για το που βρισκόταν, δεν αναγνώρισε κάτι και άρχισε να φωνάζει ότι θέλει να γυρίσει πίσω στο σπίτι του. Αυτό δυστηχώς ήταν πλέον δύσκολο. Τον ρώτησε τι έπαθε ακριβώς και βρέθηκε εδώ για να τον καθυσηχάσει.&lt;br /&gt;Εκείνος δεν θυμόταν και πολλά. Θυμόταν κάποιες σκόρπιες αναμνήσεις. Καθόταν συλλογισμένος και προσπαθούσε να θυμηθεί. Άρχισε να θυμάται και να συμπληρώνει το παζλ των αναμνήσεων του. Πρώτα θυμήθηκε ότι είχε γεννηθεί στην Α. και προερχόταν απο μια μικρομεσαία οικογένεια, είχε και έναν αδελφό πιο μεγάλο απο αυτόν. Η γλώσσα του άρχισε να λύνεται και το μυαλό του να παίρνει μπρος. Είπε ότι απο την πρώτη φορά που μπορούσε να σκεφτεί λογικά ένιωθε ότι ήταν διαφορετικός απο τους υπόλοιπους και αυτό τον έκανε να νιώθει μόνος του ακόμα και όταν βρισκόταν με παρέα, γιατί κανένας δεν μπορούσε να τον καταλάβει. Του άρεσε να κάνει όνειρα για την ζωή του, τι θα κατάφερνε, θα άλλαζε τον κόσμο...Όμως ένιωθε συνεχώς κάτι να τον κρατάει μακριά απο τα ονειρά του, είχε βρει την αιτία ή καλύτερα τις αιτίες που δεν τον άφηναν να ανοίξει τα φτερά του και να πετάξει ελεύθερο, αλλά παράμενε ένα αβοήθητο πουλάκι με σπασμένες φτερούγες. Στην αρχή έλεγε ότι ήταν οι γονείς του που απο μικρό τον είχαν βάλει σε ένα πρόγραμμα που δεν το διάλεξε, σχολεία, φροντιστήρια και άλλες δραστηρίοτητες, του έλεγαν ότι είναι για το καλό του. Μετά άρχισαν να του προγραμματίζουν την ζωή του, τι έπρεπε να σπουδάσει, που θα έμπαινε μετά με το πρόσχημα ότι έπρεπε να βολευτεί για να μπορεί να ζήσει. Δεν τους ενδιέφερε αν είχε φιλοδοξίες και όνειρα απλά θα ακολουθούσε ότι του έλεγαν και μια ζωή που θα κατάπνιγε τα ονειρά του και μόνο στο βάθος του μυαλού του θα υπήρχαν μέχρι να ξεχαστούν και αυτά σαν σκονισμένα αντικείμενα σε μια παλιά σοφίτα. Αυτό τον έκανε να νιώθει ότι δεν τους ενδιέφερε η δικιά του άποψη απλά ότι έπρεπε να τους ακούσει σαν πρόβατο και να μπεί και αυτός στην σειρά.&lt;br /&gt;     Πρόβατο σαν αυτά που έβλεπε παντού όταν τριγυρνούσε και περπάταγε στην πόλη του και έδειχναν ένα ψεύτικο προσωπείο χαράς που έκρυβε το πραγματικό θλιμμένο προσωπό τους. Ανθρώπους που έτρεχαν πανικόβλητοι χωρίς άλλη σκέψη να πάνε στην δουλειά τους για να βγάλουν λεφτά για ξεκπληρώσουν δάνεια και δόσεις άχρηστων πραγμάτων που δεν θα τα κατάφερναν ποτέ και θα τα κληρονομούσαν τα παιδιά τους σαν περουσία.&lt;br /&gt;    Έβλεπε ανθρώπους που έμπαιναν και στριμώχνονταν μέσα στα μέσα μαζικής μεταφορά σαν μέλισσες και παρόλο που υπήρχαν και όλοι γύρω τους, ένιωθαν πιο μόνοι απο ποτέ και κοιτούσαν κάτω και έμεναν ακίνητοι βυθισμένοι στις σκέψεις τους μέχρι να ανοίξουν οι πόρτες για να ξεχυθούν σαν μυρμήγκια.&lt;br /&gt;     Βέβαια που και που έβλεπε και κάποιους πιτσιρικάδες που είχαν ακόμα μέσα τους την φλόγα της ζωής και απο την άλλη έβλεπε τα ξινισμένα πρόσωπα τον «ενηλίκων» ενοχλημένοι που κάποιος χαιρόταν και τους κοιτούσαν με απέχθεια λες και είναι κάποιο ζωύφια που θέλουν να να εξοντώσουν, να τα λιώσουν. Το αποτέλεσμα τις περισσότερες φορές να τσακώνονται για ανούσιους λόγους μιας και αίμα των πιτσιρικάδων έβραζε ακόμα, αλλά ούτε και αυτοί δεν αναγνώριζαν τα μελλοντικά προσωπά τους και ότι θα έρθει η στιγμή που θα αντικαθιστήσουν τους «ενήλικες» σαν άλλα πρόβατα.&lt;br /&gt;      Ύστερα σκέφτηκε ότι η λέξη πρόβατα είναι πολύ ευγενική και δεν αξίζει να συγκρίνουν τα πρόβατα με τους ανθρώπους αλλά αυτό που τους ταιριάζει είναι «ρομπότ», «ανθρώπινα-ρομποτ».... Ο λόγος που το έλεγε αυτό ήταν ότι οι άνθρωποι δεν διέφεραν και πολύ απο τα ρομπότ, μιας και είχαν πάρει μια εντολή, φυτευμένη στο μυαλό τους απο τα παιδικά τους χρόνια, να δουλεύψουν να βγάλουν χρήματα να ζήσουν μια ζωούλα που θα τους επέβαλλαν τρίτοι τι θα έκαναν και πως. Και αυτό γίνεται κάθε μέρα φανερό όπου και να σταθείς,απο τον δρόμο που περπατάς και βρίσκεσαι ανάμεσα σε κόσμο που αποκόβοτε απο την πραγματικότητα με την καινούργια μόδα, τα ακουστικά στα αυτιά και να περπατάνε σαν ζωντανά ζόμπι που αν πέσεις κατά λάθος πάνω τους το μόνο που κάνουν είναι να αποκλίνουν για λίγο απο τον δρόμο και μετά να ξαναμπαίνουν στην σωστή πορεία. Αλλά υπάρχει και ένας «δραστήριος κόσμος» που περπατάει στο δρόμο έχοντας μονίμως το χέρι του σε προέκταση να στέκεται το κινητό ο βασιλιάς του εαυτού μας.&lt;br /&gt;    Βέβαια υπήρχαν αρκετοί που ζούσαν την στιγμή προσπαθώντας να ξεφύγουν την παγίδα της κοινωνίας που ήταν μέλοι,ένας από αυτούς ένιωθε και εκείνος.&lt;br /&gt;    Έλεγε πόσο του άρεσε να περπάτα στο δρόμο και να κοιτά ψηλά ουρανό και έμοιαζε σαν τρελός στα μάτια των διερχόμενων που περνούσαν δίπλα του. Κοίταζε μπροστά και όχι κάτω στο γκρι μάρμαρο της πόλης, του άρεσε να παρακολουθεί τον κόσμο βυθισμένο σε μια υποτονική κατάσταση, έβλεπε τα κτίρια στο δρόμο του και κάθε φορά ανακάλυπτε κάτι καινούργιο και ας τα είχε δει χιλιάδες φορές. Του άρεσε να πηγαίνει να χαζεύει την θάλασσα όποτε μπορούσε και καθόταν με τις ώρες για να ησυχάζει και να ηρεμεί απο την βαβούρα της πόλης που την προκαλούσαν σιωπηλοί άνθρωποι.&lt;br /&gt;    Ήθελε να ονειρευτεί ένα κόσμο λίγο πιο διαφορετικό απο αυτό που ζούσε. Ονειρευόταν να ταξιδεύψει να γνωρίσει άλλες χώρες με ανθρώπους που ζούσαν πραγματικά, να δημιουργήσει πράγματα που θα βοηθούσαν τον κόσμο, να ζήσει την ζωή του όπως ήθελε αυτός χωρίς να του επιβάλει κάποιος τι θα κάνει, πως και γιατί. Αυτές οι σκέψεις τον έκαναν να τρελαίνετε τα βράδυα που προσπαθούσε να κοιμηθεί και τον έβρισκε το ξημέρωμα.  Μετά απο καιρό είχε πάρει την απόφαση να τα εφαρμόσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε πριν τον προλάβουν και γίνει και αυτός ένα «ρομποτ-άνθρωπος».&lt;br /&gt;   Αυτές οι σκέψεις γυρόφερναν στο μυαλό του τον τελευταίο καιρό, όπου και να περπατούσε και να στεκόταν. Όμως επείδη και αυτός ανήκει στο σχέδιο κάτι πιο μεγάλου από όσο μπορούσε να σκεφτεί και να αναλογιστεί, ήρθε μια κατάληξη που δεν περίμενε.&lt;br /&gt;    Κάτι αναπάντεχο ήρθε και άλλαξε μια και καλή την ζωή του. Ένα βράδυ καθώς γύρναγε σπίτι του μετά απο μια έξοδο του συνέβη κάτι. Ήταν στα μισά στης διαδρομής προς το σπίτι του, περπάταγε μόνος του βυθισμένος στις σκέψεις του, ένα αίσθημα τον κυρίευσε ότι κάποιος τον παρακουλουθεί, τον έκανε να περπατά πιο γρήγορα. Δεν είχε άδικο, σε ένα στενάκι ποιο κάτω άκουσε κάποιον να τον φωνάζει. Γύρισε και είδε μια φιγούρα μέσα στο στενάκι. Ένα σπρώξιμο ένιωσε απο πίσω του και έπεσε μέσα στο στενάκι. Ήταν ανάμεσα σε δυο τύπους που του ζητούσαν τα λεφτά του. Εκείνος αρνήθηκε να τα δώσει, οι δυο τύποι θύμωσαν με την απάντηση που έδωσε, όλα έγιναν πολύ γρήγορα είδε μια λάμψη στα χέρια του ενός και να κινείται προς τα εκείνον.Μετά δεν θυμόταν τίποτα. Κάτι πήγε να της πει, ήταν κουρασμένος και πόναγε, λιποθύμησε και δεν είπε τίποτα παραπάνω.”&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;      Τελείωσε την αφηγησή της και άναψε ένα τσιγάρο και κοίταξε τον Β. Ρούφηξε μια τζούρα και ξεφύσηξε τον καπνό. Του είπε ότι είχε προβληματιστεί πως κάποιος βλέπει έτσι τον κόσμο που ζει και δεν είχε συλλογιστεί ποτέ ότι θα ήταν τόσο θλιβερά και ήθελε να τα μοιραστεί με κάποιον που θα καταλάβαινε. Ο Β. σκεφτόταν όλα όσα είχε ακούσει, έβρισκε πολλά σημεία που ταίριαζαν με την ιδεολογία του. Μείνανε και οι δύο σιωπηλοί χωρίς να πουν τίποτα για αρκετή ώρα. Την σιωπή την έσπασε η γυναίκα που του είπε ότι έχει πάει αργά και ότι την καλούν απο την δουλειά για κάτι επείγον και έπρεπε να φύγει. Εκείνος πήγε να πει κάτι, αλλά τον σταμάτησε λεγοντάς του να μην ανησυχεί θα ξαναβρεθούν σύντομα. Μετά απο αυτό η γυναίκα σηκώθηκε τον ευχαρίστησε και έφυγε απο το υπόγειο μπαρ.&lt;br /&gt;    Έμεινε μόνος του, συλλογισμένος τι του είχε πει η γυναίκα. δεν κάθισε και πολύ, μετα απο λίγο σηκώθηκε και εκείνος και πηγαίνοντας προς την έξοδο πλήρωσε την σερβιτόρα αφήνοντας μάλιστα και ένα γενναίο φιλοδώρημα. Ήταν λίγο ζαλισμένος απο το ποτό, βγήκε πάλι έξω στο δρόμο και σκεφτόταν την διήγηση της γυναίκας, είχε κάτι το γνώριμο η ιστορία. Ο καθαρός αέρας τον χτύπησε στο πρόσωπο και τον ξύπνησε λίγο. Πήρε τον δρόμο προς το σπίτι περπάταγε με σιγανό βήμα και κάτι άλλο παίδευε το μυαλό του, αναρωτιόταν γιατί έδωσε τόσα μεγάλο φιλοδώρημα στην σερβιτόρα, αφήνοντας τον τώρα χωρίς ψιλό, πανί με πανί και να μετανιώνει για το πόσο μεγαλόψυχος ήταν μερικές φορές. Κάποιος τον σταμάτησε τον επανέφερε στην πραγματικότητα του ζήτησε φωτιά δεν του έδωσε σημασία και προχώρησε. Ένοιωθε ότι κάτι τον παρακολουθούσε, γύρισε δεν ήταν κανένας πίσω του. Σκέφτηκε ότι μπορεί να τον επηρέασε η ιστορία.&lt;br /&gt;     Άκουσε μια φωνή γύρισε και είδε κάποιον σε ένα στενάκι. Στάθηκε να δει ποιος ήταν.  Κάποιος τον έσπρωξε απο πίσω και έπεσε χάμο στο στενάκι. Στο νου του ήρθε η ιστορία της γυναίκας. Βρισκόταν ανάμεσα σε δυο τύπους που του έκλειναν τους δρόμους της διαφυγής. Του μίλησαν, ζήτησαν τα λεφτά του, εκείνος αρνήθηκε, δεν είχε έτσι και αλλιώς να δώσει κάτι, είχε δώσει τα τελευταία στην σερβιτόρα, γέλασε με αυτήν την σκέψη και πως τα φέρνει η μοίρα. Οι δύο τύποι νευρίασαν με την απάντηση και με το χαμόγελο του Β.  