Η κρύπτη της μούμιας (μέρος 6ο)

Βγήκαν πάλι σε ένα διάδρομο που κατέβαινε αργά προς τα κάτω. Ο Σένγκους έκανε πιο προσεχτικά βήματα και σταματούσε που και που να ελέγχει δεξιά και αριστερά τον διάδρομο για κάποια παγίδα. Ο διάδρομος τους έφερε μπροστά σε μια πόρτα. Σκήνες με μάχες υπήρχαν πάνω της ζωγραφισμένες. Ο Σένγκους εξέτασε την πόρτα. «Δεν έχει κάτι...» είπε και έπιασε τις λαβές να ανοίξει την πόρτα «Μπορούμε να μπούμε!!!» Μια δέσμη ηλεκτρισμού χτύπησε τον Σένγκους με το που έσπρωξε την πόρτα. Ο Σένγκους έμεινε κόκκαλο στην θέση του. Οι άλλοι μύρισαν καμένες τρίχες και σάρκα, ενώ όταν συνήθισαν πάλι τα μάτια τουςστο φως είδαν απο το χάφλινγκ να βγαίνουν μικρή καπνοί. «ΧΑΧΑΧΑΧΑ, ωραία τα κατάφερες!!!!!!» είπε ο Μπρέγκαρ που γέλαγε με την ψυχή του κα έπιανε την κοιλιά του για να συγκρατηθεί.
«Όλοι μπορούμε να κάνουμε λάθος κάποια στιγμή» απολογήθηκε ο Σένγκους. Έσπρωξε την πόρτα ξεσπώντας τα νεύρα του πάνω της. Η πόρτα άνοιξε με ορμή και χτύπησε με δύναμη στον τοίχο. Το δωμάτιο μύριζε θάνατο.
Μόλις μπήκαν μέσα είδαν μπροστά τους ένα φρικιαστικό θέαμα. Ο Μίχαελ κράτησε το στόμα και την κοιλιά του μην ξεράσει. Ο Μπρέγκαρ με τον Μίχαελ κοίταζαν περίεργα με μια γκριμάτσα απορίας. Ο μόνος που μίλησε είναι ο Γκαμπλ. «Μα τον Σεντ Κάθμπερτ τι έγινε εδω μέσα. Στο δωμάτιο βρίσκοταν μερικά πτώματα που η σάρκα τους είχε σαπίσει εδώ και πολύ καιρό. Τα άδεια κουφάρια βρίσκοταν σε περίεργες στάσεις θανάτου. Κάποιοι ήταν γονατισμένοι στην απέναντι πόρτα. Κάποιοι άλλοι με τα χέρια στο πρόσωπα σαν να ήθελαν να προφυλαχτούν απο κάτι. Μπήκαν πιο μέσα. Η Μέλανι πρόσεξε ότι το πάτωμα ήταν κάπως τραχύ κάτω απο τις δερμάτινες μπότες της. Οι άλλοι προχώρησαν. Εκείνη σταμάτησε και γονάτισε στο ένα πόδι της και έπιασε με το χέρι της το πάτωμα. Όντως ήταν τραχύ, κάτι το είχε γδάρει, σαν το είχε θερίσει αλέτρι των γεωργών. Ο Σένγκους με τους άλλους έφτασε απέναντι στην άλλη πόρτα. Οι σκελετοί είχαν κολλήσει για τα καλά. Έβαλε δύναμη για να τους κινήσει. Παρόλο που δυσκολεύτηκε τους πέταξε στο πλάι. Καθώς προσπαθούσε να τους μετακινήσει έκοψε ένα δαχτυλό του.
«Άουτς!!! Κόπηκα απο τον σκελετό!!!!» έπιασε τον ένα σκελετό να δει απο που κόπηκε. Είδε ότι τα κόκκαλα ήταν τραχιά και με βαθουλώματα, κάτι τα έσκαψε. Η Μέλανι πρόσεξε και εκείνη τα κόκκαλα. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι μπορεί να προκάλεσε αυτό το πράγμα. Απο την άλλη ο Μπρέγκαρ έψαξε στο δωμάτιο για κάποια στοιχείο. Πλησίασε τους σκελετούς που κρατούσαν τα προσωπά τους. Έψαξε αναμεσά τους.
«Μα τον Μόραντιν!!!! Τί είναι τούτο το πράγμα....????» φώναξε ο νάνος. Η Μέλανι πήγε κοντά του πρώτη, μιας και ήταν πιο κοντά. Ο Μπρέγκαρ βρήκε ανάμεσα στους σκελετούς ένα χρυσό αντικείμενο τυλιγμένο σε μια σκοροφαγωμένη τσάντα.
«Πιάστην Μπρέγκαρ να δούμε τι είναι μέσα στην τσάντα»
«Δεν κάνω τέτοια πράγματα. Ήδη έχω ανατριχιάσει ολόκληρος που είμαι σε ένα δωμάτιο γεμάτο με σκελετωμένα πτώματα»
Η Μέλανι έσκυψε ανάμεσα απο τους σκελετούς και πήρε την τσάντα με το χρυσό αντικείμενο. Πρόσεξε την τσάντα. Είδε καψίματα πάνω της, αλλά όχι απο φωτιά.
«Τι βρήκατε???» ρώτησε ο Σένγκους.
Η Μέλανι έπιασε το αντικείμενο και το έβγαλε έξω απο την τσάντα. Η τσάντα έκρυβε ένα χρυσό προσωπείο διακοσμημένο με διαμάντια και πολλούς άλλους πολύτιμους λίθους. Τα μάτια του χάφλινγκ γυάλισαν μόλις είδε το αντικείμενο. Το προσωπείο έμοιαζε με γυναίκας. Αντί για ζωγραφιστά μάτια είχε ένα ζευγάρι διαμάντια στην θέση τους.
«Φέρτο μου λίγο να το δω» είπε με λαχτάρα το χάφλινγκ και το άρπαξε απο τα χέρια της ελφ.
«Θα στο έδινα ηρέμησε λίγο»
Ο Σένγκους το κράτησε και το περιεργάστηκε με προσοχή, η απληστία ζωγραφίστηκε στο προσωπό του.
«Νομίζω Σένγκους ότι είναι καλύτερα να φύγουμε απο αυτό το δωμάτιο» πρότεινε ο Γκαμπλ. Ο Σένγκους δεν άκουγε έμοιαζε υπνωτισμένος. Ο Μπρέγκαρ πήγε δίπλα του και του φώναξε «ΕΕΕΕΕΕ» Το Χάφλινγκ επανήλθε.
«Τι έγινε???» ρώτησε.
«Εσύ θα μας πείς...» απάντησε ο Μπρέγκαρ
«Τίποτα απλά εξέταζα το αντικείμενο...Μέλανι καλύτερα να το κρατήσεις εσύ» ανέφερε ο Σένγκους. Η Μέλανι πήρε το αντικείμενο απο τα χέρια του Σένγκους και το έβαλε στην τσάντα της. Ο Σένγκους με λοξή ματιά είδε που την Μέλανι να το βάζει στην τσάντα της. Πήγε στην πόρτα, δεν είχε παγίδες. Την άνοιξε δίχως δυσκολία. Πάλι διάδρομος στο δρόμο τους. Μόνο που τώρα έμοιαζε περισσότερο με φυσικό διάδρομο παρά με κτιστό. Ο Σένγκους προχώρησε μπροστά τους, απο πίσω του η Μέλανι και μετά οι υπόλοιποι με τελευταίο τον Μπρέγκαρ.
«Τι είναι αυτά στους τοίχους???» ρώτησε η Μέλανι που πρόσεξε και στους 2 τοίχους αρκετές μικρές τρύπες.
«Τις είδα και εγώ!!!Πρέπει να είναι κάποια παγίδα...περιμένετε εδώ», ο Σένγκους άφησε τους άλλους και προχώρησε μερικά βήματα. Έβγαλε απο την τσάντα του ένα κοντάρι γύρω στο 1 μέτρο. Γρήγορα έγινε 4 μέτρα, μέσα στο κοντάρι υπήρχαν και άλλα κομμάτια που μάκραιναν το κοντάρι. Άρχισε να χτυπά τα πλακάκια του διαδρόμου. Τακ-τακ ακουγόταν για αρκετή ώρα.
«Τι κάνει πάλι ο λωποδύτης» ακούστηκε η φωνή του νάνου. Δεν του απάντησε κάποιος. Ο Σένγκους γύρισε πίσω στους άλλους.
«Πρέπει να προχωρήσουμε, μέχρι στιγμής δεν που φαίνεται να υπάρχει κάτι στο πάτωμα...» είπε ο Σένγκους « Απλά να κάνουμε προσεχτικά βήματα» πρόσθεσε και έριξε μια φευγαλέα ματιά στον νάνο, σαν του έλεγε πρόσεξε.
Ο Μπρέγκαρ είδε το βλέμμα αλλά δεν είπε τίποτα. Ο Σένγκους με το πτυσσόμενο κοντάρι μπήκε μπροστά και ξανάρχισε να ελέγχει το πάτωμα. Όλοι περπατούσαν αργά και προσεχτικά, ζυγίζοντας το κάθε βήμα τους. Ο Σένγκους, βγήκε απο το κομμάτι του διαδρόμου με τις τρύπες. Περίμενε τους υπόλοιπους. Ο Μπρέγκαρ είχε μείνει λίγο πίσω απο τον προτελευταίο.
«Μπρέγκαρ κουνήσου λίγο να προχωρήσουμε, δεν θα καθίσουμε να σε περίμένουμε»ειρωνέυτηκε ο Σένγκους τον νάνο. Ο Μπρέγκαρ κοκκίνησε απο τον θυμό του, περπάτησε πιο γρήγορα και άτσαλα. Πλησίασε τους υπόλοιπους. Απείχε 4 βήματα μακριά απο τον Μίχαελ. Κάνει το πρώτο και το δεύτερο και μόλις ακουμπά το πόδι του στο πάτωμα. Ακούγεται ένα ‘κλακ’, όλοι σταμάτησαν. Ο επόμενος ήχος ήταν απο τις τρύπες. Βέλοι πετάχτηκαν σαν βροχή και κατέκλυσαν την ομάδα. Όσοι πρόλαβαν κάλυψαν πρόσωπα και κορμί γονατίζοντας χαμηλά. Φωνές πόνου ήχησαν στον διάδρομο. Ο καταιγισμός σταμάτησε. Ο Σένγκους που ήταν εκτός εμβέλειας των βελών κοίταξε σαστισμένος τους υπόλοιπους. Δεν κουνιόταν κανείς. Βέλη εξείχαν σε διάφορα σημεία τους σωματός τους.
«Μίχαελ???Μέλανι???Έντι???» ρώτησε. Δεν του απάντησε κανείς. Έπιασε το κεφάλι του με τρόμο. Δεν το πίστευε τι συνέβαινε. Απο την μια στιγμή στην άλλη τι μπορεί να γίνει.
Κοίταζε τα σώματα. Μέσα στο πανικό του δεν άκουσε το χαμηλό βογκητό πόνου. Ο Γκάμπλ κουνήθηκε πρώτος. Ο Σένγκους το πρόσεξε. Έτρεξε κοντά του να τον βοηθήσει. Τον βοήθησε να σηκωθεί. 2 βέλη εξείχαν, ένα στο πόδι και ένα στο μπράτσο και απο τα δυό έτρεχαν αίμα.
«Άσε έμενα δες τους άλλους πως είναι» είπε ο Γκαμπλ. Ο Σένγκους, άφησε τον Γκαμπλ και πήγε να δει αν ζούσαν η άλλοι. Ο Γκαμπλ μόλις έφυγε το χάφλινγκ έβγαλε με δυσκολία την ζώνη του και την δάγκωσε. Με το δεχί χέρι του έπιασε το βέλος που τον κάρφωσε στο αριστερό μπράτσο. Πήρε 2 βαθιές αναπνοές και τράβηξε απότομα το βέλος. Έβγαλε ένα μουγκρητό πόνου. Άφησε την ζώνη απο το στόμα και πήρε πολλές ανάσες για να ηρεμήσει. Ο πόνος δεν υποχώρησε. Ετοιμάστηκε για το τον δεύτερο γύρο. Ο Σένγκους πήγε στο σώμα της Μέλανις. Για μεγάλη της τύχη δεν είχε κάποιο βέλος πάνω της. Την σκούντηξε. Εκείνη άνοιξε τα μάτιας με την πρώτη.
«Είσαι καλά???» του έγνεψε καταφατικά και ανασηκώθηκε να δει τι γίνεται γύρω της. Ο Σένγκους άφησε την Μέλανι και πήγε στους άλλους. Μια κραυγή πόνου ακούσε πίσω του. Ήταν ο Γκαμπλ. Πήγε πάνω στον Μίχαελ και στον Έντι, ήταν και αυτοί ζωντανοί αλλά τραυματισμένοι. Τελευταίο άφησε τον νάνο. Έφτασε κοντά του και είδε 3 βέλη καρφωμένα στο στήθος του. Πήγε απο πάνω του. Έσκυψε να δει αν αναπνέει.
«Μονό και τολμήσεις να με κλέψεις άθλιο χάφλινγκ» είπε ο Μπρέγκαρ και έβηξε. Γύρισε στο πλάι και έφτυσε μια ποσότητα σάλιου με αρκετό αίμα.
«Δεν είχα τέτοια προδιάθεση» απάντησε ο Σένγκους.
«Καλά άστα αυτά τώρα. Βοηθησέ με να βγάλω τα βέλη»
«Μα θα πονέσεις αν τα τραβήξω έτσι!!!!»
«Κάνε αυτό που σου λέω» είπε ο Μπρέγκαρ και σηκώθηκε με δυσκολία απο το πάτωμα. «Έλα τράβα τα, ένα ένα»
Ο Σένγκους πλησίασε τον νάνο. Έπιασε το πρώτο βέλος. «Κάντο απότομα, χάφλινγκ» Ο Σένγκους ακολούθησε τα λόγια του νάνου. Τράβηξε με δύναμη. Ο νάνος κράτησε τον πόνο του μέσα, μόνο ξεφύσαγε γρήγορα. Ο Σένγκους δεν περίμενε και πολλή. Τράβηξε το δεύτερο, το έβγαλε και αυτό. Ο νάνος κοίταζε με μίσος τον Σένγκους. Σειρά είχε το τρίτο βέλος. Το έπιασε. Το τράβηξε, αυτό ήταν πιο δύσκολο να βγεί. Οι φλέβες και τα νεύρα του νάνου έγιναν εμφανές. Ξανατράβηξε το βέλος, αυτή την φορά το έβγαλε μαζί με κομμάτια δέρματος και τρίχες λουσμένες με αίμα. Μόλις ένιωσε το βέλος να βγαίνει. Ο νάνος έβγαλε μια κραυγή και γύρισε και έδωσε μια μπουνιά στον τοίχο και λιποθύμησε.
Όταν ξύπνησε ο νάνος βρέθηκε σε ένα άλλο δωμάτιο, πρόσεξε ότι του είχαν βγάλει την πανοπλία και είχε επιδέσμους στο στήθος. Κοίταξε γύρω του. Είδε τον Σένγκους με την Μέλανι και με τον Γκάμπλ να μιλάνε.
«Που είμαστε???» ρώτησε ο νάνος
«Ξύπνησες??? Νομίζαμε ότι θα σε χάναμε» είπε η Μέλανι και συνέχισε «είμαστε σε ένα δωμάτιο παγιδευμένοι....»
«Τι???? Πως έγινε αυτό???Καταραμένο χάφλινγκ πάλι έβαλες το χεράκι σου???»
«Αφήστε τις έχθρες για τώρα»
Η Μέλανι ανάλαβε να ενημερώσει τον Μπρέγκαρ τι ακριβώς έγινε όση ώρα κοιμόταν. Του είπε ότι ο Μίχαελ και ο Έντι υπέκυψαν στα τραυματά του και τους άφησαν στο διάδρομο με τα βέλη, μετά προχώρησαν λίγο και βρήκαν αυτό το δωμάτιο. Μόλις μπήκαν μέσα όμως η πόρτα έκλεισε απότομα και παγιδεύτηκαν εκεί. Ακόμα του περιποιήθηκαν τα τραύματα.
«Δηλαδή δεν έχουμε τρόπο να βγούμε έξω απο εδώ???» είπε ο νάνος που φόραγε το τελευταίο κομμάτι απο την πανοπλία του.
«Ακριβώς» είπε το χάφλινγκ
«Μην μιλάς εσύ»
Εν τω μεταξύ η Μέλανι πήγε προς την όρθια σαρκοφάγος να συνεχίσει την εξετασή της. Μετά απο λίγα λεπτά ανέφερε ότι ίσως βρήκε την λύση. Έβγαλε το προσωπείο που είχε απο την τσάντα της. Οι άλλοι τρεις την πλησίασαν.