Μια λάμψη είδε μέσα στο σκοτάδι και το χέρι του ενός να κινείται στο στομάχι του, ένιωσε ένα οξύ πόνο μετά και δεύτερο και τρίτο. Γονάτισε έπιασε την κοιλιά του. Οι δυο τύποι φοβήθηκαν πέταξαν κάτω το στιλέτο και έτρεξαν να ξεφύγουν και έστριψαν σε ένα δρομάκι.&lt;br /&gt;     Ήταν πλέον μόνος γονατιστός στο βρώμικο σοκάκι, έφερε τα χέρια του στο πρόσωπο είδε αίμα να κυλάει σε αυτά. Κράτησε την κοιλιά του προσπαθώντας ανέλπιδα να σταματήσει τo ρου της μοίρας που είχε γραφτεί απο την στιγμή που είχε γεννηθεί. Άρχισε να νιώθει κάτι ζεστό να κυλάει και να παγώνει απο μέσα προς τα έξω. Σωριάστηκε στο στενάκι έκλεισαν τα μάτια του, άκουσε μια φωνή, γυναικεία φωνή. Προσπάθησε να τα ανοίξει να δει, τα άνοιξε με δυσκολία, είδε μια γυναίκα. Είδε την γυναίκα που είχε δει μέσα στο μπαρ και του είχε μιλήσει, μόνο που ήταν διαφορετική, τυλιγμένη μέσα σε ένα λευκό φως και απο πίσω της στην πλάτη έβλεπε ένα μεγάλο ζευγάρι άσπρα φτερά σχηματισμένα απο λευκά πούπουλα. Τα μάτια του δεν άντεχαν έκλεισαν τελείως. Κάτι άρχισε να βλέπει, έβλεπε εικόνες, εικόνες που δεν τις είχε ξαναδεί ποτέ στην ζωή του αλλά μόνο τις είχε ονειρευτεί,αμέσως κατάλαβε ότι αυτά που έβλεπε δεν ήταν ζωή του που πέρναγε απο μπροστά του όπως λένε αλλά εικόνες απο τα ονειρά του τα δικά του όνειρα που θα μείνουν ανεκπλήρωτα για πάντα...&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7908685554067650987-5444521892059489708?l=bardstory.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://bardstory.blogspot.com/feeds/5444521892059489708/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7908685554067650987&amp;postID=5444521892059489708' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/5444521892059489708'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/5444521892059489708'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://bardstory.blogspot.com/2008/12/blog-post.html' title='Ανεκπλήρωτα Όνειρα'/><author><name>Bellamin Fletcher</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01776134366244848429</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987.post-2824717245954220044</id><published>2008-12-05T23:31:00.000+02:00</published><updated>2008-12-06T02:32:29.893+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παιδικές'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χώρα της Ηλιοφάνειας'/><title type='text'>Στην Χώρα της Ηλιοφάνειας (μέρος 6ο και τελευταίο)</title><content type='html'>Ο Λυκούργος ξύπνησε απο τιτιβίσματα πουλιών και ήχους ζώων. Δεν είχε ανοίξει ακόμα τα μάτια του και θυμήθηκε τι έγινε το χθεσινό βράδυ αν ήταν αλήθεια ή ένα κακό όνειρο. Γρήγορα βγήκε απο το δίλλημα όταν σηκώθηκε απο το κρεβάτι που κοιμάτον και πρόσεξε ότι δεν βρισκόταν στο κρεβάτι του, αλλά ούτε σε κάποια άλλο δωμάτιο του σπιτιού του. Αντίθετα βρισκόταν σε ένα οβάλ δωμάτιο που είχε δυο παράθυρα με κουρτίνες απο μεγάλα φύλλα δέντρων άγνωστα στον Λυκούργο και άφηναν τις ακτίνες του ήλιου να περάσουν ελεύθερα και να φωτίζουν το δωμάτιο που δεν είχε καμιά λάμπα ή φωτιστικό παρά μόνο κεριά μέσα σε ξύλινα κηροπήγια. Τα πάντα μέσα στο δωμάτιο ήταν ξύλινα ακόμα και οι τοίχοι θύμιζαν κορμό δέντρου. Το κρεβάτι που κοιμάταν ήταν και αυτό απο ξύλο, σκούρο ξύλο. Τα σκεπάσματα του ήταν κάτι ανάμεσα σε κουβέρτα και δέρμα ζώου, αλλά αρκετά ζεστά. Το δωμάτιο μύριζε φρέσκοκομμένα λουλούδια. Το αρωμά προερχόταν απο ένα γυάλινο βάζο που είχε διάφορα είδη λουλουδιών, τριαντάφυλλα, μαργαρίτες, γαρδένιες και πολλά άλλα. Δίπλα απο το κρεβάτι του υπήρχαν και στις δυο πλευρές απο ένα κομοδίνο. Πάνω στο ένα είχε ένα δίσκο με μια κανάτα και ένα ποτήρι και ένα πιάτο σκεπασμένο με καπάκι. Ενώ στο τέλος του κρεβατιού υπήρχε κάτι σαν μπαούλο με διπλωμένα ρούχα. Ο Λυκούργος σήκωσε τα σκεπάσματα και προς μεγάλη του ανακούφιση είδε ότι φορούσε τις πιτζάμες του. Το βλέμα του Λυκούργου περιπλανήθηκε σε όλο το δωμάτιο ψάχνοντας να βρεί μια πόρτα. Πρόσεξε ότι η πόρτα υπήρχε απέναντι απο τα παράθυρα αλλά δεν την είχε προσέξει επειδή δεν ξεχώριζε εύκολα απο τους τοίχους.&lt;br /&gt;Η πόρτα άνοιξε γρήγορα και τρόμαξε τον Λυκούργο. Εμφανίστηκε η Ιουλία μαζί με την Ηλιοστάλαχτη δίπλα της. Το παράξενο είναι ότι η Ηλιοστάλαχτη είχε κανονικό ύψος και μάλιστα περνούσε για λίγο την Ιουλία.&lt;br /&gt;«Επιτέλους ξύπνησες, κοιμάσε σχεδόν μιάμιση μέρα συνεχώς» είπε η Ιουλία&lt;br /&gt;«Μιάμιση μέρα???» ρώτησε έκπληκτος ο Λυκούργος που πετάχτηκε απο το κρεβάτι και στάθηκε όρθιος στο πάτωμα και περπάτησε προς το παράθυρο να δει που βρισκόταν. Έφτασε στο παράθυρο και παραμέρισε τα φύλλα κουρτίνες και είδε έξω. Το θέαμα τον άφησε έκπληκτο. Βρισκόταν σε ένα δέντρο, σε ένα μεγάλο δέντρο και έβλεπε ως εκεί που έφτανε το μάτι του απέραντες εκτάσεις με δάση ή πολύχρωμα χωράφια που έμοιαζαν σαν μπαλώματα σε παλιό πάπλωμα. Είδε νεράιδες να πετούν χαμηλά κοντά στις ρίζες του τεράστιου δέντρου και να παίζουν μεταξύ τους. Ένιωσε κάτι σαν ζαλάδα και κρατήθηκε γερά απο την κουπαστή του παραθύρου. Γύρισε προς τα μέσα και ρώτησε την Ιουλία και την Ηλιοστάλαχτη «Που βρισκόμαστε???»&lt;br /&gt;Η Ηλιοστάλαχτη πήρε τον λόγο «Είσαι στην Χώρα της Ηλιοφάνειας και εσύ μαζί με την αδελφή σου είστε οι πρώτοι άνθρωποι που την επισκέπτονται μετά απο 476 χρόνια...» και συνέχισε «και ο βασιλιάς Λιόπρινος θα ήθελε πολύ να σας δει και απο κοντά τώρα που ξύπνησες και εσύ»&lt;br /&gt;«Ποιός είναι αυτός πρώτη φορά τον ακούω» είπε ο Λυκούργος&lt;br /&gt;«Είναι ο βασιλιάς όλης της Χώρας της Ηλιοφάνειας εδω και πολλά χρόνια, κανείς δεν θυμάται πόσα» του απάντησε η Ιουλία δείχνοντας ότι είχε μάθει κάποια πράγματα για την χώρα της Ηλιοστάλαχτης.&lt;br /&gt;«Και σας άφησε αυτά τα ρούχα να φορέσετε όταν θα είστε έτοιμοι να σας δεχτεί» πήρε τον Λόγο η Ηλιοστάλαχτη. Ο Λυκούργος πρόσεξε ότι η νεράιδα έδειχνε τα διπλωμένα ρούχα που είχ δει πιο πριν.&lt;br /&gt;«Ωραία πες στον βασιλιά Λιόπρινο ότι θα είμαστε έτοιμοι σύντομα» είπε η Ιουλία. Η Ηλιοστάλαχτη άφησε τα δυο παιδιά και βγήκε απο το δωμάτιο αφήνοντας τα μόνα τους και πήγε στον βασιλιά Λιόπρινο. Εν τω μεταξύ στο δωμάτιο η Ιουλία είπε στον Λυκούργο «Σε ευχαριστώ που τελικά πίστεψες αυτά που σου έλεγα» και τον αγκάλιασε σφιχτά, ο Λυκούργος ήταν κάπως αμήχανος με την κίνηση της αδελφή του και προσπάθησε να ελευθερωθεί απο την αγκαλιά της. «Ναι, αλλά νομίζω ότι ο βασιλιάς Λιόπρινος είναι έτοιμος να μας δεχτει και δεν πρέπει να τον κάνουμε να μας περιμένει»&lt;br /&gt;«Έχεις δίκιο, πάω να ετοιμαστώ και εγώ» είπε η Ιουλία αφήνοντας πλέον μόνο του τον Λυκούργο. Το αγόρι ξεδίπλωσε τα ρούχα και για την ακρίβεια ένα κόκκινο παντελόνι και ένα κίτρινο πουκάμισο. Έβγαλε γρήγορα της πιτζάμες του και φόρεσε τα ρούχα που είχε απλώσει πάνω στο κρεβάτι. Είχε ντυθεί και αναρωτιόταν αν του πήγαιναν τα ρούχα. Άρχισε να ψάχνει το δωμάτιο και βρήκε μια ντουλάπα λίγο πιο δίπλα απο την πόρτα. Για καλή του τύχη είχε μέσα ένα καθρέφτη και κοίταξε τον εαυτό του. Κάθισε γιαλίγο ακίνητος και μετά γύριζε λίγο δεξιά ή αριστερά να δει αμα είναι στο μεγεθός του. Το παντελόνι ήταν λίγο φουσκωτό στα μπατζάκια σαν αυτά που φοράνε τα τζίνι των λυχναριών και το πουκάμισο ήταν λίγο φαρδύ απο ότι έβλεπε ο Λυκούργος. Όσο κοιταζόταν άκουσε την πόρτα του να χτυπά διακριτικά 3 φορές. Πήγε και άνοιξε την πόρτα και είδε ότι στο κατώφλι του βρισκόταν ένα ξωτικό στο ύψος του και φορούσε ένα παντελόνι σαν το δικό του και ένα γιλέκο κάλυπτε το στήθος του. «Σας περιμένουν στην κεντρική αίθουσα, άνθρωπε Λυκούργε» είπε ευγενικά το ξωτικό «θα σας συνοδεύσω εγώ προς τα εκεί όταν θα είστε έτοιμος»&lt;br /&gt;«Είμαι έτοιμος» απάντησε ο Λυκούργος, περιμένοντας να αντικρύσει με αγωνία τον βασιλιά Λιόπρινο. Με το ξωτικό πέρασαν απο πολλούς διαδρόμους και κατέβηκαν αρκετές σκάλες ώσπου έφτασαν έξω απο μια μεγάλη δίφυλλη δρύινη πόρτα. Εκεί βρισκόταν και η αδελφή του που έβλεπ πρώτη φορά την αδελφή του να φορά τέτοια ρούχα. Φορούσε ένα παντελόνι που έφτανε λίγο πιο κάτω απο τα γονατά της και μεγάλες κόκκινες μωβ ρίγε κάλτσες που ξεπερνούσαν τα γονατά της και κρυβόντουσαν μέσα απο το παντελόνι. Απο πάνω φορούσε μια ροζ κολλητή μακρυμάνικη μπλούζα και μια αμάνικη ζακέτα και είχε τα μαλλιά της πιασμένα σε κότσο. Ήταν σαν κούκλα, όπως αυτές που έπαιζε η ίδια. Σάλπιγκες ήχησαν και γέμισαν όλο το χώρο με θόρυβο. Οι πόρτες άνοιγαν απο προς τα έξω. Τα δυο παιδιά είδαν μέσα ότι υπήρχε μια τεράτια αίθουσα και υπήρχε πάρα πολύς κόσμος που περίμενε να τους δει λογικά. Τα παιδιά είδαν την Ηλιοστάλαχτη να βρίσκεται δίπλα τους και να τους κάνει νόημα να προχωρήσουν. Η αίθουσα  ήταν αρκετά ψηλή και σε σχέση με το υπόλοιπο μέρος ήταν στρωμένη με πλακάκια και είχε μαρμάρινες κολώνες που στοίριζαν την κορυφή. Μπροστά στα παιδια απλωνόταν ένας μεγάλος διάδρομος και στις δυο πλευρές υπήρχε κόσμος. Τα παιδιά άρχισαν να περπατούν στο διάδρομο. Πρόσεξαν ότι ο κόσμος ήταν στριμωγμένος και προσπαθούσε να βρεί καλύτερη θέση για να τους δει πιο καλά. Τα παιδιά είδαν ότι οι μόνοι άνθρωποι ήταν αυτοί. Όλη η αίθουσα είχε μέσα ξωτικά, νεράιδες που πετούσαν πιο πάνω απο τον υπόλοιπο κόσμο, νάνους με μυτερούς σκούφους και κένταυρους που στην πλάτη τους υπήρχαν λέπρικον με γενειάδες και τρίκοχα καπέλα και πολλά ακόμα πλάσματα των παραμυθιών. Η Ιουλία ήταν τρισευτηχισμένη που έβλεπε όλα τα πλάσματα που διάβασε στα παραμύθια, απο την άλλη ο Λυκούργος έβλεπε μπροστά του ότι αμφισβητιύσε τόσο καιρό πεισματικά. Είχαν φτάσει ως την μέση και απο πίσω τους ακολουθούσε η Ηλιοστάλαχτη. Ο Λυκούργος έβλεπε καθαρά προς το τέλος του διαδρόμου αλλά δεν έβλεπε κάποιον να βρίσκεται παρά μόνο ένα δέντρο να στέκεται αγέρωχο εκεί και τον έκανε να αναρωτιέται τι ήθελε εκεί μέσα. Έφτασαν στο τέλος του διαδρόμου και έβλεπε ακόμα μόνο το δέντρο εκεί. Κοίταξε γύρω του μήπως τους έκαναν πλάκα, γύρισε και είδε  την αδελφή του να υποκλίνεται και πίσω απο αυτήν και την Ηλιοστάλαχτη. Σε τι υποκλίνονταν σκεφτόταν ο Λυκούργος και γύρισε μπροστά του να δει. Είδε το δέντρο και ξαφνικά είδε να κουνιέται και μια φωνή να βγαίνει απο εκεί.