«Αν βάλω αυτό στην σαρκοφάγο ίσως καταφέρουμε να βγούμε απο εδω μέσα...» δεν περίμενε να πουν κάτι οι άλλοι και έβαλε το προσωπείο στην σαρκοφάγο. Κούμπωσε μια χαρά. Περίμεναν με κομμένη την ανάσα τη θα συμβεί. Ένας θόρυβος ακούστηκε στο δωμάτιο, πέτρα να σέρνεται πάνω σε πέτρα.

Η Κρύπτη της Μούμιας (Μέρος 5ο)

Για άλλη μια φορά η Μέλανι μπήκε στον ναό σαν κλέφτης. Μπήκε τελευταία, έριξε μια ματιά πίσω της μήπως τους είδε κάποιος, η ανησυχία της μεγάλη, κάτι δεν της πήγαινε καλά. Έκλεισε την πόρτα, ο Σένγκους βρισκόταν στην άλλη πόρτα που βγάζει στο ιερό, προσπαθούσε να την ξεκλειδώσει. Οι υπόλοιποι δεν μιλούσαν, διάφορες σκέψεις περνούσαν απο το μυαλό τους. Ο Σένγκους έκανε κάποια δευτερόλεπτα να την ξεκλειδώσει, μόλις την άνοιξε γύρισε στους άλλους και έκανε νόημα με τον αντιχειρά του προς τα πάνω ότι όλα ήταν μια χαρά. Πήγε να την ανοίξει. Την είχε ανοίξει κάπως, αλλά την έκλεισε γρήγορα. Γύρισε στους όλους που δεν κατάλαβαν για ποιο λόγο έκλεισε πάλι την πόρτα, το μόνο που είδαν είναι το πρόσωπο του χάφλινγκ. Κούνησε το ξεφάλι δεξιά και αριστερά και έσμιξε τα χείλη του. Κάτι δεν πήγαινε με το σχέδιο.
Ψιθύρισε «Είναι 2 άτομα απο έξω και κάθονται στους πάγκους…» Όλοι κοιτάχτηκαν, η αποστολή δεν ξεκίνησε ακόμα και πήγαινε στραβά. Μαζεύτηκαν όλοι εκτός του Έντι που έστησε αυτί στην πόρτα στην περίπτωση που ήθελε κάποιος να μπει. Οι υπόλοιποι χαμηλόφωνα πρότειναν προτάσεις την να κάνουν.
«Δεν γίνεται να μπούμε μέσα!!! Καλύτερα να φύγουμε και να έρθουμε αύριο» πρότεινε ο Μπρέγκαρ. Ο Γκαμπλ και ο Μίκαελ συμφώνησαν χωρίς να μιλήσουν. Απο την άλλη η Μέλανι και ο Σένγκους έδειξαν ότι δεν συμφωνούσαν με την πρόταση του νάνου.
«Δεν συμφωνώ, δεν πρέπει να χάσουμε την αποψινή ευκαιρία. Όσο το αναβάλλουμε μπορεί να μας ψυλλιαστεί κανείς ή να μας δει…» είπε ο Σένγκους
Ο Γκαμπλ έσπασε την σιωπή του, το πρόσωπο του Μπρέγκαρ κοκκίνησε.
«Και τι προτείνεις να κάνουμε??? Έχεις κάποιο εναλλακτικό σχέδιο???»
«Δυστηχώς δεν περίμενα τέτοια εξέλιξη…» το μόνο που ξεστόμισε ο Σένγκους δίχως να προτείνει κάτι άλλο.
«Νομίζω ότι έχω εγώ κάποιο σχέδιο…» ανέφερε η Μέλανι που περίμενε να ακούσει τις προτάσεις των άλλων πριν μιλήσει. Όλοι γύρισαν και την είδαν με προσοχή.
«Λοιπόν απο ότι καταλαβαίνω θέλετε να ακούσετε το σχεδιό μου!!! Αυτό που προτείνω είναι να τους κοιμήσουμε!!!»
«Πως??? Θα τους πούμε παραμυθάκια και θα κοιμηθούν» διέκοψε ο Μπρέγκαρ που δεν καταλάβαινε το σχέδιο της Μέλανι
«Αν περιμένεις λίγο θα σου λυθούν όλες οι απορίες» ο Μπρέγκαρ ένιωσε σαν μικρό παιδάκι που το μαλώνουν παρόλο που ήταν 183 χρονών πατημένα.
Η Μέλανι συνέχισε «Υπάρχει κάποια ξόρκι που μπορεί να τους κοιμίσει σαν πουλάκια. Το μόνο που πρέπει να κάνω είναι να πάω μέσα στο κύριο ναό.» κοίταξε τους άλλους μήπως είχαν καμία απορία. Συνέχισε «Μετά θα σας κάνω ένα ξόρκι που θα σας κάνει αόρατους για λίγη ώρα. Έτσι θα μπορέσουμε να ασχοληθούμε με το άνοιγμα της κρύπτης. Τι λέτε???» τελείωσε η Μέλανι και περίμενε την επιβεβαίωση των υπολοίπων. Ένας ένας άρχισαν και συμφωνούσαν είτε γνέφοντας καταφατικά είτε με ένα απλό εντάξει, δίνοντας το πράσινο φως στην Μέλανι να εφαρμόσει το σχεδιό της.
«Ωραία!!! Μέχρι να τελειώσω μέσα θέλω να μασήσετε αυτό» Η Μέλανι έβγαλε απο το πουγκί της ένα καθέ πράγμα. Ο Σένγκους πρόσεξε ότι κάτι τέτοιο είχε μασήσει χθες η Μέλανι πριν εξαφανιστεί. Τους έδωσε απο ένα μικρό κομματάκι. Το καθέ πράγμα ήταν εύπλαστο στα χέρια. Έβαλε και ένα στο στόμα της η Μέλανι για να ενθαρρύνει και τους άλλους. Τελευταίος το έβαλε ο Μπρέγκαρ που τόση ώρα το κοιτούσε με περιέργεια και αηδία. Το έβαλε δειλά στην αρχή, μετά άρχισε το μάσημα, δεν είχε κάποια γεύση, η υφή του έμοιαζε με ζύμη αλλά αυτό δεν έλιωνε απλά άλλαζε σχήμα με κάθε μάσημα. Η Μέλανι το έβγαλε όπως την προηγούμενη νύχτα και πήρε μια βλεφαρίδα απο το μάτι της. Κινήθηκε προς την πόρτα. Σταμάτησε για λίγο, οι άλλοι άκουγαν να μιλάει ψιθυριστά, και απο την μία στιγμή στην άλλη εξαφανίστηκε μπρος στα μάτια τους. Δεν φαινόταν πουθενά.
Το χερούλι της πόρτα κατέβηκε προς τα κάτω και η πόρτα άνοιξε μερικά εκατοστά. Οι άλλοι περίμεναν με αγωνία την Μέλανι, μάσαγαν το περίεργο υλικό που τους έδωσε η Μέλανι. Τα δευτερόλεπτα έμοιαζαν με ώρες με την τόση αγωνία που τους διακατείχε. Μια φωνή τους τίναξε απο την θέση τους σαν ελατήρια. Κοίταξαν αριστερά, δεξιά. Η φωνή του μίλησε πάλι, η Μέλανι τους μιλούσε. Κοίταξαν όλοι προς την πόρτα, στο κενό. Ένιωθαν σαν χαζοί που δεν μπορούσαν να δουν την Μέλανι.
«Τα πιτσουνάκια μου κοιμούνται του καλού καιρού. Αλλά δεν έχουμε και πολύ ώρα!!!» Το περίγραμμα της Μέλανι έκανε την εμφανισή του και σιγά σιγά επανήλθε πάλι
«Λοιπόν οι κινήσεις μας πρέπει να είναι γρήγορες και αποτελεσματικές. Θέλω να βγάλετε μια βλεφαρίδα απο το μάτι σας.» πρόσταξε η Μέλανι και οι υπόλοιποι έκαναν πράξη τα λόγια τους.
«Τώρα βγάλτε αυτό που σας έδωσα απο το στόμα σας και κάντε ένα βολάκι με την βλεφαρίδα μέσα του» Έκαναν το βολάκι και περίμεναν την Μέλανι να τους πει την συνέχεια. «Τέλος ελάτε όλοι πιο κοντά να κάνουμε ένα κύκλο. Θέλω να κρατήσετε το βολάκι με τα δυο χέρια σας μπροστά σας» Μόλις έγινε ο κύκλος, η Μέλανι έκλεισε τα μάτια της και ξανάρχισε το μουρμουρητό. Τώρα την άκουγαν πιο καθαρά αλλά δεν μπορούσαν να καταλάβουν σε τι γλώσσα τα έλεγε. Η φωνή της άλλαξε χροια έγινε πιο βαθιά και απόμακρη, το ξόρκι έφτανε στο τέλος. Άνοιξε τα μάτια. Στην αρχή δεν είδε κάνεις αλλάγη. Αυτό άλλαξε μέσα σε δευτερόλεπτα. Κοιτούσαν ο ένας τον άλλο που εξαφανιζόταν. Μέτα κοίταξαν τα χέρια τους, εξαφανίζονταν και αυτοί. Ο Σένγκους πρόσεξε τα χέρια του, μετά εξαφανίστηκαν το πόδια του και ανέβαινε προς τα πάνω. «Φοβερό!!!» αναφώνησε πριν εξαφανιστεί εντελώς.
«Στην αρχή θα σας φανεί περίεργο, αλλά θα το συνηθίσετε γρήγορα» είπε η Μέλανι. Σαν απάντηση είδε να φεύγει απο το τραπέζι μια τεράτια κατσαρόλα και να πέφτει με κρότο στο πάτωμα. Πάγωσαν όλοι με τον θόρυβο. Τους κόπηκε η ανάσα, σκέψεις πέρασαν σαν αστραπές απο το μυαλό τους.
«Συγγνώμη!!! Αλλά δεν είμαστε συνηθισμένοι οι νάνοι σε τέτοια κόλπα» Κανείς δεν απάντησε και ευτυχώς που ο Μπρέγκαρ δεν μπορουσέ να δει τις εκφράσεις των άλλων πως τον κοίταζαν. Η Μέλανι πήγε στην πόρτα να δει αμα ξύπνησε κανείς με τον θόρυβο. Τίποτα.
«Δεν ξύπνησε κανείς απο ότ βλέπω. Ας είμαστε πιο προσεχτικοί απο εδώ και πέρα» Αν μπορούσε να δει η Μέλανι θα έβλεπε τους άλλους να συμφωνούν καταφατικά. «Ας πάμε μέσα να ριχτούμε στην δουλειά, δεν θα κρατήσει και πολύ το ξόρκι». Βγήκαν όλοι έξω, η Μέλανι έμεινε τελευταία να κλείσει την πόρτα. Για να μην μπερδευτούν μεταξύ τους συμφώνησαν να μιλούν μονολεκτικά. Το ξόρκι του δυσκόλευε πολύ, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι διαφορετικό. Μέχρι να φτάσουν στον βωμό, πάτησαν ο ένας τον άλλο ουκ ολίγε φορές. Ο πόνος ήταν βουβός και οι φωνές πνίγοταν στην σιωπή. Έφτασαν στον βωμό. Ο Σένγκους έδωσε το βιβλίο στην Μέλανι. Θα τους καθοδηγούσε την να κάνουν. Κινήθηκε κυκλικά στον βωμό. Έπεσε πάνω σε κάποιον «Εεεε, πρόσεχε λίγο, υπάρχουν νάνοι εδω κάτω»
«Συγνώμη κάλε μου Μπρέγκαρ, δεν θα ξαναγίνει» απολογήθηκε η Μέλανι. Πήγε στην πλευρά που βρήκαν τα χθεσινά σημάδια. Τα κοίταξε άλλη μια φορά. Έφερε τα μακριά ξωτικά δαχτυλά της πάνω τους, τα περιεργάστηκε. Η διαφορά απο τα άλλα φαινόταν ελάχιστη, αλλά υπήρχε.
«Κάντε ένα βήμα πίσω»
Ακούστηκε κάποιος να πέφτει, δεν έδωσε σημασία. «Μια χαρά είμαι» ακούστηκε η φωνή του Μίχαελ. Η Μέλανι βρήκε δυο τέτοια σημάδια. Άφησε κάτω το βιβλίο. Ακούμπησε τα χέρια της πάνω τους. Τα πίεσε. Κάτω απο την πίεση των χεριών υποχώρησαν μέσα. Έβγαλε τα χέρια της. Τα σημάδια έμειναν μέσα. Θόρυβος ακούστηκε κάτω απο τον βωμό. Σαν γρανάζια που γυρίζουν. Ο θόρυβος έγινε κίνηση. Ο βωμός μετακινήθηκε απο μπροστά της προς την πλευρά των δωματιών του ναού.
Πλησίασαν όλοι να δουν. Αποκαλύφθηκε μια είσοδος με σκαλοπάτια που κατέβαιναν. Διέκριναν τα 4-5 πρώτα σκαλοπάτια οι περισσότεροι, μετά σκοτάδι. Η Μέλανι είδε λίγο περισσότερα ένω ο Μπρέγκαρ διέκρινε το τέλος της σκάλας.
«Δεν είναι πολύ βαθιά, βλέπω τα τέλος της σκάλας» αναφώνησε ο Μπρέγκαρ. Η Μέλανι χωρίς να την δουν οι όλοι, έβγαλε ένα μικρό φτερό απο πυγολαμπίδα, το έτριψε στην πανω πλευρά του κονταριού της. Μια δέσμη φωτός ξεπήδηξε απο την άκρη. Η σκάλα φωτίστηκε. Απο το παχύ στρώμα σκόνης που υπήρχε στα σκαλοπάτια κατάλαβαν ότι δεν είχε κατεβεί κανείς πρόσφατα την σκάλα.
Απο την άλλη την προσοχή του Έντι την τράβηξε η κίνηση των δυο κοιμισμένων νεαρών απο το ξόρκι την Μέλανι. Ένας απο τους δυο μάλλον κουνήθηκε. Ενώ είδε ότι το ξόρκι εξαφάνισης άρχισε να εξασθενεί. Το χέρι ήταν ημιδιαφανής, σε λίγο θα εμφανιζόταν ολόκληρος.
«Έχουμε ένα πρόβλημα!!!»
Γύρισαν όλοι προς τον Έντι που ξαναεμφανιζόταν. Εκείνος του έδειξε το χέρι του και μετά τους νεαρούς. Πρόσεξαν ότι τα παιδια θα ξυπνούσαν απο λεπτό σε λεπτό και εκείνοι θα είχαν χάσει την κάλυψη που τους πρόσφερε το αόρατο σώμα τους. «Γρήγορα μπείτε μέσα» πρόσταξε ο Γκαμπλ. Με το φως της Μέλανι κατέβηκαν τα σκαλοπάτια. Ο Σένγκους πάτησε ξανά τα δυο σημάδια και ο βωμός ξανάρχισε να κινείται ώσπου έκλεισε απο πάνω τους. Ήταν μέσα στην κρύπτη του ηγεμόνα.
«Χρειαζόμαστε περισσότερο φως, δεν μας φτάνει της Μέλανις». Για καλή τους τύχη φώνισαν το απόγευμα μερικούς δαυλούς απο το παζάρι. Ο Μίχαελ ανέλαβε να τους ανάψει. Ένα ζεστό πορτοκαλοκόκκινο χρώμα φώτισε τους αρχαίους τοίχους της κρύπτης. Μπροστά αποφασίστηκε να πάει ο Σένγκους με τον Μίχαελ για να εντοπίσουν τυχόν αρχαίες παγίδες. Στην μέση περπάταγε η Μέλανι με το φωτισμένο της κοντάρι παρέα με τον νάνο και τέλος πήγαιναν ο Γκαμπλ με τον Έντι. Που και που σταματούσαν μήπως υπήρχε κάποια παγίδα, έμεναν για λίγα λεπτά και μετά ξαναπερπατούσαν. Ο δρόμος δεν χωριζόταν πουθενά πήγαινε ευθεία με μια μικρή κλίση προς τα κάτω.
Περπατούσαν και δεν είχαν σταματήσει για αρκετή ώρα, ξαφνικά ο Σένγκους φρέναρε το βήμα του. Περπάταγε πιο αργά και ζύγιγε το κάθε του βήμα πριν προχωρήσει. Ο λόγος είναι ότι έφτασαν σε μια μεγάλη αίθουσα. Το χάφλινγκ μπόρεσε να την δει πιο γρήγορα χάρη στην όραση του. Οι υπόλοιποι δεν άργησαν να καταλάβουν για ποιο λόγο πήγαινε έτσι ο Σένγκους. Μπήκαν όλοι στην αίθουσα. Μια μεγάλη ψηλή αίθουσα γεμάτη με αγάλματα που έδειχναν πιο μεγάλα και απειλητικά υπο το φως των δαυλών. Ο Μπρέγκαρ διέκρινε ότι στην απέναντι πλευρά απο εκεί που ήρθαν, μια μεγάλη πέτρινη πόρτα.