&lt;br /&gt;«Καλωσήρθατε άνθρωποι στην Χώρα της Ηλιοφάνειας, είναι μεγάλη μου τιμή που σαν καλωσορίζω εκ μέρους των κατοίκων της Ηλιοφάνειας, είμαι ο Βασιλιάς Λιόπρινος» Ο Λυκούργος δεν πίστευε στα μάτια του ότι ο βασιλιάς Λιόπρινος ήταν ένα δέντρο που κινείται και μιλάει όπως και αυτός. Ασυνείδητα υποκλίθηκε και αυτός.&lt;br /&gt;Ο Λιόπρινος ξαναμίλησε «Ηλιοστάλαχτη θα πρέπει να σε συγχαίρω για την επιτυχία της αποστολή σου. Η Χώρα της Ηλιοφάνειας είναι πλέον ασφαλής και όλοι σου είμαστε ευγνώμονες.»&lt;br /&gt;Μετά γύρισε στην Ιουλία «Καλό μου κορίτσι πρέπει να πω ότι είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος που πιστεύεις με όλη σου την καρδιά στα πλάσματα που κατοικούν στην Ηλιοφάνεια» ύστερα γύρισε στον Λυκούργος που τον κοίταξε για λίγο πριν μιλήσει. «Εσένα πρέπει να σε ευχαριστήσω γιατί αν δεν ήσουν εδώ αυτή την στιγμή ίσως κανείς σας να μην υπήρχε πλέον, μας έδωσε μια ελπίδα ότι ο κόσμος μπορεί ακόμα να φανταστεί και να ονειρευτεί τους κόσμους μας». Άπλωσε τα χέρια-κλαδιά και πήρε απο ένα μαξιλάρι ένα μενταγιόν σκαλισμένο με ένα μονόκερο και το πέρασε στο λαιμό του Λυκούργου. Μετά απο αυτό ο Λιόπρινος σίωπησε και όλοι όσοι βρίσκοταν μέσα στην αίθουσαν ζητωκραύγασαν και φώναζαν δυνατά τα ονόματα της Ηλιοστάλαχτης, της Ιουλίας και του Λυκούργου. Ύστερα πήγανε στα δωματιά τους για να ξεκουραστουν για λίγο. Απο εκείνη την μέρα έπαιζαν μαζί με την Ηλιοστάλσχτη αλλά και με τις υπόλοιπες νεράιδες. Έκαναν βαρκάδες στις λίμνες και έκοβαν λαχταριστά φρούτα απο τα δέντρα και τα έτρωγαν. Έτσι πέρασαν πολλές μέρες, εβδομάδες, μήνες. Κάποια στιγμή τα δυο παιδιά είχαν κουραστεί απο το πρωινό παιχνίδι και ξάπλωσαν κάτω απο ένα δέντρο για να προφυλαχτουν απο τον ήλιο. Η Ιουλία είχε ξαπλώσει στα πόδια του αδελφού της ο οποίος είχε απλωθεί πάνω στο γρασίδι και ακούμπαγε το κεφάλι του σε μια ρίζα που είχε πεταχτεί. Δεν μιλάγανε απλά παρατηρούσαν την φύση γύρω τους. Ένα ελαφρό δροσερό αεράκι άρχισε να φυσά και έκανε τα μαλλιά της Ιουλίας να ανεμίζουν ανάλογα με τα κέφια του ανέμου. Πουλιά τιτίβιζαν και όλα μαζί έφτιαχνα μια μελωδική μουσική. Ο ήλιος περνούσε μέσα απο τα φύλλα και οι ακτίνες έπεφταν που και που πάνω στα πρόσωπα των παιδιών. Σιγά- σιγά άρχισαν να βαραίνουν τα βλεφαρά τους απο την κούραση αλλά και απο ότι συνέβαινε γύρω τους. Έπεσαν σε βαθύ ύπνο. Άρχισαν να ονειρεύονται ένα διάδρομος με μια μοκέτα και με πόρτες, μια σκάλα που έβγαζε σε ένα σαλόνι με ένα μεγάλο καναπέ και μια μεγάλη πολυθρόνα. Μια φιγούρα διέκριναν να κάθεται εκεί και φωνή που φώναζε τα ονοματά του συνεχώς.&lt;br /&gt;«Ιουλία, Λυκούργε σηκωθείτε ώρα για σχολείο» αυτό το άκουσαν πολλές φορές.&lt;br /&gt;Πρώτος ξύπνησε ο Λυκούργος είδε ότι βρισκόταν σε σκοτείνο δωμάτιο και κάτι σαν κερί έβγαζε φως. Το μυαλό του είπε ότι πρόκειται για λάμπα, άρχισε να θυμάτια και άλλα πράγματα, κατάλαβε που βρισκόταν στο δωματιό του, στο σπίτι του και η φωνή προερχόταν απο την μητέρα του. Σηκώθηκε γρήγορα και πήγε στο δωμάτιο της αδελφή του και την βρήκε ξύπνια.&lt;br /&gt;«Όνειρο ήταν????» ρώτησε η Ιουλία&lt;br /&gt;«Όχι δεν νομίζω»  και της έδειξε το μενταγιόν που του είχε δώσει ο Βασιλιάς Λιόπρινος. «κοίτα στο κομοδίνο σου»&lt;br /&gt;Η Ιουλία γύρισε  να δει τι υπήρχε στο κομοδίνο και είδε ένα γράμμα. Το έδωσε τον Λυκούργο γιατί δεν ήξερε ακόμα να διαβάζει. Ήταν ένα γράμμα απο την Ηλιοστάλαχτη. Τους έλεγε ότι είχε έρθει η ώρα να γυρίσουν στο σπίτι τους, όλοι οι κάτοικοι της Χώρας της Ηλιοφάνειας σας εύχονται τα καλύτερα. Στο τέλος έλεγε ότι άμα θέλουν να επισκεφτούν πάλι την Χώρα της Ηλιοφάνειας, απλά πρέπει να χρησιμοποιήσουν αυτό που έχει μέσα ο φάκελος. Η Ιουλία είχε το φάκελο στα χέρια της, τον γύρισε ανάποδα και στην χούφτα της έπεσαν μερικοί σπόροι....&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7908685554067650987-2824717245954220044?l=bardstory.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://bardstory.blogspot.com/feeds/2824717245954220044/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7908685554067650987&amp;postID=2824717245954220044' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/2824717245954220044'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/2824717245954220044'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://bardstory.blogspot.com/2008/12/6.html' title='Στην Χώρα της Ηλιοφάνειας (μέρος 6ο και τελευταίο)'/><author><name>Bellamin Fletcher</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01776134366244848429</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987.post-3613410600142397303</id><published>2008-11-28T23:10:00.002+02:00</published><updated>2008-12-06T02:34:11.989+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παιδικές'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χώρα της Ηλιοφάνειας'/><title type='text'>Η πρώτη μάχη και το ταξίδι στην Ηλιοφάνεια (μέρος 5ο)</title><content type='html'>Γύρισαν και οι δύο να δούμε που πέταγε τα πράγματα η Ιουλία αλλά και σε τι... Απο την άλλη πλευρά βρίσκονταν τρία κοντά πλάσματα που δεν ξεπερνούσαν κατα πολύ το ύψος του Λυκούργου. Όμως η όψη τους ήταν πάρα πολύ τρομακτική. Τα δύο απο αυτά τα είχαν τεράστιες μύτες με εξογκώματα, και μυτερά αυτιά που εξείχαν μέσα απο τα καπέλα τους. Χοντρές τρίχες γέμιζαν το πράσινο δέρμα τους που είχε λεκέδες απο λάσπες και στρώματα βρωμιάς. Το τρίτο πλάσμα ήταν κάπωε πιο διαφορετικό, λίγο πιο ψηλός, φορούσε ένα κράνος με ίχνη σκουριάς που έκρυβαν τα αυτιά και 2 δόντια εξείχαν απο την κάτω γνάθο προς τα πάνω. Οι τρείς τους φορούσαν ξύλινη πανοπλία που προστάτευε το στήθος και τους ώμους τους ενώ κρατούσαν δόρια που αυτή την στιγμή απεκρούσαν τα αντικείμενα που έπεφταν σαν βροχή απο την Ιουλία. Η Ηλιοστάλαχτη αναγνώρισε αμέσως τι ήταν, όπως και ο Λυκούργος κατάλαβε ότι μπροστά τους υπήρχαν 3 καλικάντζαροι. Η Ηλιοστάλαχτη έβγαλε με μια κίνηση το ξίφος που εξέπεμπε μια κόκκινη αύρα γύρω απο την λεπίδα. Όρμησε προς τους καλικάντζαρους. Ο Λυκούργος έτρεξε στην αδελφή του να δει πως είναι. Η Ιουλία συνέχιζε να πετάει κούκλες και αρκουδάκια. «Είσαι καλά??? Σε πείραξαν???» ρώτησε ο Λυκούργος που έβλεπε την Ηλιοστάλαχτη να πολεμάει με τον καλικάντζαρο που φόραγε το κράνος.&lt;br /&gt;«’Οχι και τόσο καλά αλλά δεν με πείραξαν πρέπει να βοηθήσουμε την φίλη μου...» είπε η Ιουλία και συνέχισε να πετάει πράγματα στους άλλους δυο ακάθεκτη. Η Ηλιοστάλαχτη απο την άλλη μονομαχούσε μάλλον με τον αρχηγό τους. Η δυσοσμία που έβγαζαν την έκανε να ζαλίζεται. Εκείη δεν το έβαλε κάτω και έκανε μια χαρακιά στο αριστερό χέρι του καλικάντζαρου. Εκείνο έβγαλε μια κραυγή. Όρμησε με το δόρυ. Παραλίγο να τρυπήσει ένα απο τα φτερά της νεράιδας. Ήταν αρκετά τυχερή και απέφυγε την επίθεση. Η Ιουλία δεν είχε κάτι να πετάξει, οι άλλοι δύο καλικάντζαροι πλέον μπορούσαν να επιτεθούν ανενόχλητοι. Ο αρχηγός τους είπε κάτι. Εκείνοι αμέσως υπάκουσαν της εντολές. Ο ένας πήδηξε στο κρεβάτι και μαζί με τον άλλο καλικάντζαρο πλησίαζαν τα δύο παιδιά με τα δόρια στραμμένα προς αυτά. Η Ιουλία βλέποντας να έρχονται προς το μέρος τους, στρίγκλισε δυνατά. Τόσο δυνατά που όλοι κάλυψαν ενστικτωδώς τα αυτιά τους που πονούσαν απο τον ήχο. Ο Λυκούργος είδε με απορία την αδελφή του. Αναρωτιόταν πως το έκανε αυτό. Η στριγκλιά έδωσε χρόνο στα παιδιά να κινηθούν προ την πόρτα για να βγούν. Η Ιουλία ήτνα πρώτη και ακολουθούσε ο Λυκούργος λίγο πιο πίσω. Τον δρόμο του τον έκοψε ένας καλικάντζαρος που είχε συνέλθει κάπως και πετάχτηκε μπροστά του. Κίνησε το δόρυ γρήγορα σκίζοντας τον αέρα με την ταχυτητά του. Είχε σημάδι την καρδιά του Λυκούργου. Αστόχησε ο Λυκούργος απέφυγε την επίθεση χωρίς δυσκολία. Ο καλικάντζαρος έμεινε έκπληκτος με την ταχύτητα που είχε κινηθεί το αγόρι. Δεν γινόταν να αστοχήσει. Ο Λυκούργος βρήκε την ευκαιρία και έπιασε το δόρυ και το τίναξε προς τα πάνω. Ο κορμός του δοριού χτύπησε την μύτη του καλικάντζαρου. Εκείνος έπιασε την μύτη του, ο πόνος ήταν φοβερός και οξύς, δάκρυα έτρεχαν απο τα μάτια του. Ο Λυκούργος πέρασε απο δίπλα του ανενόχλητος.&lt;br /&gt;Η Ηλιοστάλαχτη πέταγε πάνω απο τον καλικάντζαρο και κατέβαινε με το ξίφος με ορμή σαν την μέλισσα όταν θέλει να τσιμπήσει. Τα παιδιά έφτασαν στην πόρτα. Η Ιουλία φώναξε δυνατά «Ηλιοστάλαχτη, έλα να φύγουμε!!!!»&lt;br /&gt;«Φύγετε θα σας ακολουθήσω» γύρισε η Ηλιοστάλαχτη να δει την Ιουλία. Ο καλικάντζαρος βρήκε την ευκαιρία και τραυμάτισε το χέρι της νεράιδας. Μια μικρή πληγή σχηματίστηκε και αίμα άρχισε να κυλά στο λευκό δέρμα του χεριού της. Η Ιουλία το είδε και φώναξε κλαίγοντας «ΗΛΙΟΣΤΑΛΑΧΤΗ! ! !» και έβλεπε ότι το δόρυ κατευθηνόταν πάλι στην προς την νεράιδα. Ο Λυκούργος κρατούσε την αδελφή του για να μην φύγει προς την νεράιδα. Είδε ότι οι άλλοι δύο είχαν συνέλθει. Κοιτούσαν τα δύο παιδιά άγρια, γρυλίζοντας απο το θυμό τους. «Πρέπει να φύγουμε...θα έρθει» είπε ο Λυκούργος και πήρε σχεδόν σηκωτή την Ιουλία που έβλεπε την νεράιδα να έχει τραυματιστεί και έκλαιγε. Βγήκαν απο το δωμάτιο και έτρεχαν στον διάδρομο. Ο Λυκούργος καθώς έτρεχαν είδε κλειστεί την πόρτα των γονιών του. Μια φριχτή σκέψη του ήρθε στο μυαλό Στάθηκε στην πόρτα και ήταν έτοιμος να την ανοίξει. Η Ιουλία τον σκούντηξε. Οι δύο καλικάντζαροι είχαν βγει και εκείνοι απο το δωμάτιο και έτεχαν προς το μέρος τους.&lt;br /&gt;Το χέρι της Ηλιοστάλαχτης πόναγε. Είχε θυμώσει που είχε ξεχαστεί και την πάτησε με αυτόν τον τρόπο. Απέφυγε το δόρυ του καλικάντζαρου που αν έβρισκε το στόχο του, τώρα θα ήταν νεκρή. Πέταξε προς το ταβάνι σε ύψος που δεν μπορούσενα την φτάσει το δόρυ. Κράτησε με τα δυο της χέρια και το έστρεψε προς τον καλικάντζαρο. Η κόκκινη αύρα άρχισε να γίνετε πιο δυνατή και φωτεινή γύρω απο την λεπίδα. Το σήκωσε πάνω, έκανε μια στροφή πάνω απο το κεφάλι της και το κατέβασε δείχνοντας τον καλικάντζαρο. Η κόκκινη αύρα άρχισε να μαζεύεται στην άκρη της λεπίδας σχηματίζοντας μια παλλόμενη μπάλα κόκκινης ενέργειας για δεύτερα. Ο καλικάντζαρος έβαλε τα χέρια του στο πρόσωπο για να προστατευτεί. Η μπάλα έφυγε με την μορφή ακτίνας και έπεσε πάνω στο καλικάντζαρο. Όλο το κορμί του άρχισε να τυλίγεται απο την κόκκινη αύρα, εκείνος προσπαθούσε να απελευθερωθεί. Οι προσπαθειές του ήταν μάταιες, έστεκε ακίνητος με την κόκκινη αύρα να πάλλεται πάνω του και να τον κρατάει γερά εγκλωβισμένο.&lt;br /&gt;Μόλις τα 2 παιδιά είδαν τους καλικάντζαρους έτρεξαν να κατέβουν την σκάλα. Απο πίσω τους ακολουθούσαν οι καλικάντζαροι. Τα παιδιά κατέβηκαν στο χωλ της πόρτας και έτρεξαν να κρυφτούν στο σαλόνι. Δυστηχώς για εκείνα ένας απο τους δύο καλικάντζαρους πρόλαβε και είδε τον Λυκούργο να προσπαθεί να κρυφτεί πίσω απο τον καναπέ. Η Ιουλία είχε κρυφτεί πίσω απο την πολυθρόνο του παππού-Λυκούργου. Ο Λυκούργος κατάλαβε και εκείνος ότι τον είχαν δει, αποφάσισε ότι δεν θα παραδινόταν τόσο εύκολα. Άρπαξε στα χέρια του την σκούπα της μητέρας του και περίμενε να έρθουν οι καλικάντζαροι. Οι καλικάντζαροι πλησίασαν προσεκτικά τον Λυκούργο. Ο λόγος είναι ότι έβλεπαν το αγόρι να κρατά ένα παράξενο όπλο. Δεν ήξεραν ότι είναι σκούπα.&lt;br /&gt;Η Ηλιοστάλαχτη κοίταξε το δωμάτιο. Δεν υπήρχε κανείς παρά μόνο εκείνη και το αιχμαλωτισμένο πλάσμα. Αμέσως σκέφτηκε που είναι τα παιδιά, αν είναι καλά. Δεν περίμενε τέτοια εξέλιξη στην αποστολή της. Άφησε τον καλικάντζαρο ευχόμενη να τον κρατήσουν για λίγη ώρα τα δεσμά του. Πέταξε έξω απο το δωμάτιο, κανείς δεν ήταν στον διάδρομο. Το μόνο που διέκρινε είναι πατημασιές σε όλη την μοκέτα. Λογικά απο τα βρώμικα πόδια των καλικάντζαρων. Οι πατημασιές οδηγούσαν προς τα κάτω όροφο. Η Ηλιοστάλαχτη έστησε τα αυτιά της να ακούσει. Άκουσε αντικείμενα να χτυπούν μεταξύ τους ξανά και ξανά, μια κραυγή την έκανε να πετάξει πιο γρήγορα.&lt;br /&gt;Ένας απο τους δύο καλικάντζαρους αποφάσισε να επιτεθεί στον Λυκούργο. Έτρεξε με προτεταμένο το δόρυ αλλά ο Λυκούργος κατάφερε με μια γρήγορη επίθεση να απεκρούσει την επίθεση και γύρισε την σκούπα στο κεφάλι του καλικάντζαρου ρίχνοντας τον στο πάτωμα. Η Ιουλία κοιτούσε κρυφά απο την πολυθρόνα και ευχόταν να μην πάθει τίποτα ο αδελφός της. Όρμηξε και ο άλλος καλικάντζαρος και το δόρυ και η σκούπα χτύπησαν μεταξύ τους. Ο Λυκούργος την γύρισε για να χτυπήσει τον αντιπάλο του στα πλευρά, εκείνος κατάλαβε την κίνηση του αγοριού και έφερε κάθετα το δόρυ με τα πλευρά απεκρούοντας την επίθεση. Εν τω μεταξύ ο άλλος καλικάντζαρος είχε σηκωθεί και πήρε φόρα να επιτεθεί για άλλη μια φορά. Έτρεξε με το δόρυ να μοιάζει προέκταση του χεριού και έπεσε με φόρα πάνω στο Λυκούργο. Εκείνος δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει ενάντια σε δύο αντιπάλους. Το σώμα του καλικάντζαρου και του αγοριού συγκρούστηκαν, το αγόρι έπεσε με δύναμη πάνω στο καναπέ και έμεινε ακίνητος. Η Ιουλία είδε την σφοδρή επίθεση που δέχτηκε ο αδελφός της και μόλις είδε τον αδελφό της να σωριάζεται πάνω στο καναπέ μάλλον χτυπημένος, έβγαλε μια κραυγή πόνου. Πλέον είχε αποκαλύψει την κρυψώνα της και οι καλίκάντζαροι άφησαν τον αδελφό της για να ασχοληθούν με την Ιουλία.&lt;br /&gt;Η Ηλιοστάλαχτη κατέβηκε την σκάλα σαν αστραπή και βρέθηκε στο σαλόνι βλέποντας τον Λυκούργο σωριασμένο στον καναπέ. Τους καλικάντζαρους να πλησιάζουν την Ιουλία.&lt;br /&gt;«Δεν είναι καλύτερα να τα βάλετε με κάποιον με το μεγεθός σας» φώναξε η νεράιδα και όρμησε με το ξίφος που είχε μια αδύναμη κόκκινη αύρα να το περιβάλλει. Οι καλικάντζαροι δέχτηκαν την πρόκληση της Ηλιοστάλαχτης και πρότειναν τα δόρια τους εναντίον της. Έτρεξαν προς το μέρος τους, μια δυσάρεστη έκπληξη τους περίμενε. Η Ηλιοστάλαχτη κίνησε πάλι για μια φορά το ξίφος της πάνω απο το κεφάλι της και το έφερε μπροστά της. Αυτή την φορά δεν κοκκίνησε αλλά στην λεπίδα άρχισαν να ξεφυτρώνουν μικρά εξογκώματα, για την ακρίβεια μικρά αγκάθια. Τίναξε το ξίφος προς το μέρος των καλικάντζαρων και πάρα πολλά αγκάθια πετάχτηκαν πάνω τους. Οι καλικάντζαροι είχαν γεμίσει με αρκετά αγκάθια που στην κάθε κινησή τους για να τα βγάλουν πόναγαν όλο και πιο πολύ. Η Νεράιδα με αυτό τον τρόπο κέρδισε χρόνο για να πλησιάσει στα παιδιά και να βγάλει ένα μικρό πουγκί.&lt;br /&gt;«Έχετε χτυπήσει???» ρώτησε η Ηλιοστάλαχτη.&lt;br /&gt;«Όχι και τόσο πολύ που να πονάμε» απάντησε ο Λυκούργος που κοίταγε του καλικάντζαρους που πάλευαν ακόμα με τα αγκάθια.&lt;br /&gt;«Μην φοβάστε, θα φύγουμε απο εδώ και θα τους ξεφύγουμε» είπε η Ηλιοστάλαχτη κοιτώντας την Ιουλία να είναι λίγο φοβισμένη με αυτά που ζούσε τόση ώρα. Η Νεράιδα έβαλε το χέρι της μέσα στο πουγκί και έβγαλε ένα μικρός σπόρο και τον πέταξε κάτω.&lt;br /&gt;Ο Λυκούργος απορημένος ρώτησε την νεράιδα «Έτσι θα φύγουμε χάρη σε ένα σπόρο»&lt;br /&gt;«Όχι θα μεγαλώσει και θα ανέβουμε στα κλαδιά του και θα μεταφερθούμε εκεί που θέλουμε να πάμε»&lt;br /&gt;«Μάλιστα και μέχρι να μεγαλώσει θα μας έχουν φάει αυτοί οι καλικάντζαροι» είπε ο Λυκούργος και περίμενε την απάντηση της Ηλιοστάλαχτης. Η απάντηση όμως δεν ήρθε απο την Νεράιδα. Εκείνη την στιγμή όλοι όσοι ήταν παρών άκουσαν ένα θόρυβο σαν να σπάει ξύλο. Ο ήχος προερχόταν απο εκεί που είχε πέσει ο σπόρος και πέρασε κάτω απο τα σανίδια. Ο Λυκούργος κοίταξε προς τα εκεί. Τώρα εκτός απο την ήχο έβλεπε μικρά κλαδάκια να ξεφυτρώνουν μέσα απο τις σανίδες του πατώματος με μικρά πράσινα φύλλα να μεγαλώνουν πάνω τους. Τα κλαδάκια άρχισαν και εκείνα να μεγαλώνουν με αποτέλεσμα πλέον να μην μπορούν να περάσουν απο τις σανίδες παρά μόνο με ένα τρόπο. Οι σανίδες άρχισαν να παραμορφώνονται με κάταληξη απο την πολύ πίεση να λυγίσουν και να σπάσουν με εκκοφαντικό θόρυβο. Πλέον τα κλαδάκια είχαν μετατραπεί σε κλαδιά. Η συνέχεια ήταν να μεγαλώνει όλο και περισσότερο και οι σανίδες του πατώματος να σπάνε σιγά σιγά αφού πλέον στο σαλόνι υπήρχε ένα δέντρο σε μικρό μέγεθος και μεγάλωνε προς τα πάνω. Ο κορμός του δέντρου άρχισε να μεγαλώνει σε διάμετρο και τα κλαδιά να μακραίνουν με την σειρά τους που είχαν αποκτήσει πλούσιο φύλλωμα και καρπούς να κρέμονται απο αυτά. Στο σαλόνι είχε ξεφυτρώσει ένα δέντρο που πίεζε το ταβάνι για να μεγαλώσει ακόμα λίγο. Τα παιδιά είχαν τραβηχτεί προς την άκρη για να μην χτυπήσουν. Οι καλικάντζαροι έβλεπαν με δέος την σκηνή που διαδραματιζόταν μπροστά τους. Το δέντρο ασκούσε πολύ δύναμη στο ταβάνι. Ούτε και εκείνο δεν άντεξε και με την σειρά του έσπασε τα ξύλα που έπεφταν τα κομμάτια τους σαν βροχή στο σαλόνι. Η Ηλιοστάλαχτη πέταξε λίγο πιο εκεί για να μην χτυπήσει. Το δέντρο συνέχισε το δρόμο του, μετά απο λίγο ακούστηκε και άλλος θόρυβος μάλλον είχε περάσει και απο την στέγη. Κανένας άλλος θόρυβος δεν ακούστηκε απο εκεί και έπειτα. Μάλλον το δέντρο είχε τελειώσει