«Είναι μια πόρτα εκεί» είπε ο νάνος. Όλοι κοίταξαν με δυσκολία, τελικά διέκριναν και αυτή την πόρτα. Πλησίασαν όλοι εκτός του Σένγκους και του Μίχαελ που κοιτούσαν με προσοχή τα αγάλματα. Παρίσταναν 2μετρες γυναίκες, κρατούσαν με το δεξί χέρι τους ένα πέτρινο σπαθί και το άλλο κρατούσε την κολόνά απο πάνω της. Κάτι του θύμιζαν του Σένγκους, κάτι ανέφερε το βιβλίο, δεν του ερχόταν στο μυαλό. Εν τω μετάξυ οι άλλοι βρέθηκαν μπροστά στην μεγάλη πέτρινη πόρτα. Είδαν κάτι που δεν είχε πρόσεξε ο Μπρέγκαρ. Δίπλα στην πόρτα ήταν μια καμπάνα, ενώ μια σκαλισμένη πρόταση υπήρχε πάνω στην πόρτα. Έλεγε «Ξένε αν δεν φοβάσαι να προχωρήσεις, τότε χτύπα την καμπάνα δυνατά και οι πόρτες θα ανοίξουν».
«Άλλο και τούτο» αναφώνησε ο Μπρέγκαρ
«Όντως τι είναι αυτό πάλι??? Κάποια παγίδα ή κάτι πασιφανές???» είπε ο Έντι.
«Μια λύση απομένει για να το μάθουμε» είπε ο Μπρέγκαρ και έπιασε το καμπανοκρούστη να χτυπήσει την καμπάνα
Ο Σένγκους πήγε πιο κοντά στα αγάλματα μήπως βρει κάποιο στοιχείο που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να θυμηθεί. Κάτι του ήρθε στο μυαλό, κάτι θυμήθηκε απο το βιβλίο. Μια αναφορά όπου έλεγε ότι τα αγάλματα θα ξυπνήσουν με το άκουσμα της καμπάνας. Γύρισε γρήγορα να ειδοποιήσει τους άλλους, αλλά ήταν αργά. Είδε τον Μπρέγκαρ να ετοιμάζεται να χτυπήσει την καμπάνα. Φώναξε, δεν τους πρόλαβε. Η φωνή του καλύφθηκε απο τον δυνατό χτύπο της καμπάνας. Ένας ήχος που του έμοιαζε σαν την χειρότερη μαχαιριά και οι αντίλαλοι σαν του μπήγουν πιο βαθιά το μαχαίρι. Οι επόμενες στιγμές άφησαν τους πάντες άφωνους. Πρώτα ένιωσαν κάτι σαν σεισμό μέσα στην αίθουσα, μετά είδαν πέτρες να πέφτουν απο το ταβάνι και οι κολόνες πάνω απο τα αγάλματα να υποχωρούν. Τα αγάλματα ζωντάνευσαν. Τα μάτια τους έβγαλαν ένα μπλε φως, πήδηξαν απο τα βάθρα που έστεκαν όρθια. Η πρόσκρουση με το έδαφος τράνταξε το πάτωμα και τα πλακάκια έσπασαν απο το βάρος τους. Και τα 3 αγάλματα σήκωσαν τα πέτρινα σπαθιά τους να επιτεθούν στους εισβολείς. Με το θέαμα που αντίκρυσαν με τα αγάλματα δεν μπορούσαν να πιστεύσουν με τι θα τα έβαζαν.
Πρώτος όρμησε ο νάνος με το τσεκούρι κρατημένο πάνω το κεφάλι του να ανεμίζει. Έφτασε σε απόσταση βολής, κατέβασε το τσεκούρι του στο άγαλμα. Όμως δεν περίμενε με τίποτα αυτό που επακολούθησε. Το χτυπημά του υπο κανονικές συνθήκες θα έβρισκε στόχο με την μια, αλλά τώρα έπεσε πάνω πέτρινο ξίφος. Το άγαλμα χωρίς να χάσει ευκαιρία σήκωσε με ορμή το ξίφοε προς τα πάνω, ο νάνος πέταξε στον αέρα και προσγειώθηκε πάνω σε μια πεσμένη κολόνα σπάζοντας την στα δυο. Ο Μπρέγκαρ δεν μπορούσε να κουνηθεί. Οι άλλοι είδαν με πόση ευκολία πέταξε στον αέρα τον νάνο, τον καλύτερο ίσως στην μάχη. Ο Σένγκους κατάφερε να κρυφτεί πίσω απο κάποια χαλάσματα μαζί με τον Μίχαελ και τα αγάλματα δεν του πήραν χαμπάρι, που πλησίαζαν του υπόλοιπους 3. ο Γκαμπλ δεν μπορούσε να μείνει με σταυρωμένα τα χέρια όρμησε προς τα αγάλματα, ακολούθησε και ο Έντι μαζί του. Η Μέλανι δεν έκανε κάποια επιθετική κίνηση. Έβγαλε ένα μικρό κυρτό φτερό πουλιού. Έκανε άλλο ένα ξόρκι. Μόλις τελείωσε την υλοποίηση μια αύρα απο μπλέ φως τυλίχτηκε γύρω της και πήρε την μορφή μια βαριάς πανοπλίας και εξαφανίστηκε. Οι επιθέσεις του Γκαμπλ του Έντι δεν προξένησαν καμιά ζημιά στα αγάλματα, το μόνο που έκαναν είναι να ασχοληθούν μαζί τους τα αγάλματα. Ο Μπρέγκαρ σηκώθηκε απο το πάτωμα. Το άγαλμα τον νευρίασε για τα καλό. Ένιωσε το αίμα του στις φλέβες να κυλάει καυτό και γρήγορα, οι κόρες των ματιώ του μίκρυναν και νεύρα πετάχτηκαν στο δέρμα του. Πέταξε το τσεκούρι και έβγαλε το «κεφαλοσπάστη» ένα σφυρί με τεράστια κεφάλι και μια μακριά χοντρή λαβή, το κράτησε στα χέρια του. Κοίταξε με μίσος το άγαλμα. Μια κραυγή ξεπετάχτηκε απο τα σωθικά του. Όλοι έστω και στιγμαία είδαν τον νάνο που έμοιαζε τόσο τρελαμένος, τόσο θυμωμένος, δεν θα ήθελαν να βρεθούν στο δρόμο του. Ο Μπρέγκαρ κάλυψε με 4 μεγάλα βήματα και κατέβασε το σφυρί στα πλευρά του αγάλματος, εκείνο απο την ορμή και την δύναμη του χτυπήματος πισωπάτησε ένα βήμα πριν ακουστεί ένα υπόκωφο ‘κρακ’. Το άγαλμα δεν έκανε άλλη κίνηση, έσπασε σε κομμάτια και έπεσε κάτω. Ο Μπρέγκαρ κοίταξε γύρω να δει τον επόμενο στόχο.
Η Μέλανι δεν πρόσεξε ότι το άλλο άγαλμα ετοιμαζόταν να κατεβάσει το πέτρινο ξίφος στο κεφάλι της να το λιώσει. Απέφυγε τελευταία στιγμή το ξίφος που χτύπησε το πάτωμα και δημιούργησε μια μεγάλη ρωγμή στο πάτωμα. Το άγαλμα δεν έχασε ευκαιρία και ετοιμάστηκε να κάνει πάλι επίθεση στην Μέλανι. Μόνο που τώρα ήταν προετοιμασμένη. Χωρίς να χάσει στιγμή έβγαλε ένα μικρό κομμάτι πηλού απο μια τσέπη του παντελονιού της. Με το αριστερό χέρι τον έπλασε. Το άγαλμα κατέβασε πάλι το ξίφος. Η Μέλανι σήκωσε το δεξί της χέρι και φώναξε δυνάτα, ένας τσιριχτός ήχος βγήκε απο το στόμα της, όλοι κράτησαν τα αυτιά τους, τους τρυπούσε τα αυτιά. Μα το χειρότερο είναι ότι μόλις έφτασε σε απόσταση αναπνοής το ξίφος, θρυμματίστηκε σε πάρα πολλά μικρά κομματάκια πέτρας. Μια βροχή απο πετρούλες έπεσε στο πρόσωπο της Μέλανι. Το άγαλμα κοίταξε απορημένα τα χέρια του. Η Μέλανι βρήκε την ευκαιρία που περίμενε. Είπε δυνατά μερικά λόγια στην γλώσσα της μαγείας και πέταξε τον κομμάτι που έπλαθε στο άγαλμα. Χτύπησε πάνω στο άγαλμα και έπεσε στο έδαφος. Το άγαλμα δεν κατάλαβε τίποτα, μέχρι που έκανε το επόμενο βήμα του. Μόλις πήγες να σηκώσει το πόδι έμεινε κολλημένο εκει πέρα, πήγε να κάνει βήμα με το άλλο, πάλι τα ίδια. Το άγαλμα κόλλησε στο πάτωμα δεν μπορούσε να κάνει βήμα. Σαν μην έφτανε αυτό ο νάνος ήρθε απο πίσω και χτύπησε την πλάτη του αγάλματος. Κομμάτια έπεσαν απο το άγαλμα, μόνο τα πόδια του έμειναν όρθια. Ο Σένγκους τόση ώρα έμενε κρυμμένος, βλέποντας τον Μπρέγκαρ να διαλύει τα αγάλματα. Όμως ο Μίχαελ δεν μπορούσε να βλέπει τους άλλους να παλεύουν και να κάθεται άπραγος. Πέρασε ένα βέλος στο τόξο και έριξε, έπεσε πάνω στο άγαλμα. Το μόνο που έγινε είναι να πέσει το βέλος σπασμένο σε δυο κομμάτια στο πάτωμα. Ο Γκαμπλ και Έντι έκαναν επιθέσεις δίχως αντίκρυσμα. Έκαναν γρατζουνιές πάνω στη πέτρα. Δεν ήξεραν πως να αντιμετωπίσουν αυτόν τον εχθρό. Ο μόνος που κατάφερνε κάτι απέναντι στα σε αυτά τα κατασκευάσματα ήταν ο νάνος με το σφυρί του. Και το πρόσεξαν πόσο αποτελεσματικός ήταν ο Μπρέγκαρ. Ο νάνος μετά την καταστροφή του 2ου αγάλματος γύρισε στο τελευταίο. Ένιωσε ότι η φούντωση, η οργή, που ένιωθε θα έφτανε σύντομα στο τέλος της. Έβγαλε μια τελευταία κραυγή και όρμηξε. Χτύπησε σαν κεραυνός. 2 γρήγορες κινήσεις έφτασαν να ρίξουν το άγαλμα. Πρώτα χτύπησε το δεξί χέρι που κρατούσε το ξίφος, διαχωρίζοντας το απο το υπόλοιπο σώμα. Χωρίς να υπάρχει φόβος απο το ξίφος, έριξε μια στριφογυριστή σφυριά στο κεφάλι. Το άγαλμα έμεινε ακέφαλο, χάνοντας την ενέργεια που το κρατούσε έπεσε προς τα εμπρός. Ο Μπρέγκαρ πήδηξε αριστερά να αποφύγει τους τόννους πέτρας. Ένα μικρό σύννεφος σκόνης γέμισε την αίθουσα. Μόλις κατακάθισε σκόνη το μόνο που επικρατούσε στην αίθουσα είναι χαλάσματα και τα σπασμένα σώματα απο τα αγάλματα. Ο Μπρέγκαρ πήρε μερικές ανάσες απο την μάχη που έδωσε. Ιδρώτας έτρεχε στο σκονισμένο προσωπό του δημιουργώντας μικρά αυλάκια απο λάσπη. Όλοι χάρηκαν που κατάφεραν και γλύτωσαν απο αυτόν τον κίνδυνο. Πήραν μερικές ανάσες. Η Μέλανι έδωσε συγχαρητήρια στον Μπρέγκαρ που κατάφερε και τους ξελάσπωσε σε αυτή την δύσκολη στιγμή που τα κοινά όπλα δεν έκαναν τίποτα. Ο Σένγκους βγήκε απο την κρυψώνα του.
«Τι τον συγχαίρεις αν δεν έκανε του κεφαλιού του και δεν χτύπαγε την καμπάνα δεν θα ζωντάνευαν τα αγάλματα» είπε ο Σένγκους
«Μας κοροϊδεύεις, εξυπνάκια??? Που ήσουν όταν χτυπάγαμε την καμπάνα??? Και τώρα που σε βλέπω δεν είδα να παίρνεις μέρος στην μάχη...που κρυβόσουν???» φώναξε ο νάνος φανερά νευριασμένος με τα καμώματα του χάφλινγκ.
«Τέλοσπαντων, άλλη φορά μην κάνετε του κεφαλιού σας. Πάμε???», ο Σένγκους άλλαξε την κουβέντα για να μην δώσει εξηγήσεις. Η πέτρινη πόρτα ήταν ανοιχτή. Πήραν τους δαυλούς που πέταξαν πριν για την μάχη. Ο Σένγκους ξαναπήγε πρώτος. Οι υπόλοιποι ακολούθησαν καταπόδας. Μόλις έφτασαν στην πόρτα μια μυρωδιά σαπίλας έφτασε στα ρουθούνια τους. Δεν μπορούσαν να φανταστούν τι μπορεί να συναντούσαν στο δρόμο τους. Μπήκαν στην ανοιχτή πόρτα.

Η Κρύπτη της Μούμιας (Μέρος 4ο)

Η Μέλανι ακολούθησε το χάφλινγκ. Άνοιξε την πόρτα και μπήκαν μέσα.
Κράτησε την αναπνοή της για να μην ακουστεί. Η καρδία της χτύπαγε γρήρορα, την άκουγε. Την έκανε να πανικοβληθεί μήπως την ακούσουν. Ο Σένγκους προχωρούσε μπροστά της. Κοιτούσε προσεχτικά. Δεν υπήρχει φωτισμός μέσα παρά μόνο ελάχιστο που έμπαινε απο την πόρτα που μπήκαν. Αυτό δεν ήταν πρόβλημα ούτε για την Μέλανι ούτε και για τον Σένγκους, τα μάτια τους είναι συνηθισμένα σε μέρη που δεν έχει πολύ φωτισμό. Το δωμάτιο που μπήκαν έμοιαζε με κουζίνα. Ένα μεγάλο τραπέζι στο κέντρο του δωματιού, κατσαρολικά κρεμασμένα στους τοίχους και κάπου ένας νεροχύτης με ένα κουβά ακουμπησμένο πάνω του. Προχώρησαν πιο μέσα στο δωμάτιο. Κινήθηκαν σε μια πόρτα που απο την κάτω χαραμάδα έμπαινε αμυδρό φως που τρεμόπαιζε. Ο Σένγκους ακούμπησε το αυτί του στην πόρτα. Αφουγκράστηκε, μήπως υπήρχε κάποιος πίσω απο την πόρτα. Η Μέλανι στεκόταν ακριβώς πίσω του. Έριξε μια ματιά στην κλειστή πόρτα. Μόλις κατάλαβε ότι την ξέχασε ανοιχτή. Σήκωσε το χέρι της. Αυτή την φορά δεν είπε κάτι, είχε εκπαιδευτεί να κάνει ξόρκια χωρίς λόγια, αλλά τα απόφευγε γιατί απαιτούσαν περισσότερη ενέργεια απο την κανονική. Ένα πανομοιότυπα χέρι υλοποιήθηκε λίγο πιο μπροστά απο το δικό της. Το έβλεπε μόνο εκείνη. Κούνησε το χέρι και κατευθύνθηκε προς την ανοιχτή πόρτα. Την μαγικό χέρι έσπρωξε όσο πιο απαλά μπορούσε την πόρτα. Έτριξε λίγο καθώς έκλεινε. Ο Σένγκους τινάχτηκε προς τα πίσω και με μια αστραπαία κίνηση κράταγε στο αριστερό χερι του ένα μικρό μαχαίρι.
«Ηρέμησε εγώ το έκανα» ανέφερε η Μέλανι
«Με κατατρόμαξες!!!» ψιθύρισε ο Σένγκους. «Μπορούμε να μπούμε, δεν άκουσα κάτι!!!» συνέχισε ο Σένγκους.
«Ωραία!!! Κάνε τα κόλπα σου πάλι για να μπούμε...» του είπε η Μέλανι.
Ο Σένγκους δεν έβγαλε τα εργαλεία του. Έβαλε το χέρι του πάνω στο πόμολο, το γύρισε πάρα πολύ αργά. Άκουσε την γλώσσα να μπαίνει μέσα στην κλειδαριά. Έσπρωξε την πόρτα προς τα μέσα για άλλη μια φορά αργά και προσεχτικά. Η πόρτα δεν έκανε κάποιο θόρυβο και οι δύο ανακουφίστηκαν. Την άνοιξε ίσα ίσα να χωρέσουν να περάσουν, δεν ήθελε να το διακινδυνεύσει να κάνει θόρυβο η πόρτα. Κοίταξε. Είδε ότι βγήκαν σε ένα μεγάλο θάλαμο, στο κύριο μέρος του ναού. Σειρές με στασίδια έπιαναν το μεγαλύτερο χώρο. Υπήρχαν πολλά μανουάλια με αναμμένα κεριά ενώ οι τοίχοι είχαν ζωγραφιές του θεού Πέλορ με τα κατορθωματά του. Ο Σένγκους έκανε μερικά βήματα πιο μέσα για να μπεί και η Μέλανι.