την εξελιξή του. Στο σαλόνι υπήρχε ένα τεράστιο δέντρο που είχε πετάξει όλα τα έπιπλα στις 4 γωνίες του. Κλαδιά με μεγάλα φύλλα και φρούτα κάλυπταν το ταβάνι και έφταναν μέχρι και έξω απο το σπίτι. «Παιδιά ελάτε γρήγορα να ανέβουμε στο δέντρο» φώναξε η Ηλιοστάλαχτη. Τα παιδιά με την φωνή της Νεράιδας επανήλθαν στην πραγματικότητα. Έτρεξαν προς το δέντρο για να σκαρφαλώσουνε. Οι καλικάντζαροι και αυτοί είχαν συνέλθει απο την έκπληξη και πήγαν να ορμήξουν στα παιδιά μιας και δεν είχαν πάνω τους άλλα αγκάθια. Το δρόμο τους τον έκλεισε η Ηλιοστάλαχτη που χτύπησε με το σπαθί το ένα δόρυ και το έκοψε στην μέση. Απο την άλλη η Ιουλία είχε ανέβει στο δέντρο με την βοήθεια του Λυκούργου μιας και είναι λίγο κοντή. Τώρα ετοιμαζόταν να ανέβει ο Λυκούργος. Η Ηλιοστάλαχτη φαινόταν ότι μπορούσε να νικήσει τους δύο καλικάντζαρους. Όμως με μια αστραπιαία κίνηση ο άλλος καλικάντζαρος έμπηξε το δόρυ του στην μέση της Ηλιοστάλαχτης. Η Νεράιδα φώναξε απο τον οξύ πόνο του τραύματος και ήταν έτοιμη να πέσει στο πάτωμα. Ο Λυκούργος έπιασε με τον ένα του χέρι την Ηλιοστάλαχτη και την τράβηξε πάνω στο δέντρο. Τα δύο παιδιά και η τραυματισμένη Νεράιδα ήταν πάνω στο δέντρο και απο κάτω οι καλικάντζαροι. Η Ηλιοστάλαχτη είχε χάσει τις αισθήσεις της και αίμα έτρεχε απο τα πλευρά της. Οι καλικάντζαροι ετοιμάζονταν να ανέβουν πάνω στο δέντρο.&lt;br /&gt;«Τι θα κάνουμε η φίλη σου έχει μάλλον λιποθυμήσει...» είπε ο Λυκούργος περιμένοντας την απάντηση της Ιουλίας για το τι έπρεπε να κάνουν.&lt;br /&gt;«Δεν....δεν ξέρω καθόλου»&lt;br /&gt;«Ίσως πρέπει να πούμε στο δέντρο που θέλουμε να πάμε» είπε ο Λυκούργος μην πιστεύοντας τι πράγματα της φαντασιάς έλεγε.&lt;br /&gt;«Να πούμε αλλά που» απάντησε η Ιουλία&lt;br /&gt;«Να πάμε στην χώρα της, πως την έλεγαν, Ηλιο κάτι νομίζω»&lt;br /&gt;«Ναι, ναι, Χώρα της Ηλιοφάνειας λεγόταν» φώναξε η Ιουλία χαρούμενη.&lt;br /&gt;Οι καλικάντζαροι είχαν φτάσει κάπου προς την μέση του κορμού άλλο λίγο και θα τους έφταναν.&lt;br /&gt;«’Αντε πες το στο δέντρο» είπε ο Λυκούργος που απορούσε με τον εαυτό του τι ξεστομούσε.&lt;br /&gt;Η Ιουλία έκλεισε τα μάτια και είπε δυνατά «Θέλω να πάω στην Χώρα της Ηλιοφάνειας» Τα άνοιξε και είδε ότι ακόμα βρίσκονταν στο σαλόνι. «Δεν πέτυχε ίσως πρέπει να το πούμε μαζί Λυκούργε»&lt;br /&gt;Ο Λυκούργος βρισκόταν σε δίλλημα αν έπρεπε να το πει ή όχι. Οι καλικάντζαροι μπορούσαν να τους πιάσουν.&lt;br /&gt;«Εντάξει θα το πούμε μαζί, με το ένα, με το δύο, με το τρία, τώρα»&lt;br /&gt;Τα δύο αδέλφια έκλεισαν τα μάτια τους και φώναξαν όσος πιο δυνατά μπορούσαν «ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΠΑΜΕ ΣΤΗΝ ΧΩΡΑ Της ΗΛΙΟΦΑΝΕΙΑΣ»&lt;br /&gt;Η Ιουλία ένιωσε να κουνιέται το ίδιο και ο Λυκούργος. Είχαν τα μάτια τους κλειστά, πίστευαν ότι τους έπιασαν οι καλικάντζαροι. Το κούνημα άρχισε να γίνεται πιο δυνατό και αέρας φυσούσε γύρω τους. Δεν άνοιγαν τα μάτια τους. Μια λάμψη τους φώτισε απο κάτω τους, σαν τις ακτίνες του ήλιου, γέμισαν με ζεστασιά και με ένα αίσθημα χαράς και ανακούφισης. Άνοιξαν τα μάτια τους. Είδαν ότι κάτω απο εκεί που υπήρχε το δέντρο έβγαζε τρομερή λευκή λάμψη που δυνάμωνε όλο και περισσότερο. Γέμισε όλο το δωμάτιο δεν έβλεπα πλέον τοίχους και έπιπλα ούτε και τους καλικάντζαρους. Το κούνημα σταμάτησε. Τα παιδιά νόμιζαν ότι έχουν βρεθεί σε άλλο μέρος που δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά μόνο αυτοί και το δέντρο. Ξαφνικά ένιωσαν κίνηση. Προς τα κάτω. Σαν να έπεφταν με ταχύτητα προς τα κάτω, αλλά πάλι δεν έβλεπαν. Γραπώθηκαν απο το δέντρο να μην πέσουν. Η πτώση συνεχιζόταν και μεγάλωνε η ταχύτητα. Προς τα κάτω διέκριναν και άλλα χρώματα. Άρχισαν να περνούν μέσα απο διάφορα χρώματα. Κίτρινο,κόκκινο. γαλάζιο και άλλα ακόμα. Μετά πέρασαν μέσα απο συνδυσμούς χρωμάτων. Είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό με τόση ομορφιά που έβγαζαν τα χρώματα και εναλλάσονταν με αρμονιά μεταξύ τους. Και όσο έπεφταν άρχισαν να γίνονται όλο και πιο πολλοί συνδυασμοί χρωμάτων. Τα δύο παιδιά άρχισαν να κουράζονται και να νιώθουν νύστα. Τα μάτια τους βάρυναν και τα βλέφαρα ήταν έτοιμα να συναντηθούν μεταξύ τους. Η Ιουλία είχε αποκοιμηθεί γαντζωμένη στο δέντρο. Ο Λυκούργος άντεξε λίγο παραπάνω. Διέκρινε ένα γαλάζιο ουρανό και σύννεφα. Πέρναγε απο μέσα τους. Είδε απο κάτω γη. Με πολλά δέντρα, λίμνες, ποτάμια και βουνά, έπεφταν με ιλλιγκιώδη ταχύτητα. Τρόμαξε πάρα πολύ. Έπιασε πιο δυνατά το δέντρο. Τα μάτια του έκλεισαν μάλλον κοιμήθηκε ή λιποθύμησε....&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="center"&gt;&lt;strong&gt;.....ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.....&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7908685554067650987-3613410600142397303?l=bardstory.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://bardstory.blogspot.com/feeds/3613410600142397303/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7908685554067650987&amp;postID=3613410600142397303' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/3613410600142397303'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/3613410600142397303'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://bardstory.blogspot.com/2008/11/blog-post_28.html' title='Η πρώτη μάχη και το ταξίδι στην Ηλιοφάνεια (μέρος 5ο)'/><author><name>Bellamin Fletcher</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01776134366244848429</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987.post-6084787751694989427</id><published>2008-11-21T23:51:00.001+02:00</published><updated>2008-11-22T01:28:49.044+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παιδικές'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χώρα της Ηλιοφάνειας'/><title type='text'>Η μεγάλη συνάντηση της Ηλιοστάλαχτης με τον Λυκούργο(μέρος 4)</title><content type='html'>Ο Λυκούργος ήταν αρκετά νευριασμένος γιατί τιμωρήθηκε για τις φαντασιώσεις της μικρής του αδελφή. Παρόλα αυτά οι μέρες πέρασαν και όλοι στο σπίτι είχαν ξεχάσει το περιστατικό. Όλοι εκτός απο τον Λυκούργο που ήθελε να εκδικηθεί την αδελφή του που έμεινε για χάρη της, ένα Σαββατοκύριακο κλεισμένος στο δωματίο του αντί να παίζει με τους φίλους του στην πλατεία της γειτονιάς. Έτσι άρχισε να καταστρώνει ένα σχέδιο για να τρομάξει την αδελφή του. Το σχέδιο το είχε βρεί, το μόνο που περίμενε ήταν η κατάλληλη στιγμή που θα το έβαζε εμπρός.&lt;br /&gt;Απο την άλλη η Ιουλία όλες αυτές τις μέρες ήταν πολύ χαρούμενη και το έδειχνε και έλεγε σε όλους για την φίλη της, την Ηλιοστάλαχτη. Μάλιστα όλοι την άκουγαν με προσοχή όταν έλεγε η Ιουλία για την φίλη της. Όλοι εκτός απο τον Λυκούργο που όταν η αδελφή του άρχιζε τις τρελό-ιστορίες με τις νεράιδες, θυμόταν την τιμωρία του και σηκωνόταν και έφευγε σε άλλο δωμάτιο. Ο Λυκούργος έψαχνε την ευκαιρία να βάλει σε εφαρμογή το σχεδιό του. Η κατάλληλη ευκαιρία του δόθηκε το πρωί της Κυριακής, που η Ιουλία έπαιζε στο σαλόνι με τα παιχνίδια της, διότι έξω έβρεχε απο την προηγούμενη μέρα ασταμάτητα. Το αγόρι πήρε την απόφαση ότι αυτή είναι η στιγμή που έψαχνε. Πλησίασε την Ιουλία σιγά σιγά και με ένα συνωμοτικό ύφος της είπε «Ψιτ, Ιουλία...είσαι μόνη σου??? Ή είναι εδώ και η φίλη σου???» ενώ κοίταζε τριγύρω του λες και προσπαθούσε να δει άμα τους παρακολουθούσε κανείς.&lt;br /&gt;«Όχι δεν είναι εδώ, έχει βγεί στην βροχή και θα έρθει μετά το μεσημέρι. Αλλά γιατί ρωτάς εσύ αφού δεν με πιστεύεις...»&lt;br /&gt;«Κοίτα Ιουλία, έχεις δίκιο, μέχρι και πριν λίγο καιρό δεν πίστευα τίποτα απο αυτά που έλεγες» σταμάτησε λίγο ο Λυκούργος και πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε «Αλλά τώρα με αυτό που είδα άλλαξα γνώμη εντελώς...» ολοκλήρωσε ο Λυκούργος όσο πιο σοβαρά μπορούσε να μην καταλάβει τίποτα η αδελφή του.&lt;br /&gt;«Τι είδες???» ρώτησε η Ιουλία με περιέργεια.&lt;br /&gt;«Λοιπόν έχω να σου πω κάτι τρομαχτικό, αλλά δεν θα το πεις πουθενά, σύμφωνοι???» είπε ο Λυκούργος και έριξε μια ματιά πίσω του, μήπως τους άκουγε κάποιος.&lt;br /&gt;«Σύμφωνοι, δεν θα το πω σε κανέναν σου το υπόσχομαι»&lt;br /&gt;Ο Λυκούργος έσκυψε προς το μέρος της και είπε χαμηλόφωνο «Ωραία,λοιπόν νομίζω ότι είδα στο δωματίο σου να μπαίνει κάτι, ένα πλάσμα...» Με το άκουσμα της λέξης πλάσμα, γούρλωσε τα μάτια της και ρώτησε «Τίίίί΄??? Τί πλάσμα ήταν αυτό???» ενώ ο τόνος της φωνής έδειχνε ότι ήταν φοβισμένη με αυτά που άκουγε.&lt;br /&gt;«Απο ότι πρόσεξα είχε μια μεγάλη μύτη, μυτερά αυτία ξεπετάγωνταν μέσα απο ένα βρώμικο καφέ καπέλο και είχε σκούρο πράσινο δέρμα» καθώς ο Λυκούργος έκανε την περιγράφη του πλάσματος, η Ιουλία είχε πάρει ένα μαξιλάρι απο τον καναπέ και ενστικτωδώς το αγκάλιασε για να κρυφτεί απο πίσω του, γιατί είχε καταλάβει τι ήταν το πλάσμα που είχε μπει στο δωματιό της πριν προλάβει ο Λυκούργος να ολοκληρώσει την προτασή λέγοντας «νομίζω ότι είχα χρέος να στο πω σαν μεγάλος αδελφός που είμαι, μιας και ξέρω πόσο φοβάσαι τους Καλικάντζαρους...» και σηκώθηκε, αφήνωντας την Ιουλία μόνη της στο σαλόνι παγωμένη στη θέση της απο πριν, αγκαλιά με το μαξιλάρι με τα πόδια της πλέον μαζεμένα προς το σώμα της και κοιτώντας στο κενό. Απο την άλλη ο Λυκούργος έφευγε και ένα μεγάλο χαμόγελο ζωγραφισμένο υπήρχε στο προσωπό του και ίσα-ίσα πρόλαβε και δεν έβαλε τα γέλια για την φάρσα που είχε κάνει στην αδελφή του.