Μπήκε και η Μέλανι είδε και εκείνη που βγήκαν. Πρόσεξε τις τεράστιες δίφυλλες πόρτες, αλλά τώρα απο την μέσα πλευρά. Ενώ απο την αντίθετη πλευρά είναι το ιερό και αριστερά και δεξιά είδε διαδρόμους, μάλλον θα έβγαζαν στα δωμάτια του ιερέα και των μαθητευόμενων.
«Πάμε στο κέντρο του ιερού, εκεί βρίσκεται η είσοδος σύμφωνα με το βιβλίο»
«Ελπίζω να έχεις δίκιο, για να μην μας πιάσουν χωρίς να βρούμε τίποτα» παρατήρησε η Μέλανι. Ο Σένγκους έκανε πως δεν την άκους και προχώρησε στις μύτες των ποδιών του όσο πιο αθόρυβα μπορούσε στο ιερό. Η Μέλανι έκανε το ίδιο χωρίς να ακουστεί. Έφτασαν σε ένα βωμό που υπήρχε στο κέντρο του ιερού. Ο Σένγκους έβγαλε το βιβλίο και το ακούμπησε στο βωμό για να το μελετήσει.
«Λοιπόν σύμφωνα με το βιβλίο ο βωμός έχει μερικά σημάδια σαν αυτά» και έδειξε στην Μέλανι το βιβλίο. Δεν έχασαν χρόνο ξεκίνησαν να ψάχνουν για τα σημάδια. Κοιτούσαν προσεχτικά όλες τις πλευρές του βωμού. Ένας ήχος τους πάγωσε και τους δυο στις θέσεις τους. Σήκωσε ο Σένγκους πρώτος το κεφάλι του και κάρφωσε το βλέμμα του στην Μέλανι. Εκείνη είδε το χάφλινγκ
«Δεν ήμουν εγώ» διάβασε στα χείλη της Μέλανι, ο Σένγκους. Βήματα άκουσαν να περπατάνε στο μαρμάρινο δάπεδο, κάποιος ερχόταν προς το μέρος τους. Ο Σένγκους σηκώθηκε γρήγορα και με μια κολοτούμπα κρύφτηκε πίσω απο μια σειρά στασίδια. Απο την άλλη η Μέλανι δεν προλάβαινε να κάνει κάτι τέτοιο, είχε εμπόδιο το βωμό. Τα βήματα πλησίαζαν , έπρεπε να κάνει κάτι. Κοίταξε στο δεξίο διάδρομο όπου ερχόταν κάποιος. Είδε το Σένγκους να της νόημα να κάνει κάτι γρήγορα. Το μυαλό της γέμισε με λέξεις απο ξόρκια, προσπαθούσε να θυμήθει ένα συγκεκριμένο. Το θυμήθηκε, σε λίγο όποιος και να ήταν θα εμφανιζόταν, δεν απείχε και πολύ μακριά. Τράβηξε μια βλεφαρίδα απο το μάτις της, το άλλο χέρι της βυθίστηκε σε ένα μεγάλο πουγκί, έψαχνε κάτι αγωνιωδώς. Ο Σένγκους κοίταζε μια την Μέλανι, μία τον δεξιό διάδρομο. Η Μέλανι έβαλε κάτι στο στόμα της και μάσησε, το έβγαλε αμέσως, με τα δυο χέρια της έπλασε αυτό που μάσαγε με την βλεφαρίδα. Άρχισε να ψιθυρίζει. Ο Σένγκους είδε στον διάδρομο είδε ένα πόδι να εμφανίζεται. Η Μέλανι την ίδια στιγμή ξεθώριαζε. Μια φιγούρα ενός νεαρού άνδρα έκανε την εμφανισή. Η Μέλανι μόλις που εξαφανίστηκε τελείως. Είδε τον νεαρό να πλησιάζει προς το μέρος της. Κράτησε την αναπνοή της. Πέρασε απο μπροστά της χωρίς να καταλάβει τίποτα. Ο Σένγκους κοίταζε απο την σκοτεινή κρυψώνα του. Ο νεαρός μπήκε στην κουζίνα. Κανένας απο τους δυο δεν κουνήθηκε. Η Μέλανι έπαιρνε μισές αναπνοές. Ο νεαρός βγήκε έκλεισε την πόρτα της κουζίνας και ξαναπέρασε δίπλα απο την Μέλανι χωρίς να καταλάβει τίποτα για άλλη μια φορά. Χάθηκε στο διάδρομο. Στιγμές πιο μετά άκουσαν και την πόρτα του να κλείνει. Η Μέλανι ανάσαινε κανονικά. Ο Σένγκους βγήκε απο την κρυψώνα του και πήγε στο βωμό.
«Μέλανι???» ρώτησε και ένιωσε ηλίθιος που δεν ήξερε που ήταν η Μέλανι.
Άκουσε μια φωνή αριστερά του. Η Μέλανι έπαιρνε πάλι την ορατή μορφή της.
«Πήρα μια τρομάρα ότι δεν θα κατάφερνες να κρυφτείς.» είπε ο Σένγκους. «Ας ρίξουμε άλλη μια ματιά στο βωμό και να φύγουμε χωρίς να έχουμε καμιά άλλη δυσάρεστη επίσκεψη»
Ρίχτηκαν και οι δυο να ψάχνουν τον βωμό. Η Μέλανι μάλλον πρόσεξε ένα ίδιο σημάδι σαν αυτό του βιβλίου. Φώναξε κοντά της τον Σένγκους. Του έδειξε το σημάδι για να το συγκρίνει με το βιβλίο. Άνοιξε το βιβλίο, το έφερε κοντά στο σημάδι του βωμού. Προς μεγάλη τους χαρά το σημάδι ήταν ακριβώς το ίδιο με αυτό του βιβλίου. Σίγουρα ο τάφος του ηγεμόνα ήταν εκεί και τους περίμενε. Το χάφλινγκ χωρίς να το πολυκουβεντιάσει μάζεψε το βιβλίο και πρότεινε στην Μέλανι να φύγουν χωρίς καθυστερήσεις. Η Μέλανι έκανε ένα νεύμα ότι συμφωνεί. Σηκώθηκε και μαζί με τον Σένγκους πήγαν στην πόρτα της κουζίνα που την έκλεισε ο νεαρός ιερέας. Ο Σένγκους την άνοιξε πιο προσεχτικά απο πριν. Μπήκαν μέσα, η Μέλανι έκλεισε την πόρτα ήσυχα. Πλησίασαν στην πόρτα που έβγαζε έξω στα πλαϊνά του ναού. Η Μέλανι σκέφτηκε πόσο καλά έκανε που έκλεισε πριν την πόρτα. Δεν χρονοτρίβησαν, βγήκαν στο σοκάκι. Η Μέλανι πήγε στην άκρη του στενού να φυλάξει τσίλιες όσο το χάφλινγκ ξανακλείδωνε την πόρτα. Που και που έβλεπε πίσω αν τελείωσε το χάφλινγκ. Δεν άργησε να έρθει δίπλα της. Χωρίς να μιλήσουν πέρασαν γρήγορα το δρόμο και χάθηκαν μέσα στα στενάκια τους Frost stone. Περπατούσαν με προσοχή, μην τυχό και πέσουν σε καμιά περίπολο. Με χίλιες προφυλάξεις έφτασαν στο «Μεθυσμένο Γουρούνι». Το σκηνικό δεν είχε αλλάξει και πολύ. Ο Μπρέγκαρ κοιμόταν στο τραπέζι, ενώ ο πανδοχέας κοιμόταν πάνω στο πάγκο του. Ανέβηκαν τα σκαλοπάτια για τα δωματία τους.
«Θα τα πούμε το πρωί με τους άλλους» μίλησε πρώτα η Μέλανι. Ο Σένγκους σήκεωσε τον αντιχειρά του προς τα πάνω και έκλεισε γροθιά τα υπόλοιπα δάχτυλα, έκανε το σήμα ότι συμφωνούσε. Έκλεισαν τις πόρτες τους. Η Μέλανι κοιμήθηκε αμέσως. Ο Σένγκους δεν ξάπλωσε αμέσως. Κάθισε στο κρεβάτι του και άνοιξε το βιβλίο. Γύρισε μερικές σελίδες και διάβασε. «Χμμμ, θα δυσκολευτούμε λίγο μου φαίνεται αν είναι αλήθεια αυτά που λέει....» μονολόγησε το χάφλινγκ. Ακούμπησε το βιβλίο στο πάτωμα. Ξάπλωσε να κοιμηθεί λίγο και εκείνος.
Την επόμενη μέρα, ξύπνησε πρώτος ο Μπρέγκαρ με ένα μικρό πονοκέφαλο. Για παυσίπονο ήπιε μια μπύρα, ένιωσε κάπως καλύτερα. Παρέα στο πρωινό του έκανε η Μέλανι που ξύπνησε πιο νωρίς απο τους άλλους. Σιγά σιγά κατέβηκαν και οι άλλοι απο τα δωματιά τους. Καθίσαν όλοι στο ίδιο τραπέζι. Το «Μεθυσμένο Γουρούνι» δεν είχε πελάτες. Όλοι δούλευαν αυτοί την στιγμή. Πάλι καλά για την ομάδα που ετοιμαζόταν να μπει σε ένα τάφο αρχαίου ηγεμόνο. Την συζήτηση γύρω απο το φλέγον θέμα την ξεκίνησε ο Γκαμπλ. Τους ρώτησε πως πήγε η αποστολή και αν κατάφεραν να βρουν κάτι. Το χάφλινγκ κοίταξε προς τον πάγκο του πανδοχέα μήπως τους άκουγε. Δεν τοον είδε εκεί.
«Λοιπόν χθες με την Μέλανι καταφέραμε να βρούμε την είσοδο για τον τάφο του ηγεμόνα!!!!» είπε ενθουσιασμένα ο Σένγκους. Άρχισε να τους εξιστορεί με λεπτομέρειες την χθεσινή εξόρμηση με την Μέλανι στον ναό του Πέλορ. Είπε και για τον νεαρό που παραλίγο να του πιάσει στα πράσα. Για το σημάδι που είναι ακριβώς ίδιο με του βιβλίου. Είπε ότι θα πρέπει είναι αρκετά προσεχτικοί όταν θα μπουν στον ναό, για να μην τους πάρουν χαμπάρι. Μόλις τελείωσε ο Σένγκους. Ο Μπρέγκαρ τον ρώτησε «Και πως ανοίγει αυτή η είσοδος. Γιατί αν είναι να σύρουμε τον βωμό απο ΄τοι φαίνετε τότε όχι μόνο το ναό θα σηκώσουμε στο πόδι αλλά θα έχουμε για παρέα όλους τους φρουρούς της πόλης να μας βοηθήσουν...»
«Έχει δίκιο σε αυτό ο Μπρέγκαρ. Πως ανοίγει η είσοδος??? Τι λέει το βιβλίο???» ρώτησε ο Γκαμπλ.
«Δεν λέει κάτι το βιβλίο πως ανοίγει η είσοδος.»
«Τότε θα πρέπει να σκεφτούμε κάτι για το ενδεχόμενο που θα κάνουμε φασαρία...» ανέφερε ο Γκαμπλ στους υπόλοιπους. Κανείς δεν μίλαγε για λίγο. Έφτασαν τόσο κοντά και δεν ξέρουν τι να κάνουν.
«Νομίζω ότι έχω μια λύση, απλά θέλω να καθίσω λίγη ώρα μόνη μου., ενώ εσείς θα εξόπλιζεστε με τα απαραίτητα για την εξερεύνηση στον τάφο.» πρότεινε η Μέλανι. Όλοι συμφώνησαν μαζί της. Θα έπαιρναν τα απαραίτητα για την αποστολή. Η Μέλανι σηκώθηκε και ανέβηκε στο δωματιό της, που κλείστηκε μέσα για να μελετήσει τα ξόρκια που θα την βοηθούσαν για το βράδυ αλλα και για την λύση με το πρόβλημα που μόλις προέκυψε. Αμέσως μετά σηκώθηκε ο Γκαμπλ και μαζί με τον Μιχαελ και τον Έντι ξεκίνησαν να κάνουν τα ψώνια για την αποστολή. Ο Μπρέγκαρ ανέβηκε και εκείνος στο δωματιό που μοιραζόταν με τον Γκαμπλ για να κοιμηθεί λίγο κανονικά σε στρώμα. Ο Σένγκους έμεινε εκεί και μελέτησε για άλλη μια φορά το βιβλίο για να βρει πως ανοίγει η κρύπτη για τον τάφο.
Το απόγευμα πήρε την θέση του μεσημεριανού. Ο Γκαμπλ με τους άλλους δυο γύρισαν πίσω φορτωμένοι με σχοινιά, λάμπες, δαυλούς και μερικούς λοστούς. Βρήκαν τον Σένγκους να κάθεται στην ίδια θέση που τον είχαν αφήσει. Η Μέλανι είχε καταλήξει σε μια λίστα με ξόρκια που θα την βοηθούσαν στην αποστολή. Τώρα έφταχνε το πουγκί με τα μαγικά συστατικά των ξορκιών. Ο Μπρέγκαρ κοιμόταν του καλού καιρού. Προς το βράδυ ο Γκαμπλ ανέβηκε στο δωμάτιο του. Μόλις μπήκε άκουσε το γνώριμο ενοχλητικό ροχαλήτο του νάνου. Τον σκούντηξε. Τίποτα. Τον ξανασκούντηξε. Άλλαξε πλευρό και ροχάλισε πιο δυνατά. Στην τρίτη προσπάθεια κατάφερε να τον ξυπνήσει. Ρώταγε τον Γκαμπλ τι έγινε??? Τι ήθελε???. Του εξήγησε ότι έπρεπε να σηκωθεί γιατί θα φεύγανε σε λίγο. Ο νάνος φόρεσε την δερμάτινη πανοπλία του, ο Γκαμπλ πήρε το μεγάλο ξίφος του. Μόλις ετοιμάστηκαν βγήκαν απο το δωμάτιο. Είδαν φευγαλέα την πλάτη της Μέλανις που κατέβαινε κάτω. Στο ισόγειο ο Σένγκους μαζί με τον Μιχαελ και τον Έντι τους περίμεναν στο ίδιο τραπέζι με το πρωί. Το «Μεθυσμένο Γουρούνι» μάζευε κόσμο, αυτό έκανε τον Σένγκους νευρικό. Η Μέλανι κάθησε δίπλα στον Σένγκους. Δευτερόλεπτα μετά κατέβηκαν και ο νάνος με τον Γκαμπλ. Ο νάνος ζήτησε ένα μεγάλο μπυροπότηρο. Μόλις ήρθε και η μπύρα και απομακρύνθηκε ο παραγιός του πανδοχέα, μίλησε ο Σένγκους.
«Λοιπόν, είμαστε έτοιμοι, απο ότι βλέπω να μπούμε στον τάφο του ηγεμόνα.» γύρισε στο βλέμμα του στην Μέλανι λεγοντάς της «Τελικά βρήκες κάποια λύση στο προβλημά μας???»
«Νομίζω ότι ναι έχω μια λύση...»
«Μπορείς να μας την πεις???» ρώτησε ο Γκαμπλ.