&lt;br /&gt;Έφτασε η ώρα του φαγητού και όλη η οικογένεια κάθισε στο τραπέζι όπως έκανε κάθε Κυριακή. Η κυρία Ευτέρπη είχε μαγειρέψει το αγαπημένο φαγητό του κύριου Κώστα κοτόπουλο και πατάτες, παρόλο που ήταν πολύ νόστιμο το φαγητό, η Ιουλία δεν ακούμπησε καθόλου το φαγητό της και έδειχνε ότι είχε κάπου αλλού το μυαλό της. Νομίζω ότι όλοι μας γνωρίζουμε που το είχε!!! Ο Λυκούργος αντίθετα έτρωγε με ιδιαίτερη χαρά λόγο της σκανδαλιάς που είχε κάνει. Αυτό το σκηνικό δεν πέρασε απαρατήρητο απο τους γονείς των παιδιών και συγκεκριμένα ο κύριος Κώστας ρώτησε την Ιουλία «Τι έχεις καλή μου και δεν τρώς, σου συμβαίνει τίποτα, μήπως είσαι άρρωστη?», η Ιουλία ήταν έτοιμη να πει τι έχει συμβεί αλλά ένιωσε μια κλωτσιά στο πόδι της απο τον Λυκούργο, κανοντάς την να θυμηθεί ότι υποσχέθηκε να μην πει τίποτα, το μόνο που είπε ήταν «Μια χαρά είμαι, δεν πεινάω και πολύ, αυτό είναι όλο». Όλοι η οικογένεια μόλις έφαγε και μάζεψε το τραπέζι, πήγε στα δωματιά της για να κοιμηθούν για λίγο μέχρι το απόγευμα, όλοι πήγαν εκτός απο την Ιουλία που δεν είχε πάει καθόλου στο δωματιό της μετά το νέο που της είχε πει ο αδελφός της, μιας και φοβόταν πάρα πολύ τους καλικάντζαρους.&lt;br /&gt;Είχε περάσει κάμποση ώρα και η Ιουλία προσπαθούσε να βρεί μια λύση για το τί να κάνει. Τότε άκουσε ένα φτερούγισμα, ένα γνωστό φτερούγισμα, της Ηλιοστάλαχτης, την είδε να πετάει και να μπαίνει στο δωμάτιο με πορεία προς τον καναπέ που καθόταν. Η Ηλιοστάλαχτη όπως είχα πει πιο πριν είχε βγεί έξω στην βροχή. Η Νεράιδα είδε την Ιουλία αρκετά σκεπτική και ταραγμένη. Μόλις προσγειώθηκε απαλά πάνω στο σαλόνι και τινάσοντας το νερό που είχε απομείνει πάνω της ρώτησε την Ιουλία «Τι έχεις Ιουλία και είσαι σε αυτή την κατάσταση??? Έγινε κάτι με τον αδελφό σου???»&lt;br /&gt;Η Ιουλία πρέπει να πω ότι είχε αναπτερώσει κάπως μόλις είδε την Ηλιοστάλαχτη.&lt;br /&gt;«Έγινε κάτι και μου το είπε ο αδελφός μου, για αυτό είμαι έτσι..» απάντησε η Ιουλία.&lt;br /&gt;«Τι έγινε??? Μπορώ να σε βοηθήσω???» ξαναρώτησε η Ηλιοστάλαχτη που ήταν λίγο μπερδεμένη με την απάντηση της Ιουλίας.&lt;br /&gt;«Να, μου είπε ότι στο δωματιό μου...βρίσκεται ένας τρομερός καλικάντζαρος!!! Και δεν ξέρω τι να κάνω...» είπε και ήταν έτοιμη να κλάψει απο την απελπισία της η Ιουλία. Η Νεράιδα ακούγοντας την είδηση ότι στο σπίτι των παιδιών υπάρχει ένας καλικάντζαρος και μόνο με την σκέψη τρομοκρατήθηκε για να πάρει την θέση της η αμφιβολία και η απορία τι ήθελε ένας καλικάντζαρος εκεί...Για λίγο μείνανε σιωπηλές για να σπάσει την σύντομη σιωπή η Ηλιοστάλαχτη «Μην φοβάσαι!!! Θα πάω εγώ πάνω και θα τον διώξω, εδώ και τώρα.»&lt;br /&gt;Η Ιουλία απο εκεί που ήταν απελπισμένη είχε πάρει τα πάνω της και στο προσωπό της φωτίστηκε ένα χαμόγελο «Σε ευχαριστώ, το ήξερα ότι θα με βοηθούσες» και έπεσε πάνω στην Ηλιοστάλαχτη και την αγκάλιασε. Μετά απο την αγκαλία της Ιουλίας, πέταξε με κατεύνθυνση το δωμάτιο του κοριτσιού. Αφήνοντας στο σαλόνι την Ιουλία να περίμενει με αγωνία.&lt;br /&gt;Όπως είπα η Ηλιοστάλαχτη πήδηξε απο το σαλόνι και έμεινε στον αέρα ανοιγοκλείνωντας τα πολύχρωμα φτερά της και άρχισε να ανεβαίνει πετώντας στην σκάλα που έβγαζε στο πάνω όροφο. Γρήγορα έφτασε στο δωμάτιο της Ιουλίας. Η πόρτα ήταν ανοιχτή, όπως μάλλον την είχε αφήσει η Ιουλία. Προσγειώθηκε απαλά στην μοκέτα του διαδρόμου. Τράβηξε για πρώτη φορά το σκουρόχρωμα ξίφος που είχε πάρει. Έκανε το πρώτο βήμα για να μπει στο δωμάτιο. Μια σκέψη φόβου πέρασε στο μυαλό της. Τι θα έβρισκε τελικά μέσα στο δωμάτιο τελικά. Θα ήταν η πρώτη φορά που θα έβλεπε ζωντανό καλικάντζαρο. Πλέον ήταν μέσα στο δωμάτιο. Το φως απο το κομοδίνο ήταν ανοιχτό. Η καρδιά της Ηλιοστάλαχτη άρχισε να χτυπά γρήγορα και ήταν λες και συντονιζόνταν με την βροχή που έπεφτε έξω απο το παράθυρο καταρρακτωδώς. Το δωμάτιο ήταν ήσυχο, όλα τα πράγματα στην θέση τους όπως τα είχε αφήσει πριν φύγει. Ο καλικάντζαρος δεν φαινόταν πουθενά, κοίταζε όλο το δωμάτιο. Σκέφτηκε ότι μάλλον δεν υπήρχε. Το μάτι της έπεσε πάνω στην ντουλάπα. Η πόρτα της ήταν λίγο ανοιχτή. Ο φόβος της μεγάλωσε ότι μπορεί να κρυβόταν εκεί μέσα. Άρχισε να περπατά με προτεταμένο το ξίφος. Πάλι δεν άκουγε τίποτα. Είχε πλησιάσει διαγώνια στην ντουλάπα. Το ξίφος ακούμπησε την πόρτα. Με μια κίνηση την άνοιξε. Γέμισε με ανακούφιση με αυτό που αντίκρυσε. Τα ρούχα της Ιουλίας κρεμασμένα μέσα στην ντουλάπα. Η Ηλιοστάλαχτη πήρε μερικές ανάσες για να ηρεμήσει η καρδία της που χτύπαγε ακόμα σαν τρελή ενώ έβαλε το ξίφος στην θέση του. Παράλληλα σκεφτόταν ότι ο Λυκούργος είχε πει ψέμματα στην αδελφή του για να την τρομοκρατήσει. Έχοντας στο μυαλό της αυτές τις σκέψεις και τι να κάνει, πέταξε για να βρει την Ιουλία που θα την είχε φάει η αγωνία τόση ώρα. Έφτασε στο σαλόνι και πριν προλάβει η Ηλιοστάλαχτη να πει κάτι, πετάχτηκε η Ιουλία «Τι έγινε??? Τον έδιωξες???»&lt;br /&gt;«Ναι μην ανησυχείς, δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι πια» είπε η Ηλιοστάλαχτη ψέμματα στην Ιουλία κρύβοντας την πραγματική αλήθεια και ξέροντας μετά ότι θα είχε ενόχες για την πράξη της.&lt;br /&gt;«Ουφ, πάλι καλά γιατί δεν θα έμπαινα ποτέ στο δωματίο μου» της είπε με ανακούφιση η Ιουλία.&lt;br /&gt;«Πάντως πιστεύω ότι πρέπει να ανταμείψουμε τον αδελφό σου για την καλή του πράξη, τι λες εσύ???» ρώτησε η Ηλιοστάλαχτη έχοντας ένα σχέδιο στο μυαλό της.&lt;br /&gt;«Ναι, ναι καλό θα ήταν, αφού μου τι είπε»&lt;br /&gt;Η Ηλιοστάλαχτη έβγαλε απο την τσάντα που είχε περασμένη διαγώνια στο σώμα της και έβγαλε ένα μικρό βαζάκι απο αυτά που είχε πάρει απο τη Καλούδα και το έδωσε στην Ιουλία. Όπου της εξήγησε ότι πρέπει να το δώσει στον αδελφό της και πριν κοιμηθεί να αλοίψει τα πάνω βλεφαρά του με την αλοιφή που υπάρχει στο βαζάκι.&lt;br /&gt;Έφτασε το βράδυ και συγκεκριμένα η ώρα του δείπνου. Όλοι κάθισαν στο τραπέζι, ο Λυκούργος δεν είχε μάθει τι έκανε η αδελφή του, γιατί διάβαζε τα τελευταία του μαθημάτα για το σχολείο. Εκεί πρόσεξε τη Ιουλία χαρούμενη και έτρωγε το φαγητό με ιδιαίτερη ευχαρίστηση. Ο Λυκούργος με την συμπεριφορά της δεν άντεχε ήθελε να μάθει για πιο λόγο ήταν χαρούμενη η αδελφή του σε σχέση με το μεσημέρι και με το νέο που της είχε πει, με την πρώτη ευκαιρία θα την ρωτούσε. Η ευκαιρία που έψαχνε ήρθε όταν οι γονείς των παιδιών και ο παππούς-Λυκούργος μιλούσαν για κάποιους συγγενείς. Ο Λυκούργος έσκυψε προς την καρέκλα του της Ιουλίας και την ρώτησε «Τι έγινε με τον επισκέπτη, τον είδες???». Η Ιουλία μόλις είχε κατεβάσει μια μπουκιά και του είπε «Όχι αλλά πλέον δεν υπάρχει κάτι στο δωματίο μου χάρη στην φίλη μου, που τον έδιωξε???»&lt;br /&gt;Ο Λυκούργος σάστισε και παραλίγο να πνιγεί με το φαγητό που είχε στο στόμα του. Δεν περίμενε αυτήν την απάντηση. Ήταν έτοιμος να ξεσπάσει και να πει όλη την αλήθεια, αλλά τον πρόλαβε η Ιουλία «και μου έδωσε ένα δώρο για σένα, επειδή ήσουν ειλικρινής μαζί μου.» Με αυτό που άκουσε αποφάσισε να θάψει στο βάθος του μυαλού του, να πει ότι της είχε πλάκα. Τελείωσε το φαγητό όλη οι οικογένεια και ήρθε η ώρα να πέσουν για ύπνο τα δυο παιδιά. Ο Λυκούργος σκεφτόταν τι δώρο είναι αυτό που του έλεγε η αδελφή του. Η απορία του λύθηκε όταν πήγε να μπει στο δωματιό του, όταν άκουσε την Ιουλία να του φωνάζει πίσω απο την μισόκλειστη πόρτα και να του κάνει νόημα με το δαχτυλό της να πάει προς τα εκεί. Ο Λυκούργοε μπήκε στο δωμάτιο, η Ιουλία του έδειξε το δώρο, ένα μικρό βαζάκι με μια αλοιφή, εκείνος το πήρε στα χέρια του, είχε μια μικρή ετικέτα γραμμένη σε γλώσσα που δεν ήξερε ενώ το άνοιξε και του ήρθε μια μυρωδιά που τον δρόσισε απο την μύτη μέχρι μέσα βαθιά στα στήθια του. Παράλληλα άκουγε την αδελφή του τι έπρεπε να κάνει με την αλοιφή.&lt;br /&gt;«Τι??? Να βάλω αυτό στα μάτια μου??? Τι είμαι κανένα κορίτσι, νομίζω ότι τράβηξε πολύ αυτό το αστείο.» φώναξε ο Λυκούργος έτοιμος να πει την αλήθεια.&lt;br /&gt;«Δεν σου κάνω κανένα αστείο. Έτσι μου είπε εκείνη, κάντο για μένα...»&lt;br /&gt;«Καλά θα την βάλω στο δωματιό μου» και έκανε να φύγει ο Λυκούργος αλλά τον σταμάτησε στην πόρτα η Ιουλία. «Όχι, θέλω να σε δω να την βάζεις. Αλλιώς θα αρχίσω να φωνάζω»&lt;br /&gt;Το αγόρι είδε ότι δεν μπορούσε να την αλλάξει την γνώμη, αποφάσισε να πάει με τα νερά της για να μην φάει πάλι καμιά τιμωρία χωρίς λόγο στην περίπτωση που θα άρχιζε να φωνάζει η Ιουλία. Πήρε με τον δείκτη του λίγη αλοιφή και με βαριά καρδιά άλοιψε το δεξί βλέφαρο και μετά το αριστερό. Παρόλο που στο χέρι του δεν ένιωθε την θερμοκρασία της αλοιφής, τα βλεφαρά του δροσίστηκαν σαν να είχε ρίξει παγωμένο νερό. Άφησε το βαζάκι στην αδελφή του και μπήκε στο δωματιό του. Πήγε να καθαρίσει τα βλεφαρά του με μια πετσέτα, όμως διαπίστωσε πως είχε στεγνώσει η αλοιφή αλλά την δροσιά την ένιωθε ακόμα.