Η Μέλανι ξεκίνησε να λέει το σχεδίο της. Ανέφερε ότι είναι αρκετά επικίνδυνο να μπούμε όλοι έτσι μέσα στο ναό. Θα έπρεπε πρώτα το χάφλινγκ να ξεκλειδώσει την πόρτα στα πλαϊνά του ναού. Μετά πρότεινε να τους κάνει ένα ξόρκι που θα τους εξαφάνιζε και θα περνούσαν απαρατήρητοι. Όλοι την κοίταξαν λίγο περίεργα αλλά δεν είπαν κάτι. Συνέχισε να λέει το σχεδιό της. Μέσα στον ναό θα έκανε ένα ξόρκι που ‘σιωπής’ που δεν άκουγε κανείς αν κάνανε θόρυβο, απλά έπρεπε να τελειώσουν πριν σβήσει το ξόρκι. Μόλις τελείωσε και τις τελευταίες λεπτομέρειες, ένας ένας συμφώνησαν ότι το σχεδιό της ήταν αρκετά καλό μιας και δεν υπήρχε κατί καλύτερο αλλά ούτε και εναλλακτικό σχέδιο. Για να μην τους προσέξουν οι άλλοι ότι φεύγουν μέσα στην νύχτα. Ξεκίνησαν να φεύγουν ανα 2 δυο. Δώσανε ραντεβού στο στενό απέναντι απο τον ναό. Πρώτοι έφτασαν ο Γκαμπλ και ο Μπρέγκαρ. Ακολούθησε ο Σένγκους, μετά ο Μίχαλ με το Έντι και στο τέλος η Μέλανι που δικαιολογήθηκε ότι ξέχασε να πάρει κάτι απο το δωματιό της. Ο ναός απο έξω δεν είχε κάποιο φως. Περίμεναν να φτάσουν μεσάνυχτα. Δεν άργησαν να έρθουν. Τώρα περίμεναν να περάσει η περίπολος ώστε να έχουν χρόνο να περάσουν απέναντι. Η περίπολος έκανε την εμφανισή της γρήγορα. Πέρασε απο το στενό. Που να ήξεραν ότι εκεί κρύβοταν 6 άτομα που ετοιμάζονταν να μπούν στον ναό του Πέλορ. Ο Σένγκους μιας και μικρότερος σε μέγεθος και ύψος κοίταξε στο δρόμο να δει που έφτασε η περίπολος, Δεν την έβλεπε πουθενά. Ήρθε η ώρα να μπουν στον ναό. Έκανε νόημα στους άλλους ότι το τοπίο είναι καθαρό. 6 σκιές πέρασαν γρήγορα τον δρόμο και έτρεξαν στα πλαϊνά του ναού. Ο Μίχαελ κράτησε εκείνος τσίλιες. Ο Σένγκους έβγαλε πάλι τα εργαλεία του για να ανοίξει την πόρτα για δεύτερη φορά. Οι άλλοι έμειναν κολλητά στον τείχο και δεν μιλούσαν αλλά ούτε έκαναν κάποια κίνηση. Σε όλους η αδρεναλίνη τους χτύπησε κόκκινο. Ο Σένγκους παραβίασε την πόρτα. Ο δρόμος άνοιξε για τον ναό

Η Κρύπτη της Μούμιας (Μέρος 3ο)

Οι ήρωες αποκοιμήθηκαν με σκέψεις να στριφογυρνούν στο μυαλό τους. Ο κόκκορας δεν άργησε να φωνάξει λίγο πριν αρχίσει να ξεπροβάλει ο ήλιος για να διασχίσει τον ουρανό του Νάργουικ. Ο Γκαμπλ, σκούντηξε τον Μπρέγκαρ αρκετές φορές μέχρι να ξυπνήσει. Ο νάνος σηκώθηκε θολωμένος ακόμα απο τον ύπνο, άνοιξε τα μάτια του αργά, τεντώθηκε και τα κοκκαλά στις αρθρώσεις τους έκαναν κλακ-κλακ για να ισιώσουν. Με το χέρι άρπαξε ένα μπυροπότηρο που είχε αφήσει στο πάτωμα και ήπιε τις τελευταίες σταγόνες μπύρας που απόμειναν. Ο Γκαμπλ ντυνόταν και έδενε την πανοπλία του πάνω του, πέρασε το μεγάλο σπαθί μέσα στην θήκη και το έδωσε στο ζωνάρι του. Απο την άλλη η Μέλανι, ξύπνησε λίγο πιο νωρίς απο τους φίλους τους ώστε να προετοιμάσει τα ξόρκια για το ταξίδι τους. Μουρμουρητά και ψίθυροι έβγαιναν απο το δωματιό της.
Συναντήθηκαν στο ισόγειο της ταβέρνας-πανδοχείο. Ο πανδοχέας κοιμόταν πάνω σε μια καρέκλα με το σώμα του να γέρνει προς τα πίσω και απο το στόμα να κυλάνε σάλια στο μαγουλό του. Ο Γκαμπλ δεν ήθελε να τον ξυπνήσει, άφησε ένα μικρό πουγκί με νομίσματα μαζί με ένα σημείωμα ότι φεύγουν και αφήνουν την πληρωμή του δωματίου.
Βγήκαν στον δρόμο, κανείς δεν κυκλοφορούσε εκείνη την ώρα. Ο ουρανός έστεκε κατάμαυρος. Η Μέλανι άκουσε βήματα απο κάπου μπροστά. Έκανε νόημα στους άλλους να κάνουν ησυχία και να κρυφτούν στις σκιές. Λίγο πιο μετά πέρασε απο δίπλα τους μια περίπολος που δεν πήρε χαμπάρι ότι στις σκιές κρύβονταν η Μέλανι, ο Γκαμπλ και ο νάνος. Πάλι καλά γιατί δεν ήθελαν μπλεξίματα με την περίπολο. Μόλις χάθηκε εντελώς απο τα μάτια τους η φρουρά, βγήκαν απο τις κρυψώνες τους. Περπατούσαν γρήγορα για να βγούν απο την πόλη να συναντήσουν τον Σένγκους. Ο ουρανός έπαιρνε σιγά σιγά τα χαρακτιριστικά της μέρας. Μέχρι να βγουν απο την πόλη, ο ουρανός απο μωβ, έγινε γαλάζιος και μετά πήρε όλες τις αποχρώσεις του κίτρινου καθώς δειλά δειλά έκανε την εμφανισή του ο ήλιος. Όπως προχωρούσαν οι δρόμοι έπαιρναν ζωή και ήχο. Έμποροι άνοιγαν τα μαγαζιά τους, βαστάζοι κουβαλούσαν εμπορεύματα και άλλοι έσερναν μικρά κάρα με κάθε λογής πράγματα.
Βγήκαν απο την πόλη και περίμεναν τον Σένγκους να κάνει την εμφανισή του. Δεν τον έβλεπαν πουθενά. Ο ήλιος ξεπρόβαλε ολόκληρος. Τότε εμφανίστηκε ο Σένγκους πάνω σε ένα υποζύγιο, ένα περίεργο υποζύγιο, ένα μεγαλόσωμο σκύλο. Ο Γκαμπλ τον κοίταξε περίεργα και μόρφασε με το θέαμα.
«Καλημέρα. Δεν νομίζω να άργησα πολύ???» ρώτησε ο Σένγκους
«Όχι και πολύ...»απάντησε η Μέλανι
«Ωραία τότε ακολουθήστε με». Τον ακολούθησαν δίχως να παραπονεθούν. Μπροστά πήγαινε ο Σένγκους με το σκύλο ιππασίας. Ο Γκαμπλ ήταν ο πρώτος που άκουσε χλιμιντρίσματα απο άλογα. Και όντως δεν είχε κάνει λάθος. Μέσα σε κάτι δέντρα τους περίμεναν άλογα για το ταξίδι. Εκτός απο τα άλογα παρόντες ήταν και δύο άνθρωποι καβάλα σε άλογα. Αρματωμένοι με δερμάτινη πανοπλία, σπαθιά περασμένα στην σέλα των αλόγων τους, ο ένας είχε και ένα τόξο περασμένο διαγώνια στο κορμί του.
«Αυτά είναι τα μεταφορικά μέσα μας για την Frost Stone.» είπε ο Σένγκους και γύρισε προς τον νάνο «Δυστηχώς δεν κατάφερα να σου βρω κάποιο πόνυ για σένα νάνε, θα πρέπει να βολευτείς με ένα κανονικό»
Ο νάνος δεν απάντησε αλλά μονολογούσε χαμηλόφωνα όπως πήγαινε στο αλόγο του «Δεν βρήκε πόνυ λέει!!!! Μιλάει και αυτός που καβαλάει ένα σκύλο...»
Χωρίς πολλά οι ομάδα ανέβηκε στα άλογα εκτός απο το χάφλινγκ που καβάλαγε το σκύλο. Η Frost Stone απέχει με τα άλογα γύρω στις 6-7 μέρες. Χώρις να κάνουν πολλές στάσεις κάλπαζαν γρήγορα. Μπροστά πήγαιναν οι δυο άνθρωποι μαζί με τον Γκαμπλ, η Μέλανι ακολουθούσε απο πίσω. Ο νάνος παρόλο που δυσκολευόταν να ιππεύσει τον αλογό του προσπαθούσε να είναι κόντα στην Μέλανι, ενώ ο Σένγκους ερχόταν τελευταίος διότι ο σκύλος δεν ήταν τόσο γρήγορος όσο τα άλογα. Άφηναν πίσω τους πεδιάδες και χωράφια, περνούσαν σαν σίφουνας μέσα απο μικρά χωρία. Οι μοναδικές που ξεκούραζαν τα άλογα είναι το βράδυ που κατασκήνωναν. Εκεί έμαθαν και τα ονόματα των δυο ανθρώπων, ήταν ο Μίχαελ και ο Έντι. Το ταξίδι τους το συνέχιζαν μόλις χάραζε ο ήλιος στον ουρανό. Οι μέρες κύλησαν έτσι, οι κουβέντες που αντάλλασαν ήταν λιγοστές. Μόνο η Μέλανι μιλούσε τα βράδυα με τον Σένγκους για την αποστολή και όταν έπεφταν οι άλλοι για ύπνο εκείνη μελετούσε το βιβλίο του Σένγκους, έτσι και αλλιώς τα έλφ δεν συνίθιζαν να κοιμούνται παραπάνω απο 3.5-4 ώρες το πολύ για να ξεκουραστούν.
Μέσα σε έξι μέρες κάλυψαν μια απόσταση μιλίων που υπο κανονικές συνθήκες θα χρειάζονταν 7-8 μέρες. Μόλις διέκριναν την πόλη απο μακριά σταμάτησαν.
Μίλησε ο Σένγκους «Καλύτερα να μην μπούμε όλοι μαζί μέσα στην πόλη για να μην κινήσουμε τις υποψίες των πολιτών αλλά κυρίως της φρουράς»
«Έχεις δίκιο Σένγκους καλύτερα να μπούμε χωριστά και να βρεθούμε σε ένα σημείο όλοι μαζί. Νομίζω ότι η Μέλανι με τα μαγικά της μπορεί να σε ενημέρωσει που θα συναντηθούμε.» πρότεινε ο Γκαμπλ.
«Ναι μου ακούγεται καλή ιδέα, αλλά θα μπορέσει να με βρει η Μέλανι????» ρώτησε το χάφλινγκ
«Πιστευσέ με ότι μπορεί να σε βρει όπου και να είσαι...» του απάντησε ο Γκαμπλ
«Μόνο που θα χρειαστώ μια-δυο τρίχες απο τα μαλλιά σου.» ανέφερε η Μέλανι. Ο Σένγκους έβγαλε ένα μικρό μαχαίρι και έκοψε μια τούφα απο τα μαλλιά του. Την έδωσε στην Μέλανι και έφυγε μαζί με τον Μίχαελ και τον Έντι. Έμειναν πλέον μόνο ο Γκαμπλ, ο Μπρέγκαρ και ελφ. Άφησαν να απομακρυνθούν ο Σένγκους και οι άλλοι δυο και ξεκίνησαν και εκείνοι για την πόλη. Τα άλογα προχωρούσαν αργά προς την πύλη της πόλης. Όσο πλησίαζαν είδαν την πόλη οχυρωμένη με ψηλά τείχοι να την περικυκλώνουν. Ο Μπρέγκαρ θυμήθηκε την πόλη όταν την επισκέφτηκε πριν κάμποσα χρόνια με ένα έμπορο απο τις υπόγειες πόλεις των νάνων. Πρόσεξε πως δεν είχε αλλάξει καθόλου. Οι αναμνήσεις άρχισαν να χοροπηδούν μπροστά του, θυμήθηκε το πρώτο του μεθύσι αλλά και τον πρώτο αγώνα μπρα-ντε-φερ με ένα άσχημο μισό-όρκ. Πέρασαν την αψιδωτή πύλη και μπήκαν μέσα στην πόλη. Δεν διέφερε και πολύ απο τις υπόλοιπες, η μόν διαφορά είναι ότι η φρουρές περιπολούσαν πάνω σε άλογα αντί να περπατάνε. Έτσι και αλλιώς το Frost stone φημιζότανε για τα αλογά του. Γύρισαν λίγο μέσα στην πόλη καβάλα στα άλογα. Έψαχναν ένα μέρος που θα μπορούσαν να αφήσουν και τα αλογά τους. Μετά από πολύ ψάξιμο βρήκαν ένα πανδοχείο που είχε και ένα μικρό στάβλο. Το πανδοχείο λεγόταν το «Μεθυσμένο Γουρούνι» Μόλις εγκαταστάθηκαν η Μέλανι άφησε λίγο μόνους τον Γκαμπλ και τον Μπρέγκαρ και πήγε στο δωματιό της.
Μπήκε στο δωματιό της και κλείδωσε την πόρτα για να μην την ενοχλήσει κανένας. Έβγαλε απο το πουγκί της την τούφα του Σένγκους. Την χώρισε σε δυο τούφες. Την μια την έβαλε πάλι μέσα στο πουγκί.Την άλλη την πήρε στα χέρια της. Την κράτησε σφιχτά στα δυο χέρια της, τα έφερε στο ύψος του κεφαλιού τους και για την ακρίβεια στα χείλη της. Άρχισε να μιλάει στην αρχαία γλώσσα της μαγείας, η τούφα τυλίχτηκε σε μια γαλάζια αύρα. Μίλησε κανονικά «Είμαστε στο Μεθυσμένο γουρούνι σε περιμένουμε εκεί» μόλις τελέιωσε την προτασή της άφησε την τούφα, έπεσε προα τα κάτω καθώς τυλιγόταν σε φλόγες, μέχρι που άφησε ένα βουναλάκι με στάχτες στο πάτωμα που το πήρε ο αέρας που έμπαινε απο το ανοιχτό παράθυρο.
Μόλις τελείωσε το ξόρκι της η Μέλανι το κεφάλι του Σένγκους τον πόνεσε λίγο, ένιωσε κάποιες λέξεις να εισχωρούν στο μυαλό του. Αναγνώρισε την φωνή που έλεγε τις λέξεις. Κράτησε λίγο το κεφάλι του με τα χέρια, του προκάλεσε μια μικρή ζαλάδα το ξόρκι της Μέλανι. Ο Έντι και Μίχαελ τον κοίταξαν περίεργα. Ο Σένγκους μόλις ξεζαλίστηκε είπε μόνο «Μεθυσμένο Γουρούνι». Ξεκίνησαν να βρούν το μαγαζί, δεν δυσκολεύτηκαν και πολύ να τον βρουν. Μπήκαν μέσα δεν υπήρχε πολύς κόσμος. Είδαν τον Μπρέγκαρ και τους άλλους 2 να κάθονται σε ένα γωνιακό τραπέζι. Τους πλησίασαν και κάθισαν μαζί τους.
«Ωραία καταφέραμε και μπήκαμε στην πόλη χωρίς να κινήσουμε την οποιαδήποτε υποψία. Τώρα μένει να βρούμε που είναι η είσοδος της ανεστραμμένης πυραμίδας» άκουσαν οι υπόλοιποι να λέει ο Σένγκους.
«Νομίζω ότι δεν θα δυσκολευτούμε και πολύ να βρούμε την είσοδο αν ακολουθήσουμε τις οδηγιές του βιβλίου...» απάντησε η Μέλανι
«Μια χαρά μου ακούγεται» είπε ο Γκαμπλ
«Ναι δεν διαφωνώ, αλλά πρέπει να είμαστε σίγουροι που είναι η είσοδος γιατί μπορεί να μην εχουμε δεύτερη ευκαιρία. Για αυτό προτείνω να πάω μαζί με την Μέλανι να σταμπάρουμε ότι η είσοδος είναι εκεί που λέει το βιβλίο.»
«Έχεις δίκιο Σένγκουε, καλύτερα να είμαστε σίγουροι, να μην πάμε στα τυφλά.» συμφώνησε η Μέλανι με τον Σένγκους
«Ωραία τότε το βράδυ θα πάμε να βρούμε την είσοδο της πυραμίδας.Σύμφωνοι Μέλανι???»
«Σύμφωνοι Σένγκους»
«Ωραία θα περάσω το βράδυ απο εδώ.» είπε ο Σένγκους και έκανε νόημα στον Μίχαελ και στον Έντι ότι φεύγουν. Σηκώθηκαν και έφυγαν απο το πανδοχείο. Η Μέλανι άφησε για άλλη μια φορά τον Μπρέγκαρ και τον Γκάμπλ για ναπάει στο δωματιό της στον πάνω όροφο. Απο την άλλη ο Μπρέγκαρ ήθλε να θυμηθεί τις παλιές καλές στιγμές στην πόλη. Όταν το μαγαζί μάζευψε αρκετό κόσμο πρότεινε σε μια παρέα να παίξουν ένα παιχνίδι όπου πίνουν ένα καθορισμένο αριθμό ποτού, όποιος καταφέρει να τα πίει πιο γρήγορα κερνάει τον επόμενο γύρο και ούτω καθεξής. Στο ποτό που αγωνίστηκε ο Μπρέγκαρ δεν ήταν άλλο παρά η μπύρα. Ήταν ανίκητος, δεν μπορούσε να τον νικήσει κάνεις. Ο Γκαμπλ παρακολουθούσε τον φίλο του να μεθάει επικίνδυνα, αλλά δεν ήθελε να του πει κάτι για αυτό τον άφησε. Όλο το απόγευμα πέρασε έτσι. Η Μέλανι στι δωματιό της, ο Μπρέγκαρ να πίνει τα κερατά του και ο Γκαμπλ να κάθεται σιωπηλός στο τραπέζι του.
Το πανδοχείο άρχισε να αδειάζει. Η Μέλανι το πρόσεξε αυτό, δεν άκουγε πλέον φασαρία απο κάτω. Κατάλαβε ότι έπρεπε να ετοιμαστεί για την νυχτερινή εξόρμηση. Κατέβηκε αθόρυβα σαν γάτα τα ξύλινα σκαλοπάτια. Είδε τον πανδοχέα να μαζεύει τα άδεια μπυροπότηρα απο τα τραπέζια. Σε ένα τραπέζει πρόσεξε τον Μπρέγκαρ να έχει ακουμπήσει το κεφάλι του στο τραπέζ, τα χέρια να κρέμονται μετέωρα και να ροχαλίζει δυνατά και ασταμάτητα. Ο Γκαμπλ δεν βρισκόταν εκεί, μάλλον πήγε στο δωματιό του να ξεκουραστεί. Η Μέλανι φόρεσε την κουκούλα απο την κάπα της. Βγήκε έξω, έκανε λίγη ψύχρα, οι Μαυρισμένες κορυφές κατέβαζαν παγωμένο αέρα. Περπάτησε μόνη της, θα έβρισκε τον Σένγκους στην πλατεία του χωριού. Έφτασε σύντομα στην πλατεία της πόλης που ήταν και αγορά ταυτόχρονα την ημέρα. Διάφοροι περαστικοί περνούσαν απο την πλατεία και χάνονταν στα γύρω στενάκια, είδε και την έφιππη φρουρά να περνάει απο την πλατεία. Κοίταζε γύρω της για κάποιο σημάδι του Σένγκους. Το μάτι έπεσε σε μια φιγούρα που κρυβόταν σε ένα κοντινό στενάκι να της κάνει νόημα. Μια κοντή φιγούρα της έκανε νόημα. Κατάλαβε ότι είναι το χάφλινγκ. Πλησιασε με γοργό βήμα.
«Πάμε απο εδώ Μέλανι!!!» άκουσε τον Σένγκους να ψιθυρίζει. Δεν είπε κάτι, απλά τον ακολούθησε. Πέρναγαν ανάμεσα απο μικρά στενά, που και που σταματούσε και αφουγκραζόταν για λίγο και μετά προχωρούσε πάλι. Η Μέλανι κατάλαβε ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που επισκεπτόταν ο Σένγκους την Frost stone. Μετά απο αρκετά περπάτημα σταμάτησαν.
«Φτάσαμε!!!!» Είχαν σταματήσει σε ένα σκοτείνο στενάκι και απέναντι ακριβώς υπήρχε ένα μεγαλοπρεπές κτίριο. Στην αρχή δεν κατάλαβε τι κτίριο είναι αυτό η μέλανι. Στην αρχή πρόσεξε την είσοδο του κτιριού, μια υπερμεγεθής διπλή πόρτα. Το κτίριο αντί για σκεπή είχε ένα μικρό γυάλινο θόλο. Τότε η Μέλανι κατάλαβε τι κτίριο είναι αυτό που έβλεπε μπροστά της. Διέκρινε ένα σύμβολο σχηματισμένο απο τα χρωματιστά γυαλιά του θόλου. Ένα σύμβολο που έμοιαζε με ένα πρόσωπο τυλιγμένο με μικρές γλώσσες φωτιάς σαν μαλλιά και γένια να καλύπτουν την περίμετρο του στρογγυλού προσώπου. Κατάλαβε ότι ήταν ένας ναός του θεού Πέλορ, του θεού του φωτός. Δεν πίστευε στα μάτια της ότι η είσοδος της πυραμίδας κρυβόταν στον ναό του Πέλορ.
«Είσαι σίγουρος ότι εκεί βρίσκεται η είσοδος για την πυραμίδα???» ρώτησε η Μέλανι
«Κατα 99% είναι εκεί μέσα και πρέπει να μπούμε να το διαπιστώσουμε....»
«Εννοείς να μπούμε στα κρυφά????»
«Ναι, πάμε???» απάντησε ο Σένγκους
«Τι να σου πω πάμε» είπε η Μέλανι και ακολούθησε το χάφλινγκ που βγήκε απο την κρυψώνα τους και κοίταξε προσεχτικά τον δρόμο δεξία και αριστερά μήπως ερχόταν η φρουρά ή κάποιος άλλος ξεκάρφωτος. Δεν πέρναγε ψυχή. Έτρεχε γρήγορα στον ναό και κρύφτηκε σε μια απο τις 4 κολόνες που στηρίζουν την αψίφα της πρόσοψης. Μόλις έφτασε ξανακοίταξε στον δρόμο, κανείς. Έκανε νόημα στην Μέλανι να περάσει απέναντι. Η Μέλανι έτρεξε γρήγορα, η κουκούλα έπεσε απο την φόρα που πήρε, με τα κατακόκκινα μαλλιά έπαιξε ο αέρας. Στάθηκε δίπλα στον Σένγκους και ψιθύρισε «και τώρα τι κάνουμε???»
«Θα πάμε στο πλάι που έχει μια πόρτα που φέρνουν οι έμποροι τα αγαθά τους. Αλλά μέχρι να την ανοίξω θέλω να φυλάς τσίλιες μην έρθει κανείς»
«Οκ θα περιμένω εδώ. Αν γίνει κάτι θα σε ειδοποιήσω...»είπε η Μέλανι
Ο Σένγκους δεν μίλησε. Έφυγε απο την κολώνα και κινήθηκε στο σκοτάδι προς την πλαϊνη πόρτα του ναού. Ο Σένγκους έφτασε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε στην πόρτα. Στάθηκε μπροστά της και παρατήρησε την κλειδαριά. Έβγαλε ένα μικρό δερμάτινο κύλινδρο, άνοιξε τα κουμπώματα και άνοιξε τον κύλινδρο διάπλατα μπροστά του. Περιείχε διάφορα εργαλεία για να μπορέσει να ανοίξει πόρτες αλλά και εργαλεία για να απενεργοποιήσει μη τυχόν υπήρχαν κάποιες παγίδες στις πόρτες και όχι μόνο. Έπεσε με τα μούτρα στην πόρτα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ξεκλείδωσε την πόρτα. Μάζεψε τα εργαλεία του και τα έβαλε στην εσωτερική τσέπη του πανωφοριού του. Πήγε πάλι στην Μέλανι. «Μπορούμε να μπούμε!!!»Η Μέλανι ακολούθησε το χάφλινγκ. Άνοιξε την πόρτα και μπήκαν μέσα.

Η Κρύπτη της Μούμιας (Μέρος 2ο)

1 εβδομάδα πριν...
Ο Γκαμπλ μαζί με την Μέλανι και τον Μπρέγκαρ κατάφεραν και έφτασαν στο Νάργουικ μετά απο την περιπετειά τους με τον Μάλφα. Είχαν αποφασίσει να μείνουν στο Νάργουικ για λίγες μέρες μήπως βρουν κάποια αποστολή να βγάλουν χρήματα. Έμεναν στο «Γελαστό Αγριογούρουνο», ένα πανδοχείο ταβέρνα, τα οικονομικά τους δεν τους άφηναν και πολλά περιθώρια για κάτι καλύτερο. Το «Γελαστό Αγριογούρουνο» μάζευε κάθε λογής απόβρασμα. Ένα τέτοιο γνώρισε και ο Μπρέγκαρ, τον Σένγκους ένα χάφλινγκ. Έπαιζαν συνήθως μαζί ζάρια και πολλές φορές μάλιστα χρειαζόταν να τους χωρίζουν. Ο Μπρέγκαρ πίστευε ότι ο Σένγκους τον έκλεβε μπροστά στα μάτια του. Δεν είχε άδικο, ο Σένγκους δεν θυμιζόταν για την τιμιοτητά του. Πολλές φορές πέρναγε τις νύχτες σσε φυλακές. Σε μια απο αυτές τις επισκέψης κράτησε ενθύμιο την ουλή που διακοσμεί την αριστερά πλευρά του προσώπου του, μια ουλή που ξεκινά απο το μέτωπο και φτάνει μέχρι χαμηλά στο μαγουλό του. Με άλλα λόγια ένας μικροαπατεώνας που προσπαθούσε να βγάλει λεφτά με κάθε ευκαιρία. Με αυτόν τσακωνόταν ο Μπρέγκαρ, του χρωστούσε πολλά λεφτά απο τα ζάρια και δεν είχε να του δώσει.
«Πρέπει να μου δώσεις τα λεφτά που μου χρωστάς!!!»
«Δεν σου χρωστάω τίποτα, με έκλεψες μπροστά στα μάτια μου!!!! Τα ζάρια ήταν πειραγμένα!!!!» φώναζε ο Μπρέγκαρ, όλο το μαγαζί τους κοίταζε. Ένα νάνο να παλεύει με ένα μελαχροινό χάφλινγκ.
Την ώρα του τσακωμού μπήκαν στο «Γελαστό Αγριογούρουνο» ο Γκαμπλ και η Μέλανι. Κοιτούσαν τον νάνο να φωνάζει με τον Σένγκους. Ο Σένγκους πρόσεξε με την άκρη του ματιού του τον Γκαμπλ και την Μέλανι.
«Αν δεν μου τα δώσεις εσύ, θα τα ζητήσω απο τους φίλους σου!!!» γύρισε το κεφάλι του ο Σενγκους προς το μέρος τους.
«Δεν θα ζητήσεις τίποτα!!! Με ακούς??? Αυτό είναι μεταξύ μας δεν χρειάζεται να τους ανακατέψεις»
«Τότε πέφτε το παραδάκι να τελειώνουμε...»
Ο Γκαμπλ και Μέλανι ήξεραν ότι ο Μπρέγκαρ είχε χάσει λεφτά στα ζάρια, αλλά δεν ήξεραν απο ποιόν. Πρώτη φορά έβλεπαν τον Σένγκους. Ο Γκαμπλ ήθελε να ξεσπάσει σε γέλια. Πρώτη φορά έβλεπε να τσακώνονται ένας νάνος και ένα χάφλινγκ. Πλησίασαν στο τραπέζι που καθόταν ο Μπρέγκαρ και ο Σένγκους.
«Μπρέγκαρ??? Νόμιζα ότι είχες σταματήσει να παίζεις ζάρια...» είπε η Μέλανι και κάθισε στο τραπέζι. Ο Γκαμπλ κάθισε και εκείνος, πρόσεξε ότι το χαφλινγκ στεκόταν όρθιο στην καρέκλα.
«Όχι δεν σταμάτησε και αντίθετα έχει χάσει πολλά λεφτά, που μου τα χρωστάει!!!» απάντησε ο Σενγκους αντι του Μπρέγκαρ.
« Χρωστάς πολλάς Μπρέγκαρ???» ρώτησε η Μέλανι
«Πολλά δεν λες τίποτα. Τουλάχιστον 1000 χρυσά νομίσματα!!!» απάντησε για άλλη μια φορά ο Σενγκους. Ένα μικρό σφύριγμα έφυγε απο τον Γκαμπλ με το άκουσμα του ποσού. Η Μέλανι παρέμεινε ατάραχη ή έτσι έδειχνε το προσωπό της.
«Δεν σου χρωστάω τίποτα, άθλιο χάφλινγκ!!!! Έκλεψες στα ζάρια!!!!» μια έκρηξη θυμού έβγαλε ο Μπρέγκαρ που σηκώθηκε απότομα απο την καρέκλα και παραλίγο να αναποδογυρίσει το τραπέζι με τον όγκο του. Ο ταβερνιάρης τους φώναξε να ηρεμήσουν αλλιώς θα φώναζε την φρουρά.
«Ηρέμησε Μπρέγκαρ. Νομίζω ότι με τον φίλο σου απο εδώ μπορούμε να βρούμε μια λογική λύση για του αποπληρώσεις το ποσό που του χρωστάς» μίλησε ο Γκαμπλ που μόλις τελείωσε την προτασή του γύρισε στον Σένγκους να δει την αντιδρασή του.
«Απο ότι βλέπω οι φίλοι σου είναι πιο λογικοί απο εσένα!!!» ο Μπρέγκαρ ήταν έτοιμος να εκραγεί αλλά κρατήθηκε. «Απο ότι κατάλαβα ο φίλο σας δεν έχει το ποσό που μου χρωστά. Αλλά ούτε και εσείς δεν έχετε να πληρώσετε το χρέος του. Αλλιώς δεν θα μένατε σε αυτή την τρύπα.» Κοίταξε γύρω του με περιφροσύνη καθώς μίλαγε. «Για αυτό έχω να σας κάνω μια εναλλακτική πρόταση..»
«Τι πρόταση έχεις κατα νου???» ρώτησε ο Γκαμπλ
«Να με βοηθήσετε σε μια δουλειά που έχω αναλάβει και χρειάζομαι συνεργάτες» απάντησε ο Σένγκους χαμηλόφωνα με ύφος συνομωτικό. «Μια δουλειά που θα ξεπληρώσει το χρέος του ο φίλο σας αλλά θα βγάλετε και λεφτά απο πάνω»
«Ενδιαφέρον ακούγεται» είπε ο Γκαμπλ
«ΕΓΩ ΔΕΝ ΔΟΥΛΕΥΩ ΓΙΑ ΕΝΑ ΧΑΦΛΙΝΓΚ!!!!» φώναξε ο Μπρέγκαρ που ακούστηκε σε όλο το μαγαζί
«Νομίζω ότι δεν σε παίρνει και αλλιώς να κάνεις, δεν εχουμε λεφτά παρα μόνο να πληρώσουμε την διαμονή μας σε αυτό το πανδοχείο για λίγες μέρες ακόμα.» είπε με καθαρή και ατάραχη φωνή η Μέλανι.
«Εγω είπα κάτι τώρα κάντε ότι θέλετε εσείς!!» ο Μπρέγκαρ σηκώθηκε απο το τραπέζι και βγήκε απο το πανδοχείο-ταβέρνα.
«Ο φίλο σας είναι ξεροκέφαλος!!!»
«Άσε τον Μπρέγκαρ θα του περάσει. Πες μας εσύ τώρα για την δουλειά που έλεγες» ο Γκαμπλ ήθελε να μάθει πληροφορίες για το περι τίνος πρόκειται.
«Δεν είναι ο κατάλληλος χώρος εδω να σας πω. Προτείνω να τα πούμε το βράδυ κάπου αλλού και συγκεκριμένα στην ταβέρνα ‘Χρυσό ρόδι’» πρότεινε ο Σένγκους
«Οκ σύμφωνει, θα τα πούμε το βράδυ» συμφώνησε ο Γκαμπλ. Ο Σενγκους τους χαιρέτισε, πήδησε απο την καρέκλα και έφυγε απο το «Γελαστό Αγριογούρουνο». Ο Γκαμπλ είδε μια πόρτα να ανοίγει και να κλείνει.
Η Μέλανι μίλησε πρώτη «Πρέπει να πείσουμε τον Μπρέγκαρ να έρθει» Ο Γκαμπλ δεν απάντησε κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.
Μετά απο αρκετή ώρα εμφανίστηκε ο Μπρέγκαρ πιο ήρεμος απο ότι είχε φύγει. Κάθισε στο τραπέζι μαζί με την Μέλανι και τι Γκαμπλ.
«Θέλω να ζητήσω συγγνώμη για την συμπεριφορά μου για πριν...» απολογήθηκε ο νάνος «...σας έμπλεξα χωρίς να το θέλετε»
«Δεν πειράζει Μπρέγκ, για αυτό είναι οι φίλοι, να ξελασπώνουν» ακούμπησε το χέρι του ο Γκαμπλ στον ώμο του νάνου. Ο Μπρέγκαρ ήταν έτοιμος να κλάψει αλλά κρατήθηκε, ίσα ίσα πήγε να βουρκώσει.