&lt;br /&gt;Είχε περάσει αρκετή ώρα και όλοι πλέον κοιμόντουσαν στο σπίτι εκτός απο τον Λυκούργο που σκεφτόταν πωε την είχε πατήσει με την φάρσα του και που είχε χαλάσει.&lt;br /&gt;Ξαφνικά άκουσε κάποιους μικρούς θορύβους. Γύρισε προς τα εκεί που άκουσε τον θόρυβο για να δει, το σκοτάδι δεν βοηθούσε πολύ. Μάλλον ο αέρας απο το παράθυρο θα είναι, σκέφτηκε. Με μεγάλη του έκπληξη θυμήθηκε ότι ήταν κλειστό!!! Ο θόρυβος ξανακούστηκε πιο δυνατά. Ήταν απο την ντουλάπα. Έστησε τα αυτιά του, έκανε ησυχία για να ακούσει. Μόνο η ανάσα του ακουγόταν. Πάλι ο ίδιος θόρυβος. Σίγουρα κάτι ήταν στην ντουλάπα και πέταγε. Πήγε να σηκωθεί απο το κρεβάτι για να ανοίξει την ντουλάπα. Γύρισε αμέσως στο κρεβάτι του. Ένα δυνατό φώς ξεπρόλαβε γύρω γύρω απο τις χαραμάδες της δίφυλλης πόρτας. Κουκουλώθηκε μέχρι την μύτη του απο τον φόβο του. Το δωμάτιο ήταν πλημμυρισμένο με ένα ασημί φως. Ο Λυκούργος ξεπέρασε τον αρχικό του φόβο. Σκέφτηκε λογικά, μήπως η αδελφή του είχε κανονίσει με τους γονείς τους να του κάνουν πλάκα για αντίποινα... Σηκώθηκε και πλησίασε την ντουλάπα. Με περίσσιο θάρρος έπιασε τα πόμολα της δίφυλλης πόρτας. Τα τράβηξε με δύναμη προς τα έξω. Η ντουλάπα άνοιξε. Για μια στιγμή λούστηκε ολόκληρος απο το ασημί φως. Ο Λυκούργος βρισκόταν πεσμένος προς τα πίσω στοιριγμένος στα χέρια του. Απο μέσα βγήκε πετώντας ένα μικροσκοπικό πλάσμα. Πετούσε ολόγυρα στο δωμάτιο και έκπεμπε φως. Ο Λυκούργος δεν μπορούσε να εστιάσει για να καταλάβει τι ήταν. Εκείνο πέταξε και προσγειώθηκε πανω στο στήθος του. Τότε είδε για πρώτη φορά το πλάσμα. Ήταν ένα κορίτσι!!! Ένα μικρσκοπικό κορίτσι με μακριά μελιά μαλλιά. Είχε δυο πολύχρωμα ζευγάρια φτερά πεταλούδας. Πολλές σκέψεις άρχισαν να γεμίζουν το μυαλό του, για το τι έβλεπε μπροστά του. Απο αυτές τον πήρε το κορίτσι.&lt;br /&gt;«Εσύ πρέπει να είσαι ο περιβόητος Λυκούργος, εεε???» είπε με τσιριχτή φωνή το πλάσμα αυτό. «Να...Ναι εγώ είμαι» είπε το αγόρι ενώ ήταν ακόμα πιο έκπληκτος επειδή του μιλούσε το ιπτάμενο πλάσμα. «Χαίρομαι πάρα πολύ που επιτέλους σε γνωρίζω, είμαι η Νεράιδα Ηλιοστάλαχτη απο την χώρα της Ηλιοφάνειας» είπε η Νεράιδα, ο Λυκούργος μετακινήθηκε προς τα πίσω όπως ήταν και είπε «Νεράιδα??? Ηλιοστάλαχτη???», «Ναι εγώ είμαι, αυτοπροσώπως» είπε η Ηλιοστάλαχτη που πέταγε σε μικρούς κατακόρυφους κύκλους μπροστά απο τον Λυκούργο.&lt;br /&gt;«Κόλπο της αδελφή μου είσαι επειδή της έκανα πλάκα??? Τι σόι παιχνίδι είσαι εσύ???» της είπε ο αποσβωλεμένος Λυκούργος&lt;br /&gt;«Τι παιχνίδι, αληθινή είμαι κάτσε να δεις» και όρμηξε καθώς τελείωσε την προτασή της και τσίμπησε με το χέρι της το μάγουλο του Λυκούργου. «Βλέπεις είμαι αληθινή όσο και εσύ» είπε η Νεράιδα.&lt;br /&gt;«Μα δεν υπάρχουν Νεράιδες!!!!» αναφώνησε ο Λυκούργος«Τότε εγώ τι είμαι και με ποιον μιλάς τόση ώρα, δεν πρέπει να είσαι καλά!!!» είπε κάπως νευριασμένη η Ηλιοστάλαχτη. Πλέον ο Λυκούργος δεν ήξερε τι να πει, τι να σκεφτεί. Ότι είχε στο μυαλό καταρρίφθηκε απο την μια στιγμή στην άλλη. «Μάλλον έχεις δίκιο..» απάντησε ο Λυκούργος και πήγε να συνεχίσει. Μια κραυγή τον διέκοψε. Η κραυγή ήταν της αδελφής του!!! Φώναζε βοήθεια...!!! Ο Λυκούργος και η Ηλιοστάλαχτη κοιτάχτηκαν μεταξύ τους για δεύτερα. Η νεράιδα απογείώθηκε και ο Λυκούργος σηκώθηκε γρήγορα. Άνοιξε την πόρτα και απο πίσω του βγήκε η Ηλιοστάλαχτη. Μια απορία γεννήθηκε και σους δυο. Δεν είχε ακούσει κανείς την κραυγή της Ιουλίας??? Άλλη μια κραυγή ακούστηκε μαζί με πράγματα να σπάνε στους τοίχους. Ο Λυκούργος άνοιξε την πόρτα και μαζί με την Ηλιοστάλαχτη είδαν την Ιουλία να πετάει πράγματα προς την άλλη πλευρά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="center"&gt;&lt;strong&gt;.....ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.....&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7908685554067650987-6084787751694989427?l=bardstory.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://bardstory.blogspot.com/feeds/6084787751694989427/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7908685554067650987&amp;postID=6084787751694989427' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/6084787751694989427'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/6084787751694989427'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://bardstory.blogspot.com/2008/11/4.html' title='Η μεγάλη συνάντηση της Ηλιοστάλαχτης με τον Λυκούργο(μέρος 4)'/><author><name>Bellamin Fletcher</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01776134366244848429</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987.post-5029373588498079190</id><published>2008-11-14T19:00:00.001+02:00</published><updated>2008-11-14T19:06:13.903+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Παιδικές'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Χώρα της Ηλιοφάνειας'/><title type='text'>Γνωρίζοντας τον Λυκούργο και την Ιουλία (μέρος 3)</title><content type='html'>Πριν μάθουμε τι έγινε μεταξύ της Ηλιοστάλαχτης και της Ιουλίας ας μάθουμε λίγα πράγματα για την οικογένεια των 2 παιδιών, την οικογένεια Πολυκάρπου. Όπως γνωρίζουμε εκτός απο τα 2 παιδιά δηλαδή την μικρή καστανομάλλα Ιουλία με τα ροζ μάγουλα και τον μελαχροινό Λυκούργο που ήταν λίγο πιο ψηλός απο τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας τους, η οικογένεια Πολυκάρπου απαριθμούσε ακόμα άλλα 3 μέλη, τους γονείς των παιδιών τον κύριο Κώστα που συνήθως δούλευε απο νωρίς το πρωί μέχρι και αργά το βράδυ και την κυρία Ευτέρπη που έμενε στο σπίτι να μαγειρεύει ή την έβρισκες στο κομμωτήριο της γειτονιάς να κουτσομπολεύει με τις φιλενάδες της. Τέλος το μεγαλύτερο και γηραιότερο μέλος της οικογένειας ήταν ο παππούς Λυκούργος που τα τελευταία χρόνια ζούσε με την οικογένεια μετά το χαμό της γυναίκας του και ή μόνη του χαρά όπως έλεγε ήταν τα 2 πολυαγαπημένα του εγγόνια. Αλλά ας δούμε καλύτερα τα δυο παιδιά, όπως είπαμε πιο πριν ο Λυκούργος είχε ένα ελάττωμα ότι δεν πίστευε σε τίποτα που δεν ήταν υπαρκτό και αληθινό με κάποιες βάσιμες αποδείξεις παρόλο που ήταν μόλις 9 χρονών, η καταστασή του βέβαια ήταν χειρότερη απο ότι είχε διαβάσει και διανοηθεί η Ηλιοστάλαχτη και για να καταλάβετε όταν ήταν πιο μικρός και η μητέρα του έλεγε παραμύθια όπως αυτά που σας έχουν πει και σε εσάς όταν είσασταν μικροί, εκείνος αντί να ακούσει το παραμύθι συνεχώς έλεγε ότι μα καλά δεν υπάρχουν νεράιδες και δράκοι αφού κανένας δεν τους έχει δει ποτέ ή όταν άκουγε ιστορίες για ζώα που μιλάνε μεταξύ τους αμέσως είχε την κουβέντα στο στόμα, ότι αν μιλάνε τα ζώα γιατί κανένας δεν έχει ακούσει κάποιο...Έτσι ήταν η πραγματική κατάσταση του Λυκούργου που έκανε τους γονείς του αρκετές φορές να απελπίζονται και να σκέφτονται τι να κάνουνε μαζί του. Απο την άλλη η 6χρονη Ιουλία ήταν στο άλλο άκρο, εκείνη όπως ξέρουμε αγαπούσε περισσότερο απο όλα τις νεράιδες και πάντοτε έλεγε ότι μια νεράιδα δεν μπορεί να είναι κακή, απλά τυχαίνει να μην είναι τόσο καλή όσο οι υπόλοιπες, μα πάνω απο όλα δεν έκανε εξαιρέσεις αν είναι μικροσκοπικές ή μεγάλες, είτε με πολλά χρώματα είτε με λίγα εκείνη της αγαπούσε πάντα το ίδιο. Όπως καταλαβαίνετε η Ιουλία είχε τόση φαντασία που αν κα΄ποιος της έλεγε ότι κάτω απο το κρεβάτι της κρύβεται ένας μεγάλο τέρας, το σίγουρο ήταν απο τον φόβο της θα έτρεχε κλαίγοντας στο δωμάτιο των γονιών της και θα κοιμάταν εκεί το βράδυ. Βέβαια ο Λυκούργος εκτός απο το ότι δεν είχε φαντασία και κατα συνέπεια δεν πίστευε σε φανταστικά πλάσματα, είχε και ένα άλλο κακό συνήθειο ήταν μεγάλο πειραχτήρι και το άτομο που πείραζε περισσότερο απο όλα, καλά καταλάβατε, ήταν η Ιουλία. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μεταξύ των δυο παιδιών να υπάρχουν αρκετές φορές τσακωμοί και με κατάληξη η Ιουλία να τρέχει κλαίγοντας στην ποδιά την μητέρας της ή στην αγκαλία του παππού Λυκούργου ενώ ο Λυκούργος σχεδόν πάντοτε έμπαινε τιμωρία στο δωματιό του. Ο πιο συνηθισμένος λόγος που φτάνανε σε αυτό το σημείο ήταν ότι ο Λυκούργος έλεγε στην Ιουλία ότι οι νεράιδες δεν υπάρχουν και κάτι τέτοιο πιστεύουν πόνο τα μικρά χαζά κορίτσια σαν εκείνη μιας και ο Λυκούργος ήξερε την αδυναμία της αδελφή του για τις νεράιδες και πόσο τις αγαπούσε. Αυτή είναι η οικογένεια Πολυκάρπου με τα δυο μικρά παιδιά.&lt;br /&gt;Τώρα ας γυρίσουμε εκεί που είχαμε μείνει. Η Ηλιοστάλαχτη με την ερώτηση την Ιουλίας έμεινε έκπληκτη με το στόμα σχεδόν ανοιχτό και με τα μάτια της καρφωμένα στο μικρό κορίτσι, πέρασαν κάποια δευτερόλεπτα και η Νεράιδα ψέλλισε αδύναμα «Με...με βλέπεις???». Η Ιουλία της απάντησε όση αθωότητα είχε «Ναι, μα γιατί να μην σε βλέπω, είναι παράξενο???». Ξαναπέρνωντας τα πάνω της η Ηλιοστάλαχτη εφόσον έβλεπε ότι όντως της μιλάει η Ιουλία είπε με ζωηράδα «Μα οι άνθρωποι...δεν μας βλέπουν!!!, τόσο καιρό δεν με έχει δει κανείς!!!»&lt;br /&gt;«Μα τι ανοησίες είναι αυτές που λες, αφού εγώ σε βλέπω να πετάε μπροστά μου και μάλιστα είσαι πιο όμορφη απο ότι λένε για τις νεράιδες στα παραμύθια» της είπε η Ιουλία και συνέχισε «εμένα με λένε Ιουλία και μένω σε αυτό το σπίτι» και έδειξε το σπίτι της που ήταν πίσω απο την Ηλιοστάλαχτη ενώ τέντωσε το χέρι της με την παλάμη ανοιχτή προς την Νεράιδα. «Εμένα με λένε Ηλιοστάλαχτη και μένω στην Χώρα της Ηλιοφάνειας» και άπλωσε και εκείνη το χέρι της που βυθίστηκε στο πιο μεγάλο χέρι του μιρκού κοριτσιού κάνοντας για πρώτη φορά χειραψία με άνθρωπο... Η Ιουλία κάλεσε την Ηλιοστάλαχτη να της δείξει το σπίτι και της πρότεινε άμα θέλει να μείνει λίγο καιρό καλεσμένη στο δωματιό της, ο λόγος ήταν ότι η Ηλιοστάλαχτη είπε στο μικρό κορίτσι ότι ταξίδευε για πολλές μέρες χωρίς να ξεκουραστεί κάπου ιδιαίτερα. Η Ιουλία καταχάρηκε μόλις δέχτηκε η Νεράιδα να μείνει στο δωματιό της και ένιωθε το πιο τυχερό κορίτσι του κόσμου. Η Ιουλία με την Ηλιοστάλαχτη μπήκανε στο σπίτι και πρόσεξαν τον Λυκούργο που έβλεπε απορροφημένος τηλεόραση στο σαλόνι καθώς εκείνες ανέβαιναν την σκάλα για να πάνε στο δωμάτιο της Ιουλίας.&lt;br /&gt;«ΑΑΑ, είναι ο αδελφός μου ο Λυκούργος, αλλά εκείνος δεν πιστεύει στις νεράιδες» ανέφερε κάπως πικραμένα το κορίτσι στην Ηλιοστάλαχτη που κοίταζε τον αδελφό της με προσοχή. «και γιατί παρακαλώ δεν πιστεύει, τι του κάναμε???» ρώτησε η Ηλιοστάλαχτη ενώ σκεφτόταν πως μοιάζει τόσο πολύ με τα υπόλοιπα παιδιά αλλά είναι και τόσο διαφορετικός απο εκείνα. Η Ιουλία κουνώντας τους ώμους της προς το πάνω και ανασηκώνοντας τα φρύδια της είπε «Δεν ξέρω...» πνίγοντας την προταση της εκεί νιώθοντας ντροπή για τον αδελφό της.&lt;br /&gt;Φτάσανε στο δωμάτιο της Ιουλίας και η Ηλιοστάλαχτη πρόσεξε όπως έμπαινε ότι το δωμάτιο είναι βαμμένο στις αποχρώσεις ανάμεσα στο κίτρινο και το πορτοκαλί, είχε αρκουδάκια ένα σωρό και γέμιζαν το πάτωμα, κούκλες που έμοιαζαν με πριγκίπισσες και 3 μεγάλες νεράιδες κρεμασμένες στην μέσα πλευρά του παραθύρου της, στον αριστερό τοίχο ένα κρεβάτι με οροφή που έπεφταν τούλια στις άκρες του και μια μεγάλη ντουλάπα που είχε πάνω της ζωγραφισμένο ένα μεγάλο ουράνιο τόξο που έκανε την Ηλιοστάλαχτη να νοσταλγήσει τα παιχνίδια που έκανε με τις υπόλοιπες νεράιδες. Η Ιουλία έστρεωσε σε ένα μικρό τραπέζι ένα μικρό ροζ σερβίτσιο τσαγιού και προσκάλεσε την Νεράιδα να πίει και εκείνη ενώ άρχισε να τις κάνει ένα σωρό ερωτήσεις για το μέρος που ερχόταν. Εν τω μεταξύ ο Λυκούργος είχε προσέξει ότι η αδελφή του μπήκε στο σπίτι και ανέβηκε κατευθείαν στο δωματίο της χωρίς να πει κουβέντα. Αυτό του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση γιατί συνήθως η αδελφή του τέτοια ώρα ερχόταν και έβλεπε το αγαπημένο της κινούμενο σχέδιο στην τηλεόραση ή του ζητούσε να παίξουν μαζί μέχρι να αρχίζει. Έτσι του γεννήθηκε η περιέργεια να δει τι έκανε η αδελφή του και ανέβηκε στο δωματίο της. Ο Λυκούργος πήρε την απόφαση να δει τι συμβαίνει, σηκώθηκε απο το σαλόνι και ανέβηκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε την σκάλα για να μην τον ακούσει η αδελφή του σε περίπτωση που είχε ξεχάσει ανοιχτή την πόρτα της. Ανέβηκε την σκάλα και βρέθηκε στον πάνω όροφο που ήταν ένας διάδρομος που οδηγούσε στα δωμάτια του σπιτιού. Το δωμάτιο της αδελφή του ήταν στο τέλος στην δεξιά πλευρά του διαδρόμου δίπλα απο των γονιών τους και απέναντι απο το δικό του. Άρχισε να διασχίζει τον διάδρομο ενώ τα βημάτα του έσβηναν πάνω στην χοντρή μοκέτα του διαδρόμου. Έφτασε έξω απο την πόρτα της αδελφή του και πρόσεξε ότι ήταν κλειστή, αλλά η αδελφή του ήταν μέσα γιατι απο της χαραμάδες της πόρτας έβγαινε ανοιχτό φως, πλησίασε και έστησε το αυτί του πάνω στην πόρτα για να ακούσει τι κάνει η Ιουλία. Στην αρχή δεν άκουγε τίποτα παρά μόνο πράγματα να κουνιούνται. Ξαφνικά άκουσε την αδελφή του να μιλάει μάλλον σε κάποιον ή για την ακρίβεια σε κάποια με τον όνομα Ηλιοστάλαχτη!!! Ο Λυκούργος αναρωτήθηκε ποια μπορεί να ήταν η Ηλιοστάλαχτη και γιατί δεν είπε τίποτα σε κανέναν η αδελφή του ότι έφερε κάποια φίλη της. Περίμενε λίγο ακόμα κάνοντας τον να φουντώνει περισσότερο απο αγωνία και περιέργεια με την μυστηριώδη φίλη της Ιουλίας, έστησε καλύτερα το αυτί του να ακούσει μήπως και μιλήσει η περιβόητη Ηλιοστάλαχτη αλλά το μόνο που άκουγε ήταν να μιλάει η αδελφή του και να κάνει παύσεις, αυτό τον έκανε να σιγουρευτεί ότι δεν έπαιζε με την κούκλες της αλλά έκανε συζήτηση με κάποιον. Ο Λυκούργος δεν άντεξε άλλο να τον τρώει η αγωνία και έπιασε το πόμολο, το γύρισε και άνοιξε απότομα την πόρτα για να πιάσει στα πράσα την αδελφή του με την φίλη της, αυτό που είδε τον άφησε έκπληκτο.&lt;br /&gt;Η Ιουλία και η Ηλιοστάλαχτη τρόμαξαν με την δεύτερη να πετά λίγο προς τα πίσω λόγω του ρεύματος που προκάλεσε η πόρτα που άνοιξε. «Τι θέλεις και μας τρόμαξες???» ρώτησε εκνευρισμένη η Ιουλία.&lt;br /&gt;«Με ποιον μίλας??? Άκουσα να μιλάς σε κάποιο κορίτσι που το λένε Ηλιοστάλαχτη» της απάντησε ο Λυκούργος που παρατηρούσε ότι στο δωμάτιο ήταν μόνο η αδελφή του ενώ εξέταζε τον χώρο μήπως είχε κρυφτεί κάπου η φίλη της, ο Λυκούργος σάρωσε γρήγορα το δωμάτιο 2-3 φορές απο την μια πλευρά ως την άλλη, αλλά εκείνη που έψαχνε δεν την έβλεπε παρόλο που πετούσε μόλις ένα μέτρο μακριά του.&lt;br /&gt;«Με μια φίλη μου!!!» του αντέτεινε η Ιουλία θυμωμένα.&lt;br /&gt;«Ποιά φίλη σου??? Εγώ δεν την βλέπω πουθενά εκτός αν πήδηξε απο το παράθυρο που είναι κελιστό ή λες ψέμματα!!!!» κοίταξε την αδελφή του και τόνισε την τελευταία το λέξη ο Λυκούργος, κάνοντας την Ηλιοστάλαχτη να νευριάσει με το θράσος και με τον τρόπο που μιλούσε στην Ιουλία ο Λυκούργος.&lt;br /&gt;«ΔΕΝ ΛΕΩ ΨΕΜΜΑΤΑ, η φίλη μου είναι μια νεράιδα και δεν μπορούν να την δουν όλοι, όπως και εσύ!!!» φώναξε η Ιουλία και τα μάτια της άρχισαν να υγραίνονται. «Μάλιστα κατάλαβα εκτός ότι πιστεύεις στις νεράιδες, τώρα τις βλέπεις μπροστά σου και σου μιλάνε, είσαι το κάτι άλλο» είπε και άρχισε να γελάει ο Λυκούργος κρατώντας την κοιλιά του. Τα πρώτα δάκρυα έτρεξαν στα ροζ μάγουλα της Ιουλίας που έτρεξε και έσπρωξε τον Λυκούργο και βγήκε κλαίγοντας, η Ηλιοστάλαχτη βλέποντας όλη την σκηνή θύμωσε με τον Λυκούργο και λυπόταν την Ιουλία που είχε ένα τέτοιο αδελφό. Ο Λυκούργος βγήκε απο το δωμάτιο και είδε την πόρτα των γονιών το ανοιχτή και άκουσε την αδελφή του να κλαίει με αναφιλητά και την μητέρα του να προσπαθεί να την ηρεμήσει. Εκείνος πλησίασε όσο χρειαζόταν για να μην κάνει την εμφανισή του και άκουσε την Ιουλία να λέει στην μητέρα τους τι είχε συμβεί στο δωματιό της μεταξύ εκείνης και του αδελφού της και βέβαια ανέφερε την φίλη της, την νεράιδα. Ο Λυκούργος μόλις άκουσε πάλι την Ιουλία να λέει για την νεράιδα δεν άντεξε και μπήκε στο δωμάτιο λέγοντας «Γιατί συνεχίζεις να λες ψέμματα αγού κανένας δεν ήταν ούτε είναι στο δψματιό σου» Η κυρία Ευτέρπη βλέποντας ότι τα λόγια του γιού της έκαναν πάλι την Ιουλία να βάλει τα κλάμματα, έβαλε ένα τέλος λέγοντας στον Λυκούργο με αυστηρότητα και σοβαρά χωρίς να χάσει την ψυχραιμία της «Πήγαινε αμέσως στο δωματίο σου και είσαι πλέον τιμωρημένος για όλο το σαββατοκύριακο, ούτε θα δεις τηλεόραση ούτε θα βγεις στο πάρκο να παίξει με τους φίλου σου» Πήγε να παραπονεθεί ο Λυκούργος αλλά τον πρόλαβα η μητέρα του και του είπε «Δεν σηκώνω καμιά άλλη κουβέντα, αμέσως στο δωματίο σου και όταν έρθει και ο πατέρας σου θα μιλήσεις και με εκείνον», η κυρία Ευτέρπη είχε φτάσει στα ορια της ήταν έτοιμη να εκραγεί άμα έλεγε κάτι ακόμα ο Λυκούργος.&lt;br /&gt;Ο Λυκούργος βλέποντας ότι δεν τον έπαιρνε να πει κάτι, σηκώθηκε και έφυγε και πήγε προς το δωματίο του, μουρμουρίζοντας κάτι μόνο όταν σιγουρεύτηκε ότι δεν θα τον άκουγε η μάνα του.&lt;br /&gt;«Τιμωρούμαι για κάτι που δεν υπάρχει....» και έκλεισε με δύναμη την πόρτα του δωματίου του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="center"&gt;&lt;strong&gt;.....ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.....&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/7908685554067650987-5029373588498079190?l=bardstory.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://bardstory.blogspot.com/feeds/5029373588498079190/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=7908685554067650987&amp;postID=5029373588498079190' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/5029373588498079190'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/7908685554067650987/posts/default/5029373588498079190'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://bardstory.blogspot.com/2008/11/3.html' title='Γνωρίζοντας τον Λυκούργο και την Ιουλία (μέρος 3)'/><author><name>Bellamin Fletcher</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01776134366244848429</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-7908685554067650987.post-3124412942166513242</id><published>2008-11-08T02:55:00.000+02:00</published><updated>2008-11-13T20:23:25.038+02:00</updated><category scheme='http://www.blogg