«Το βράδυ ετοιμάσου έχουμε έξοδο!!! Θα δούμε τον φίλο σου!!!» άλλαξε την κουβέντα η Μέλανι βλέποντας τον νάνο να πάει να ξεσπάσει σε δάκρυα
«Οκ ότι θέλετε εσείς» απάντησε ο Μπρέγκαρ
Περίμεναν να βραδιάσει για να ξεκινήσουν να πάνε στον «Χρυσό Ρόδι». Βγήκαν στο σκοτάδι. Οι δρόμοι άδειοι. Το φεγγάρι τους φώτιζε το δρόμο. Μετά απο αρκετό περπάτημα έφτασαν στο «Χρυσό Ρόδι». Απο έξω δεν ταίριαζε και πολύ με το όνομα που είχε. Μπήκαν μέσα, πρώτος ο Γκαμπλ και απο πίσω οι άλλοι. Το σκοτάδι πιο πυκνό απο έξω. Ο μόνος φωτισμός που υπήρχε είναι μικρά κεριά πάνω στα τραπέζια και μερικές λάμπες στο μπαρ. Ότι πρέπει αμα θέλεις να κλείσεις δουλειές χωρίς να σε βλέπουν. Προχώρησαν αργά στην αρχή για να μπορέσουν να συνηθίσουν τα μάτια τους στο σκοτάδι αλλά και να ψάξουν τον Σένγκους. Δεν τον έβλεπαν πουθενά. Μάλλον δεν ήρθε ακόμη, κάθισαν σε τραπέζι δίπλα απο τον τείχο. Ένας νεαρός σερβιτόρος ήρθε να του παραγγείλουν. Η Μέλανι πρόσεξε ότι η ποδιά του είχε βρωμιές και λιγδιές. Ο νεαρός έφυγε για να φέρει τα ποτά τους. Ο Σένγκους πουθενά. Ο σερβιτόρος ήρθε με ένα δίσκο υποβασταζόμενο στο δεξί χέρι του. Κάθε φορά που έπιανε τα ποτήρια ο αντίχειρας έμπαινε λίγο μέσα στο ποτό. Η Μέλανι το πρόσεξε, όπως και το κατάμαυρο νύχι του νεαρού. Δεν ακούμπησε το ποτήρι της σε αντίθεση με τους άλλους που κατέβασαν μεγάλες γουλιές. Ο Γκαμπλ άκουσε μια φωνή. Ξαφνιάστηκε στην αρχή, μέχρι που εμφανίστηκε ο Σένγκους μπροστά τους μέσα απο τα σκοτάδια που τον κάλυπταν. Κάθισε στο τραπέζι και εκείνος. Ο νεαρός έκανε πάλι την εμφανισή του για να παραγγείλει ο Σένγκους. Μόλις έφυγε μίλησε ο Σένγκους σχεδόν ψιθυριστά «Να μιλάμε όσο γίνεται καλύτερα πιο χαμηλόφωνα, ακόμα και οι τοίχοι έχουν αυτιά»
«Νομίζω ότι μπορώ να βοηθήσω σε αυτό» είπε η Μέλανι
«Πως???» ρώτησε γεμάτο απορία ο Σένγκους
Η Μέλανι δεν απάντησε στο χάφλινγκ, αντίθετα έκλεισε τα μάτια της και με τα δάχτυλα των δυο χεριών της σχημάτισε ένα στόμα, λέξεις απο το στόμα της άρχισαν να βγαίνουν ψιθυριστές και βαθειές. Απομάκρυνε τα χέρια της, ένα στόμα σαν σύννεφο εμφανίστηκε και διαλύθηκε αμέσως.
«Τώρα μπορούμε να μιλήσουμε ελεύθερα»
«Είσαι μάγισσα??? Παρα πολύ καλό αυτό!!!» ρώτησε ο Σένγκους τη Μέλανι. Δνε απάντησε η Μέλανι. Ήρθε ο σερβιτόρος και άφησε το ποτήρι. Σάστισε για λίγο, τους έβλεπε να μιλούν αλλά δεν τους άκουγε. Έφυγε απορημένος απο το τραπέζι της τετράδας.
«Λοιπόν ας μιλήσουμε για την δουλειά» ο Γκαμπλ έδειχνε ανυπόμονος να ακούσει την πρόταση του χάφλινγκ
«Έχεις δίκιο. Λοιπόν ας τα πάρω απο την αρχή. Πριν λίγο καιρό είχα πρόσβαση σε μια βιβλιοθήκη με σπάνια έγγραφα και βιβλία. Έψαχνα να βρω ένα βιβλίο για ένα εργοδότη μου που το είχε χάσει. Ανάμεσα στο βιβλίο του εργοδότη μου βρήκα και ένα άλλο που μου τράβηξε την προσοχή. Όπως το ξεφύλλιζα το βρήκα αρκετά ενδιαφέρον. Αποφάσισα ότι δεν θα πείραζε κάποιον απο την βιβλιοθήκη να δανειστώ για λίγο καιρό το βιβλίο για να το μελετήσω.» Ο Μπρέγκαρ τον διέκοψε «Εννοείς ότι το έκλεψες!!!»
«Δεν θα το έλεγα, προτιμώ την λέξη το δανείστηκα. Λοιπόν παρέδωσα το βιβλιό που ήθελε ο εργοδότης μου, άρχισαν να διαβάζω το δικό μου βιβλίο. Με λίγα λόγια για να μην σας κουράσω έλεγε για μια πανάρχαια ιστορία. Μια ιστορία που διαδραματίστηκε πριν απο αιώνες σε αυτήν την περιοχή. Αναφέρετε σε έναν ηγεμόνα που κατείχε όλα τα εδάφη του Νάργουικ και όχι μόνο. Εκείνος για να μείνει το ονομά του στην ιστορία διάταξε στους αρχιτεκτονές του να φτιάξουν ένα μεγαλοπρεπές τάφο. Ένα τάφο που θα συναγωνιζόταν τους προκατοχούς του. Ο τάφος άρχισε να χτίζεται και μετά απο 2 χρόνια ετοιμάστηκε. Απο ότι διάβασα στο βιβλίο ο ηγεμόνας στην κατοχή είχε ένα πανίσχυρο αντικείμενο. Τι ήταν κανείς δεν ξέρει γιατί μετά απο 2 μήνες αφού χτίστηκε ο τάφος του πέθανε μυστηριωδώς. Λέγεται ότι στον τάφο του μαζί έχει το πανίσχυρο αντικείμενο.»σταμάτησε για λίγο ο Σένγκους.
«Και που το ξέρεις ότι δεν το έχει πάρει κάποιος αυτό το αντικείμενο???» ρώτησε ο Γκαμπλ
«Στο βιβλίο που διάβασα δεν λέει ξεκάθαρα που είναι ο τάφος του ηγεμόνα, αλλά αφήνει υπόνοιες για ένα μέρος εφόσον αποκρυπτογραφήσεις κάποιες σελίδες. Αυτό με κάνει να πίστεύω ότι το αντικείμενο είναι εκεί μαζί με τους θησαυρούς του ηγεμόνα» απάντησε ο Σένγκους
«Τότε αλλάζει το πράγμα με τα λεγομενά σου» είπε ο Γκαμπλ
«Και που ακριβώς βρίσκεται συτό το μέρος???» ρώτησε ο Μπρέγκαρ
«Απο ότι κατάλαβα βρίσκεται σε ένα χωριό στο βόρειο Νάργουικ σε ένα χωριό που λέγεται Frost Stone. Όταν θα πάμε εκεί θα μπορέσουμε να βρούμε που βρίσκεται ο τάφος σύμφωνα με το βιβλίο»
«θα μπορούσα να δω το βιβλίο???» ήταν η σειρά της Μέλανι να ρωτήσει
«Θα μπορούσες εφόσον μου πείτε αν θα έρθετε μαζί μου...» απάντησε ο Σένγκους.
«Νομίζω ότι δεν υπάρχει κάποιος που δεν θα έρθει....» ο Μπρέγκαρ και ο Γκαμπλ έδειχναν να συμφωνούν με την Μέλανι«Ωραία τότε, αύριο τα ξημερώματα φεύγουμε για το Frost Stone!!!»

Η Κρύπτη της Μούμιας (Μέρος 1ο)

Ο Γκαμπλ συλλογιζότανε για πολλοστή φορά τι ακόμα θα τους συνέβαινε μέσα σε αυτή την περίεργη πυραμίδα. Είχαν κολλησεί σε ένα δωμάτιο που δεν ήξεραν πως να ξεφύγουν απο εκεί. Η μόνη πόρτα που θα μπορούσε να τους οδηγήσει έξω, βρισκόταν ερμητικά κλειστή. Κάποιος μοχλός την ενεργοποίησε όταν μπήκαν στο δωμάτιο. Ο Γκάμπλ κοίταξε για άλλη μια φορά το δωμάτιο κάτω απο το λιγοστό φως των δαυλών που προκαλούσαν μεγάλες σκιές στο πανύψηλο δωμάτιο.
Στο δωμάτιο υπήρχαν τεράστια κομμάτια πέτρας που είχαν ξεκολλησεί απο το ταβάνι. Σε μια τέτοια καθόταν ο Γκάμπλ. Οι υπόλοιποι βρίσκοταν μπροστά απο μια περίεργη σαρκοφάγο, η μόνη που ήταν σε άψογη κατάσταση. Σε αντίθεση με τις άλλες σαρκοφάγους που τις είχαν βεβηλώσει και κλέψει ότι πολύτιμα είχαν μέσα απο τους νεκρούς εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Το δωμάτιο με πρώτη ματιά έδειχνε ότι είναι η νεκρική αίθουσα. Η διατηρημένη σαρκοφάγος έστεκε όρθια απέναντι απο την κλειστή πόρτα, ενώ οι υπόλοιπες ήταν κολλημένες στο πάτωμα σχηματίζοντας δυο σειρές στους πλαινούς τοίχους. Μια σειρά απο 3 σαρκοφάγους στον δεξιό τείχο και μια ακόμη σειρά απο 4 σαρκοφάγους στον αριστερό τοίχο και μουχλιασμένα κομμάτια απο λινό ύφασμα μαζί με σκουριασμένα όπλα και πανοπλίες υπήρχαν στο πάτωμα. Το βλέμμα του έπεσε σε μια μούμια που υπήρχε σε μια σαρκοφάγο. Την έβλεπε με προσοχή, τυλιγμένη σφιχτά με τις λινές λωρίδες ύφασμα και με σταυρωμένα τα χέρια της στο στήθος. Το θέαμα τον έκανε νευρικό, δεν βρισκόταν κανείς κάθε μέρα σε ένα δωμάτιο γεμάτο με μούμιες.
Τόση ώρα που έψαχνε το δωμάτιο με τα μάτια του, δεν είχε ακούσει τους άλλους που φώναζαν. Οι φωνές ακούγοταν απο την πλευρά της σφραγισμένης σαρκοφάγου. Ο Μπρέγκαρ φώναζε δυνατά στον Σένγκους. Ο Γκαμπλ γέλασε με την εικόνα που αντίκρισε. Ένας νάνος να φωνάζει σε ένα χάφλινγκ. Σαν να εβλεπε παιδιά να τσακώνονται πιος θα φάει το τελευταία κομμάτι γλυκού. Απο το στόμα του Μπρέγκαρ έφευγαν σάλια που έπεφταν στα γένια του και μερικά στο πρόσωπο του Σένγκους που τον κοίταζε χωρίς να μιλάει. Είδε και την Μέλανι γονατισμένη στο δεξί της γόνατο και να έχει αφοσιωθεί στην μελέτη και την κατανόηση των περίεργων σχημάτων και αναπαραστάσεων που υπήρχαν πάνω στο καπάκι της σαρκοφάγου. Μα περισσότερο της είχε τραβήξει το ενδιαφέρον ότι στο κεφάλι έδειχνε ότι έλειπε κάτι. Κάτι που έπρεπε να μπει στο κεφάλι του σκαλισμένου σώματος που υπήρχε στο καπάκι της σαρκοφάγου.
Ο Γκαμπλ πλησίασε πιο κοντά. Άκουσε τον Μπρέγκαρ να φωνάζει στο χάφλινγκ.
«Δεν θα ανοίξεις τίποτα το κατάλαβες, άπληστο πράγμα. Αρκετούς μπελάδες είχαμε με τις αποφάσεις σου...»
«Τι μπελάδες??? Εσείς φταίτε που δεν με ακούγατε. Εσύ ήσουν εκείνος που ενεργοποίησε την παγίδα με τα βέλη, αν δεν κάνω λάθος....» απάντησε ο Σένγκους που προσπαθούσε να συγκρατήσει τα νεύρα του, κάτι που δεν έκανε ο νάνος.
«Τίίίίίίί?????? Εσύ είπες ότι ο διάδρομος είναι εντάξει και ότι μπορούμε να προχωρήσουμε!!!!» ο Μπρέγκαρ βρισκόταν εκτός ορίων, ήταν έτοιμος να εξοργιστεί με αυτά που άκουγε.
«Εγώ είπα μόνο ότι φαίνετε καθαρός ο διάδρομος. Που να περίμενα ότι το μπυροκοιλή που κουβαλάς θα ενεργοποιούσε τον μοχλό βάρους!!!! Είσαι πιο χοντρός και απο γουρούνι και σκούζεις χειρότερα απο γουρούνα»
«ΤΙ ΕΙΠΕΣ???? Αυτό ήταν ετοιμάσουν να κάνεις παρέα με τις μούμιες!!!!! Πες μου μόνο σε ποια κάσα να σε βάλω!!!!» ο Μπρέγκαρ έφτανε εκτός ορίων, το βάρβαρο ένστικτο ετοιμαζόταν να ξεχειλισεί. Ένιωθε το αίμα του να βράζει. Άκουσε τον Σένγκους να γελάει
«Χαχαχα, βάλε με όπου θέλεις, αν μπορέσεις!!!! Όσο για το που θα με βάλεις δεν με νοιάζει!!!! Εγώ χωράω παντού σε σχέση με σένα χοντρομπαλά...» και λύθηκε πάλι σε γέλια ο Σένγκους.
«Αυτό ήταν, ξεπέρασες κάθε προηγούμενο» σήκωσε το τσεκούρι του ο Μπρέγκαρ και το κατέβασε στο μέρος του Σένγκους. Μια σπιθα άστραψε απο την επαφή του τσεκουριού με την πέτρα. Ο Σένγκους με μια ανάποδη τούμπα απέφυγε με ευκολία την επίθεση.
«Μόνο αυτό μπορείς να κάνεις???» ρώτησε ο Σένγκους ειρωνικά.
«Δεν αντέχεσαι!!!» όρμηξε προς το μέρος του χάφλινγκ. Για άλλη μια φορά χτύπησε αέρα. Ο Σένγκους με ένα πλάγιο βήμα στα δεξιά τον απέφυγε.
«Τι μυρίζει έτσι???» κοίταξε τον Μπρέγκαρ και ρουθούνιζε την μύτη του σαν να προσπαθούσε να μυρίσει κάτι.
«Νάνε??? Εσύ μυρίζεις έτσι???? Ίδρωσες κιόλλας???»
Ο νάνος δεν μίλησε, σήκωσε το τσεκούρι του με τα δυο χέρια του και ετοιμάστηκε να βγάλει την κραυγή οργής. Μια άλλη φωνή και ένα σπαθί τον σταμάτησαν. Ο Γκάμπλ μπλόκαρε το τσεκούρι του.
«Τι είναι αυτά που κάνετε??? Αντί να βρείτε μια λύση να βγούμε απο εδω που έχουμε κολλήσει εσείς κάθεστε και παλεύεται σαν παιδάκια που τους πήραν το παιχνίδι.»
Ο Μπρέγκαρ κατέβασε το τσεκούρι του και απο την ντροπή του δεν μπορούσε να πει κάτι. Σιωπή, κανείς δεν έλεγε τίποτα. Άκουσαν ένα ψιθυριτό. Προερχόταν απο την Μέλανι. Γύρισαν προς το μέρος της. Την είδαν να βγάζει την τσάντα που την είχε περασμένη διαγώνια στο σώμα της. Έψαχνε κάτι. Πλησίασαν κοντά της. Μονολογούσε.
«Πως και δεν το σκέφτηκα ποιο νωρίς???» ρωτούσε τον εαυτό της. Όλοι κάρφωσαν τα βλεμματά τους στα χέρια της Μέλανι και στο σακίδιο. Περίμεναν με αγωνία να δουν τι θα έβγαζε μέσα απο εκεί.
«Επιτέλους!!! Το βρήκα!!!» φώναξε, τρομάζοντας τυς υπόλοιπους. Έβγαλε απο την τσάντα της ένα προσωπείο που είχε ανάγλυφο ένα πρόσωπο που έμοιαζε με γυναίκα, με δυο μάτια, που παρόλο που ήταν σκαλισμένα, ήταν τόσο έντονα που νόμιζε κανείς ότι σε κάρφωνε με το βλέμμα της. Το προσωπείο πλαισιωνόταν με ένα χρυσό στέμμα.«Για να δούμε αν έχω δίκιο...» είπε για άλλη μια φορά στον εαυτό της, αδιαφορώντας για τους άλλους. Άρχισε να πλησιάζει προς την σαρκοφάγο. Συγκεκριμένα προς το κεφάλι. Βρισκόταν λίγα εκατοστά μακριά. Στο μυαλό της Μέλανι άρχισαν να στριφογυρίζουν εικόνες απο την αρχή της αποστολής τους μέχρι τώρα. Τίποτα δεν έδειχνε τότε ότι θα είχαν τόση τραγική εξέλιξη τα πράγματα...

Περπατώντας παρέα με την νύχτα

Έλειπε απο την χώρα σχεδόν 5 μήνες. Τον είχε κρατήσει μακριά ένα ρεπορτάζ για την άγρια φύση στην Αφρική. Επιτέλους τώρα βρισκόταν στο σπίτι του, που τόσο είχε νοσταλγήσει.Αυτό όμως που επιθυμούσε περισσότερο ήταν οι φίλοι του που είχε καιρό να τους δει. Προς μεγάλη του χαρά είδε ότι και αυτοί δεν τον είχαν ξεχάσει. Μόλις πάτησε το πόδι του στην πατρίδα δέχτηκε τηλεφώνημα απο τον καλύτερο παιδικό του φίλο. Κανόνισαν να βρεθούν απο κοντά μέσα στην εβδομάδα.
Όμως η συνάντησε δεν έγινε ποτέ, αρρώστησε ξαφνικά απο την αλλαγή του κλίματος. Τόσο καιρό είχε συνηθίσει τον καυτό ήλιο της Αφρικής ενώ όταν επέστρεψε στην πατρίδα ο καιρός είχε χειμωνιάσει για τα καλά. Έτσι κάπου την άρπαξε και έμεινε στο κρεβάτι για μια εβδομάδα με υψηλό πυρετό και ασταμάτητο συνάχι. Όταν άρχισε να νιώθει καλύτερα πήρε τον παιδικό του φίλο και κανόνισαν να συναντηθούν την επόμενη μέρα στις 20.30 στον σταθμό του υπογείου στην Β.
Η ίωση που είχε βέβαια δεν είχε περάσει εντελώς αλλά δεν μπορούσε να μείνει για πολύ ακόμα στο κρεβάτι, ήθελε να περπατήσει στην πόλη, να δει κόσμο. Η συνάντηση με τον φίλο του ήταν η ευκαιριά που έψαχνε για να βγει.
Την επόμενη μέρα ένιωσε καλύτερα. Άρχισε να ετοιμάζεται απο νωρίς το απόγευμα για την συνάντηση με τον φίλο του. Το ρολόι έδειχνε 18.50 και ήταν κιόλλας έτοιμος και το ραντεβού στις 20.30. Όμως δεν μπορούσε να μείνει τόση ώρα μέσα στο σπίτι. Αποφάσισε να βγει να περπατήσει για να περάσει η ώρα. Πήρε ένα αντιπυρετικό, ο πυρετός δεν είχε υποχωρήσει ακόμα. Έκλεισε τα φώτα στο υπνοδωμάτιο, τσέκαρε βρύσες και κουζίνα αν ήταν ανοιχτά. Όλα φαίνοταν στην θέση τους. Πήρε το χοντρό καφέ παλτό του απο τον καλόγερο και το φόρεσε. Άρπαξε με το δεξί χέρι του τα κλειδιά. Πήγε προς την πόρτα, εκεί έκανε μια στάση. Σταμάτησε μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη που είναι στο χωλ. Χάζεψε λίγο τον εαυτό του, πρόσεξε πόσο είχε αλλάξει. Είδε τα ρούχα που φορούσε, του έμοιαζαν ξένα πάνω του. Θυμήθηκε τον εαυτό του να τριγυρνάει στην Αφρική με ένα σορτσάκι με κάποια κοντομάνικη μπλούζα και την τσάντα μονίμως στην πλάτη. Τώρα φορούσε ένα μακρύ πράσινο κοτλέ παντελόνι. Απο πάνω το παλτό άφηνε να φανεί μόνο ο λευκός γιακάς του πουκάμισου και το καφέ πουλόβερ. Άφησε τα ρούχα του και εστίασε στο προσωπό του. Φαινόταν ταλαιπωρημένος και μαζί με τα γένια που κάλυπταν μάγουλα και λαιμό έβγαζε ένα σκοτεινό και άγριο ύφος. Έφερε το αριστερό του χέρι στα μαλλιά, τα έφτιαξε λίγο, ίσιωσε τα ατίθασα ανακατεμένα μαλλιά του που έστεκαν όρθια με τον ζελέ που έβαλε πιο πριν. Το χέρι κατέβηκε πιο χαμηλά στην μύτη του. Είχε ξεραθεί απο την ίωση και είχε ένα κόκκινο χρώμα σε σχέση με την μαυρισμένη του επιδερμίδα, ενθύμιο απο τον ήλιο της Αφρικής. Το ρολόι-εκκρεμές χτύπησε 19.00 ακριβώς. Δεν κατάλαβε ότι στεκόταν τόση ώρα στον καθρέφτη. Πήρε το κασκόλ του και το πέρασε στο λαιμό του. Η πόρτα έκλεισε πίσω του.
Κατέβηκε με τα πόδια , ήθελε να δει πόσο είχε επηρρεαστεί η φυσική αντοχή του. Έφτασε γρήγορα στην είσοδο της πολυκατοικίας, οι μυες του μόλις χαλάρωσαν λίγο απο την πίεση, τον πόνεσαν. Απο ότι φαίνεται η ακινησία δεν του έκανε και πολύ καλό. Βγήκε στο δρόμο. Ο αέρας χτύπησε παγωμένος το προσωπό του. Ένιωσε το δέρμα στο πρόσωπο να τσιτώνει και την μύτη να πονά και να αρχίζει να τρέχει σαν χαλασμένη βρύση. Τα μάτια του κατέβασαν δάκρυα και οι τρίχες στην ραχοκοκκαλιά του ανατρίχιασαν. Ο καιρός είχε χαλάει τις τελευταίες μέρες, στις ειδήσεις είπαν ότι μπορεί να χιόνιζε και στο κέντρο της πόλης αυτές τις μέρες.
Ανακατεύτηκε με τον κόσμο, όλοι ντυμένοι με χοντρά και ζεστά ρούχα για να αντιμετωπίσουν το κρύο. Μια εικόνα ενός μικρού παιδιού ζωγράφισε ένα χαμόγελο στα χείλη του, το είχαν ντύσει τόσο πολύ που το μόνο που διέκρινε ήταν τα μάτια και τη μύτη του ενώ τα χέρια κρέμονταν ανίκανα να κινηθούν παρα μόνο πάνω και μπρος. Το κινητό του χτύπησε όσο χάζευε το παιδάκι. Ο φίλος του τον πήρε να του θυμήσει για το ραντεβού τους. Έκλεισε το τηλέφωνο και είδε την ώρα, είχε πάει 20.00. Έπρεπε να πάρει ταξί αν ήθελε να είναι στην ώρα του. Φάνηκε αρκετά τυχερός, με την δεύτερη κατάφερε και βρήκε ελεύθερο ταξί!!!!! Χωρίς πολλά-πολλά μπήκε στην πίσω πλευρά και είπε στον οδηγό που ήθελε να πάει. Κάτι είπε ο οδηγός αλλά δεν έδωσε σημασία, προσηλώθηκε έξω απο το παραθυρό του, έβλεπε κατα πόσο άλλαξε η πόλη όσο έλειπε. Η πόλη φόραγε ήδη την νυχτερινή περιβολή της. Σε όλη την διαδρομή έβλεπε τα φώτα απο τις πινακίδες των μαγαζιών, τους προβολείς που φώτιζαν τα μνημεία. Έβλεπε τα πάντα με την κάθε λεπτομερειά του, σε αυτό βοήθησε και το γεγονός ότι η κίνηση έκανε τα αμάξια να πηγαίνουν σε ρυθμό κάρου. Η κατάσταση γινόταν χειρότερη όσο πλησίαζαν στο κέντρο της πόλης στην Ο. Είδε το ρολόι του, μάλλον θα αργούσε στο ραντεβού του. Ο ταξιτζής είδε τον πελάτη του να κοιτά το ρολόι και απολογήθηκε ότι η κίνηση είναι κάτι που δεν μπορεί να προβλέψει κανείς. Δεν του μίλησε και συνέχισε να κοιτά έξω απο το παράθυρο. Πρόσεξε ότι μόλις άφησαν πίσω τους την Ο. ο δρόμος άνοιξε κάπως και κινήθηκαν πιο γρήγορα.
Έφτασαν στον σταθμό Β. 20.35. Πλήρωσε γρήγορα και βγήκε έξω και άρχισε να ψάχνει γύρω για κάποιο σημάδι του φίλου. Τίποτα. Κάποια στιγμή μια φωνή πίσω του φώναζε το ονομά του. Γύρισε και είδε τον παιδικό του φίλο. Αγκαλιάστηκαν σαν αδέλφια. Πήραν το δρόμο προς το σπίτι του φίλου του. Μέχρι να φτάσουν συζητούσαν τα νέα τους. Έφτασαν χωρίς να το καταλάβει. Ανέβηκαν πάνω, ο φίλος του ξεκλείδωσε την πόρτα και μπήκε μέσα. Ακουλούθησε και εκείνος. Έκλεισε την πόρτα και έμειναν στα σκοτάδια. Άναψαν τα φώτα και άκουσε να φωνάζουν «Έκπληξη». Προς μεγάλη του έκπληξη είδε όλους τους φίλους του και τους κοντινους ανθρώπους να του έχουν στήσει ένα πάρτυ καλωσορίσματος. Οι αγκαλιές και τα φιλιά έδιναν και έπαιρναν για πολύ ώρα. Ανακατεύτηκε μαζι τους. Η μουσική έπαιζε δυνατά. Μια αίσθηση χαλάρωσης και οικειότητας υπήρχε παντού. Άκουγε ιστοριές και νέα απο τους φίλους του, είπε τα δικά του νεά, για το ταξίδι στην Αφρική. Μαζί του είχε και φωτογραφίες απο την Αφρική.
Το πάρτυ δεν κράτησε και πολύ, ήταν καθημερίνη και δεν μπορούσαν καθήσουν μέχρι αργά γιατί την επόμενη δούλευαν. Στις 12.30 είχαν φύγει οι περισσότεροι, είχαν μείνει μόνο εκείνος ο παιδικός του φίλος και 2 κολλητοί. Γύρω στις 1.00 ήρθε η ώρα να φύγει και εκείνος, ένιωθε και λίγο κουρασμένος λόγω της αρρώστιας που δεν τον άφηνε ήσυχο. Ο φίλος του τον προσκάλεσε να κοιμηθεί στο σπίτι του, εκείνος αρνήθηκε ευγενικά. Χαιρέτισε τους υπόλοιπους που απέμειναν. Φόρεσε το παλτό του και πέρασε το κασκόλ σφιχτά στο λαιμό του. Βγήκε στο δρόμο, το κρύο ήταν τσουχτερό, για άλλη μια φορά η μύτη έτρεχε ανεξέλεχτη. Περπάτησε ως την Π. για να πάρει ταξί να γυρίσει στο σπίτι του. Έφτασε και βγήκε στην άκρη του πεζοδρομιού να σταματησεί κάποιο ταξί. Πρόσεξε ότι οι δρόμοι να είναι σχεδόν άδειοι, αμάξια περνούσαν με ταχύτητα σε ένα δρόμο που πριν λίγες ώρες ασφυκτοιούσε απο την κίνηση. Τα πεζοδρόμια άδεια, που και που έβλεπε λιγοστές σκιές να περπατούν γρήγορα και να εξαφανίζονται. Κάτι τον έκανε να αλλάξει γνώμη, αποφάσισε να περπατήσει. Ήθελε να περπατήσει σε μια διαφορετική πόλη απο ότι είχε συνηθίσει.
Άκουσε κάποιος να κορνάνει. Είδε μπροστά του σταματημένο ένα ταξί και το δεξί χέρι του στην θέση για ωτο-στοπ. Έκανε ένα νόημα στον ταξιτζή ότι έκανε λάθος. Το ταξί έφυγε σπινιάρωντας στο οδόστρωμα και αφήνοντας την αίσθηση ότι ο οδηγός να είναι εκνυρισμένος. Αδιαφορώντας για τον ταξιτζή ξεκίνησε να περπατά στην Π. στο ρεύμα που έβγαζε στην Ο. για παρέα είχε την θέα της φωτολουσμένης Α. που έστεκε αγέρωχη αιώνες τώρα.
Πρώτη φορά περπάταγε σε αυτούς τους δρόμους νύχτα. Μια αίσθηση φόβου τον κατέβαλε και την αδρεναλίνη να κάνει την καρδία του να χτυπά γρήγορα. Μερικές φορές κοίταζε πίσω του μήπως έβλεπε κάποια ύποπτη κίνηση ή όταν έβλεπε κάποιον να έρχεται προς το μέρος του, περπάταγε γρήγορα και όσο πιο μακριά του μπορούσε. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει ειδικά όταν περνούσε απο σκοτεινά στενάκια. Όσο περπάταγε καχύποπτα δεν πρόσεξε ότι έπεφταν οι πρώτες νιφάδες χιονιού. Χάρηκε που έβλεπε να χιονίζει. Στο ύψος της σχολής του Π. χιόνιζε για τα καλά. Έσφιξε περισσότερο το κασκόλ στο λαιμό του. Στο επόμενο στενό απο την σχολή του Π. πρόσεξε ότι υπήρχε μια κλούβα της αστυνομίας. Στο μυαλό του ήρθαν τα επεισόδια που είχαν γίνει πριν 2 μήνες πάνω κάτω. Επεισόδια που είχαν συγκλονίσει όλο τον κόσμο. Απο ότι θυμόταν η χώρα να πάλλεται απο οδομαχίες νέων απέναντι σε αστυνομικούς και στην πολιτεία. Απο ότι φαινόταν μάλλον ακόμα φοβούνται για τυχόν επεισόδια. Αυτό το είδε και στα μαγαζιά που υπήρχαν στο δρόμο του, οχυρωμένα σαν μικρά φρούρια. Συνέχισε να περπατά, μπροστά του είδε 2 αστυνομικούς να δείχνουν την εξουσιά που είχε σε 2 αλλοδαπούς. Πέρασε απο δίπλα τους, άκουσε τους αστυνομικούς να ζητάνε τα χαρτιά των αλλοδαπών. Δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία συνέχισε τον δρόμο του. Έφτασε στην Ο. δεν έμεινε πολύ έστριψε στην Π. που έβγαζε στο Σ. Έδω ο κόσμος του φάνηκε πιο διαφορετικός. Πρώτα είδε μια παρέα νέων, μάλλον φοιτητών, να περνά απο δίπλα του γεμάτοι με ζωή. Πιο πάνω συνάντησε κόσμο να βγαίνει απο ένα θέατρο, λογικά απο την τελευταία παράσταση την βραδιάς. Όλοι καλοντυμένοι και τις κυριές να φορούν ακριβές γούνες και χλιδάτα κοσμήματα. Ανάμεσα στον κόσμο είδε κάτι που του χάλαγε την εικόνα, μια αντίθεση. Έμοιαζε σαν παράσιτο που μπήκε σε ένα υγιές σώμα, σαν κατσαρίδα σε ένα καθαρό περιβάλλον. Είδε ένα τύπο ντυμένο ελαφρά, που έδειχνε ότι το κρύο και το χιόνι που έπεφτε δεν τον ένοιαζε, παρακαλούσε τον κόσμο.
Παρακαλούσε για κάποια ψιλά με το πρόσχημα να φάει ή να πάρει ένα εισητήριο να γυρίσει σπίτι του. Όλοι οι καθωπρέπει τον κοιτούσαν με απάξια και με ένα υπεροπτικό βλέμμα του ανώτερου ανθρώπου. Άφησε πίσω του το θέατρο, έφτασε σε ένα σηματοδότη. Έκατσε και περίμενε να ανάψει για να περάσει απέναντι. Έβλεπε τα αμάξια να περνούν γρήγορα και να ρίχνουν τα φώτα τους πάνω του και να τον τυφλώνουν. Επιτέλους άναψε, πέρασε απέναντι στον δρομό. Πρόσεξε το χιόνι να καλύπτει δειλά-δειλά τα πεζοδρόμια. Δεν ήθελε πολύ για να φτάσει στο Σ. Πέρασε απο ένα bar-restaurant που έμενε ακόμα ανοιχτό. Είδε κόσμο να κάθεται και να κουβεντιάζει, να γελάει και να φλερτάρει μέσα στην ζεστασιά. Ενώ μερικά μέτρα πιο κάτω συνάντησε την εξαθλοίωση και την ειρωνεία της ζωής. Λίγο πιο κάτω απο το bar-restaurant σε ένα πλαϊνό πεζόδρομο είδε έναν άνθρωπο. Έναν άνθρωπο να κοιμάται σε ένα ξύλινο παγκάκι, φορώντας χιλιοτρυπημένα ρούχα και για σκέπασμα ένα χοντρό χαρτόνι που κάλυπται ότι μπορούσε. Δίπλα στο παγκάκι πρόσεξε και την περιουσία εκείνου του ανθρώπου, ένα καροτσάκι με αντικείμενα απο τους κάδους των σκουπιδιών. Πλησίασε να δει αν ζει. Πάλι καλά ανάπνεε. Σκέφτηκε ότι και οι σκύλοι ζούσαν πιο αξιοπρεπώς απο αυτόν τον βαριόμοιρο άνθρωπο. Το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να βγάλει το παλτό του και να το αφήσει δίπλα στο προσκέφαλο του ανθρώπου. Ένιωσε το κρύο να τον χτυπά, έπιασε τον εαυτό του να τουρτουρίζει και τον πυρετό να κάνει την εμφανισή του. Έφτασε στο Σ. το τέλος της βόλτας του έφτανε στο τέλος. Σταμάτησε ένα ταξί και μπήκε μέσα. Η τελευταία εικόνα που του έμεινε απο την βόλτα του είναι 2 τσολιάδες να φυλάνε το μνημείο του αγνώστου στρατιωτή ή καλύτερα να φυλάνε ξεχασμένες και ίσως και πεθαμένες σκέψεις για μια καλύτερη χώρα για ένα καλύτερο μέλλον, απο ανθρώπους που ήθελαν κρατήσουν την ελευθερία τους, την χώρα τους θυσιάζοντας την ζωή τους. Που να ήξεραν...